Σαχ Τζαχάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σαχάμπ-αντ-ντιν Μουχάμαντ
Σαχ Τζαχάν
شهاب الدین محمد شاہ جہاں
Αυτοκράτορας των Μουγκάλ
Σα Τζαχάν
'Jujhar Singh Bundela Kneels in Submission to Shah Jahan', painted by Bichitr, c. 1630, Chester Beatty Library (cropped).jpg
Σα Τζαχάν
Περίοδος 19 Ιανουαρίου 1628 – 31 Ιουλίου 1658[1]
Στέψη 14 Φεβρουαρίου 1628[2]
Άγκρα
Προκάτοχος Τζαχανγκίρ
Διάδοχος Αοραντζέμπ
Γέννηση 5 Ιανουαρίου 1592
Λαχόρη, Αυτοκρατορία των Μουγκάλ
Θάνατος 22 Ιανουαρίου 1666
Οχυρό Άγκρα, Άγκρα,Αυτοκρατορία των Μουγκάλ
Τόπος ταφής Ταζ Μαχάλ, Άγκρα
Σύζυγος 9
Επίγονοι
Οίκος Δυναστεία των Τιμουρίδων
Πατέρας Τζαχανγκίρ
Μητέρα Τζαγκάτ Γκοσαίνι
Θρησκεία Ισλάμ
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Σαχ Τζαχάν[5] (5 Ιανουαρίου 1592 – 22 Ιανουαρίου 1666)[6] ήταν ο Πέμπτος αυτοκράτορας των Μουγκάλ, και βασίλευσε την περίοδο 1628-1658. Το όνομα Σα Τζαχάν είναι βασιλικός τίτλος που στα Περσικά (شاه جهان ) σημαίνει «Βασιλιάς του Κόσμου».[7] Το πλήρες όνομά του ήταν Μίρζα Σαμπάμ-αντ-ντιν Μπαήγκ Μουχάμαντ Χαν Χουρράμ.[8]

Ο Σαχ Τζαχάν ήταν ο ικανότερος από τους τέσσερις γιους του Αυτοκράτορα Τζαχανγκίρ, και μετά τον θάνατο του το 1627 ακολούθησε μάχη διαδοχής που ανέδειξε νικητή τον Σαχ Τζαχάν. Οι ανταγωνιστές του για το θρόνο θανατώθηκαν και τον Ιανουάριο 1628 στην Άγκρα αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας με βασιλικό τίτλο "Σαχ Τζαχάν" (που αρχικά ήταν ο πριγκιπικός τίτλος του). Ήταν ικανός στρατιωτικός διοικητής, αλλά διακρίθηκε περισσότερο για τα αρχιτεκτονικά του επιτεύγματα. Η περίοδος της βασιλείας του ήταν για πολλούς η χρυσή εποχή της Μουγκαλικής αρχιτεκτονικής. Κατασκεύασε πολλά μνημεία, όπως το Ταζ Μαχάλ στην Άγκρα όπου ενταφιάστηκε η αγαπημένη του σύζυγος Μαμτάζ Μαχάλ.

Τον Σεπτέμβριο 1657 ο Σαχ Τζαχάν αρρώστησε σοβαρά, και ξεκίνησε μάχη διαδοχής ανάμεσα στους τέσσερις γιους του, που ανέδειξε νικητή τον τρίτο γιο Αόραντζεμπ.[9] Ο Σαχ Τζαχάν ανάρρωσε αλλά ο Αόραντζεμπ έθεσε τον πατέρα του υπό κατ'οίκον περιορισμό στο Οχυρό Άγκρα από τον Ιούλιο 1658 έως τον θάνατό του τον Ιανουάριο 1666.[10] Την 31 Ιουλίου 1658 ο Αόραντζεμπ έστεψε τον εαυτό του αυτοκράτορα υπό τον τίτλο "Άλαμτζίρ".[11]

Η Μουγκαλική Αυτοκρατορία έφθασε στο απόγειο της δόξας της επί βασιλείας Σαχ Τζαχάν ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ένας από τους σημαντικότερους Μουγκάλους αυτοκράτορες.[12]

Πρώιμη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαχάμπ-αντ-ντιν Μουχάμαντ Χουρράμ γεννήθηκε την 5 Ιανουαρίου 1592 στη Λαχώρη, στο σημερινό Πακιστάν, και ήταν ο τρίτος γιος του Πρίγκιπα Σαλίμ ο οποίος στέφθηκε αυτοκράτορας με το βασιλικό όνομα "Τζαχανγκίρ" .[13] Η μητέρα του ήταν η πριγκίπισσα των Ρατζπούτ Τζαγκάτ Γκοσαίνι από την περιοχή Μαργουάρ (με επίσημη ονομασία Μπίλκις Μακάνι όπως αναφέρεται στα χρονικά των Μούγκαλ). Το όνομα "Χουρράμ" που επιλέχθηκε για τον νεαρό πρίγκιπα από τον παππού του, τον Αυτοκράτορα Ακμπάρ, σημαίνει πανευτυχής.

Λίγο πριν από τη γέννηση του Χουρράμ ένας μάντης προφήτεψε ότι η άτεκνη Αυτοκράτειρα Ρουκαΐγια Σουλτάνα Μπεγκάμ, πρώτη σύζυγος του Ακμπάρ, ότι το τότε αγέννητο παιδί προοριζόταν για αυτοκρατορικό μεγαλείο.[14] Έτσι, όταν ο Χουρράμ γεννήθηκε το 1592 και ήταν μόνο έξι ημερών, ο Ακμπάρ διέταξε να απομακρύνουν τον πρίγκιπα από τη βιολογική μητέρα του και τον παρέδωσε στην Ρουκαίγια για να τον μεγαλώσει και να τον προετοιμάσει για Μουγκάλο αυτοκράτορα. [15] Όπως  αναφέρει ο Τζαχανγκίρ στα απομνημονεύματά του, η Ρουκαΐγια αγάπησε τον γιο του, Χουρράμ, "χίλιες φορές περισσότερο από ό, τι αν ήταν δικός της (γιός)."[16]

Ο Χουρράμ έμεινε μαζί της μέχρι την ηλικία των 14. Το 1605, μετά τον θάνατο του Ακμπάρ, επιτράπηκε στο νεαρό πρίγκιπα να επιστρέψει στο σπίτι του πατέρα του (Τζαχανγκίρ), και έτσι, να βρίσκεται πιο κοντά στη βιολογική του μητέρα.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε παιδική ηλικία ο Χουρράμ εκπαιδεύτηκε όπως ταιριάζει σε έναν μουγκάλο πρίγκιπα, για πόλεμο και πολιτιστικές τέχνες, ποίηση και μουσική. Το 1605, όταν ο Ακμπάρ ήταν ετοιμοθάνατος στο κρεβάτι του, ο 13χρονος Χουρράμ[17] παρέμεινε δίπλα του και δεν έφευγε όσο και αν προσπάθησε η μητέρα του να τον πάρει. Η πολιτική αβεβαιότητα που ακολούθησε τον θάνατο του Ακμπάρ ήταν επικίνδυνη για τη ζωή του.[18]

Η εξέγερση του Κχούσραου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1605 ο Τζαχανγκίρ κατέστειλε την εξέγερση του γιου του, Πρίγκιπα Χούσραου, και διαδέχθηκε τον πατέρα του, Άκμπαρ, στο θρόνο. Ο Τζαχανγκίρ επέτρεψε στον γιό του, Χουρράμ, να αδιαφορήσει για τις πολιτικές ίντριγκες της Αυλής.[19] Ως τρίτος γιος, ο Κχουρράμ δεν προκάλεσε τις δύο ισχυρές δυνάμεις του καιρού, του πατέρα του και των αδελφών του, οπότε απολάμβανε τα προνόμια και τις πολυτέλειες της Αυτοκρατορικής προστασίας ενόσω του επιτρεπόταν να συνεχίσει την εκπαίδευση και την κατάρτισή του.[20]

Νουρ Τζαχάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το μακροχρόνιο κλίμα έντασης μεταξύ του πατέρα του και του θετού αδερφού του, ο χουρράμ κινήθηκε προς τον αδερφό του και με την πάροδο του χρόνου άρχισε να θεωρείται de facto κληρονόμος του θρόνου από τους χρονικογράφους της αυλής. To 1608 ο Τζαχανγκίρ παραχώρησε το Σαρκάρ του Χισσάρ-Φερόζα, το παραδοσιακό φέουδο του διάδοχου, στον χουρράμ.[21] Η Νουρ Τζαχάν ήταν μια έξυπνη και όμορφη λαίδη με εξαιρετική εκπαιδευτική υποδομή. Συμμετείχε ενεργά στις αποφάσεις του Τζαχανγκίρ. Αργά και σταδιακά, έγινε η πραγματική δύναμη πίσω από τον θρόνο, καθώς ο Τζαχανγκίρ γινόταν ενδοτικός στο κρασί και το όπιο. Άρχισαν να χαράζονται νομίσματα με το όνομα της δίπλα σε αυτό του Τζαχανγκίρ. Οι κοντινοί και οικείοι συγγενείς της κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στη Μουγκαλική αυλή, που οι ιστορικοί αποκάλεσαν χούντα της Νουρ Τζαχάν. Το 1627, μετά το θάνατο του Τζαχανγκίρ, η Νουρ Τζαχάν τέθηκε σε κατ'οίκον περιορισμό και έζησε μια ήσυχη ζωή.

Γάμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σαχ Τζαχάν και Μαμτάζ Μαχάλ

Το 1607 ο Χουρράμ αρραβωνιάστηκε την Αρχουμάντ Μπάνου Μπέγκαμ (1593-1631), η οποία έγινε γνωστή ως Μαμτάζ Μαχάλ που στα περσικά σημαίνει "η εκλεκτή του Παλατιού". Συναντήθηκαν στα νεανικά τους χρόνια, αρραβωνιάστηκαν σε ηλικία 14-15 και πέντε χρόνια αργότερα παντρεύτηκαν. Η νεαρή κοπέλα καταγόταν από επιφανή οικογένεια Πέρσων ευγενών που υπηρετούσαν τους Μουγκάλ αυτοκράτορες από τον καιρό της βασιλείας του Άκμπαρ. Ο πατριάρχης της οικογένειας ήταν ο Μίρζα Γκχίγιας Μπεγκ που έγινε γνωστός ως 'timād-ud-Daulah που σημαίνει "Στήλη του Κράτους".

Οι αστρολόγοι της αυλής επέλεξαν μία ημερομηνία γάμου για το 1612 ως πιο ευνοϊκή για έναν ευτυχισμένο γάμο, οπότε ο αρραβώνας θα διαρκούσε πέντε χρόνια προτού γίνει ο γάμος. Εν τω μεταξύ ο Σα Τζαχάν παντρεύτηκε την Πριγκίπισσα Κανταχάρι Μπεγκαμ, κόρη ενός απόγονου του Σάχη Ισμαήλ Ι της Περσίας, και απέκτησε την πρώτη του κόρη.[22]

Ο Σαχ Τζαχάν συνοδευόμενος από τους τρεις γιους του: Ντάρα Σουκόχ, Σαχ Σούτζα και Αόραντζέμπ, και τον πεθερό του Ασάφ Κχάν Δ'

Το 1612 ο 20χρονος Χουρράμ παντρέυτηκε την Μαμτάζ Μαχάλ όπως πρόβλεψαν οι αστρολόγοι. Ο γάμος ήταν ευτυχισμένος και ο Κχουρράμ παρέμεινε πιστός. Απέκτησαν δεκατέσσερα παιδιά, εκ των οποίων τα επτά επέζησαν μέχρι την ενηλικίωση. Επιπλέον, ο Κχουρράμ είχε δύο παιδιά από τις δύο πρώτες γυναίκες του.

Μεταξύ τους υπήρχε πραγματική αγάπη, η Μαμτάζ Μαχάλ ήταν πολιτικά εύστοχη κυρία και υπηρέτησε τον σύζυγό της ως σημαντικός και έμπιστος σύμβουλος.[23]

Απεικόνιση του Ταζ Μαχάλ, όπου ενταφιάστηκαν ο Σαχ Τζαχάν και η σύζυγός του, Μαμτάζ Μαχάλ, από τον καλλιτέχνη Έντουιν Λορντ Γουίκς του Μουσείου Walters Art 

Την 7η Ιουλίου 1631 η Μαμτάζ Μαχάλ πέθανε σε ηλικία 37 ετών, κατά τη γέννηση της Γκαοχάρα Μπεγκάμ στο Μπουρχανπούρ, με αιτία θανάτου αιμορραγία μετά από οδυνηρό τοκετό που διήρκεσε τριάντα ώρες.[24] Η 17χρονη Πριγκίπισσα Τζαχανάρα αναστατώθηκε τόσο για τον πόνο της μητέρας της που άρχισε να μοιράζει πολύτιμους λίθους στους φτωχούς προσευχόμενη για θεϊκή παρέμβαση και ο Σαχ Τζαχάν "παρέλυσε από τη θλίψη" και τους θρήνους.[25] Το σώμα της αφέθηκε προσωρινά σε ένα περιφραγμένο κήπο της ηδονής που ονομαζόταν Ζαιναμπάντ, κατασκευής του Πρίγκιπα Ντανιγιάλ (θείος του Σαχ Τζαχάν) κατά μήκος του Ποταμού Τάπτι. Αργότερα ενταφιάστηκε στο Ταζ Μαχάλ.

Αυτά τα χρόνια ο Κχουρράμ έκανε άλλους 8 γάμους, και στις συζύγους του περιλαμβάνονται η Κανταχάρι Μπεγκάμ (12 Δεκεμβρίου 1609) και Ακμπαραμπάντι Μπεγκάμ (3 Σεπτεμβρίου 1617), οι κόρες των Μουζαφάρ Χουσάιν Μίρζα Σαφάουι και Σαχναουάζ Χαν, γιος του Αμπντούλ Ραχίμ Χαν-Ι-Χάνα. Αλλά σύμφωνα με τους χρονικογράφους της αυλής, η σχέση του με τις άλλες συζύγους ήταν πολιτικά αδιάφορη και απλά διασκέδαζαν ως βασιλικές σύζυγοι.[26]. Παντρεύτηκε και μια νεαρή χορεύτρια ινδουιστικού χορού στην οποία απένειμαν τον βασιλικό τίτλο "Γκουλάρα Μαχάλ". Στο Μπουρχανπούρ χτίστηκαν παλάτια προς τιμήν τους. Κατά τα τελευταία χρόνια του στη φυλακή, ο Σαχ Τζαχάν συνοδευόταν από την πριγκίπισσα Τζαχανάρα και δύο πιστές βασίλισσες, οι Ακμπαραμπάντι και Φατεχπούρι.

Στρατιωτικός διοικητής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρίγκιπας Χουρράμ ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος στρατιωτικός. Η πρώτη εκστρατεία στην οποία συμμετείχε ήταν εναντίον των Ρατζπούτ του Μεβάρ. Μετά από έναν χρόνο πολιορκιών, οι τελευταίοι παραδόθηκαν υπό όρους στους Μουγκάλ και έγιναν υποτελές κράτος της Μουγκαλικής αυτοκρατορίας.[27]

Το 1617 ο Χουρράμ αντιμετώπισε τους Λόντι του Ντέκκαν για να διασφαλίσει τα νότια σύνορα της αυτοκρατορίας και τον έλεγχο της περιοχής. Κατόπιν της επιτυχίας του απονεμήθηκε ο τίτλος Σαχ Τζαχάν που σημαίνει "Βασιλιάς του Κόσμου". [28]

Ο Επαναστάτης πρίγκιπας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεαρός Σαχ Τζαχάν στο άλογο.

Η απόκτηση δύναμης και πλούτου στη Μουγκαλική αυτοκρατορία δεν βασιζόταν στα κληρονομικά δικαιώματα των πρωτότοκων, αλλά σε πριγκιπικούς γιους που διεκδικούν στρατιωτικές επιτυχίες και εδραίωση της εξουσίας τους στην αυλή. Συχνά αναφέρθηκαν εξεγέρσεις και μάχες για τη διαδοχή. Η αυλή της Μουγκαλικής αυτοκρατορίας ήταν πολιτικά περίπλοκη όταν ο Χουρράμ ήταν νέος. Το 1611 ο πατέρας του παντρεύτηκε τη Νουρ Τζαχάν, χήρα κόρη ενός Πέρση ευγενή. Αυτή και ο αδελφός της Ασάφ Χαν είχαν αυξημένες δυνάμεις επιρροής στην αυλή του Τζαχανγκίρ. Η Μαμτάζ Μαχάλ ήταν κόρη του Ασάφ Κχάν και με τον γάμο της με τον Χουρράμ σταθεροποιήθηκαν οι θέσεις των Νουρ Τζαχάν και Ασάφ Χαν στην αυλή.

Το 1627 μετά το θάνατο του Τζαχανγκίρ ο Ασάφ Χαν, που ήταν πια οικείος παρτιζάνος για τον πρίγκιπα Κχουρράμ, ενήργησε με απρόσμενο σθένος και αποφασιστικότητα για να αποτρέψει τα σχέδια της αδελφής του, αυτοκράτειρας Νουρ Τζαχάν, για τον θρόνο. Την έθεσε υπό περιορισμό και ανέλαβε τους τρεις γιούς του πρίγκιπα Χουρράμ που ζούσαν μαζί της. Ο Ασάφ Χαν με ίντριγκες διασφάλισε τη διαδοχή του θρόνου από τον Πρίγκιπα Χουρράμ,[29] ο οποίος ονομάστηκε Σαχ Τζαχάν.[30]

Η πρώτη πράξη του ως κυβερνήτης ήταν να εκτελέσει τους αντίπαλους αρχηγούς και να φυλακίσει τη θετή μητέρα του Νουρ Τζαχάν. Την 23 Ιανουαρίου 1628 κατόπιν διαταγής του Σαχ Τζαχάν εκτελέστηκαν: ο αδερφός του Σαχριάρ, τα ανίψια του Νταουάρ και Γκαρσάσπ, οι γιοι του Πρίγκιπα Χουσράου και τα ξαδέρφια του Ταχμούρας και Χοσάνγκ (γιοι του Πρίγκιπα Ντανιγιάλ)[31][32] Η διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας από τον Σαχ Τζαχάν κατέστη πλέον αδιαμφισβήτητη.

Κυβερνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλεία (1628-1658)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοίκηση της Μουγκαλικής Αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαχ Τζαχάν στην Αυλή του (Ντουρμπάρ)
Ο θρόνος του βασιλιά Σαχ Τζαχάν στο Κόκκινο Φρούριο στο Δελχί Ινδίας

Το 1648 ο στρατός του Σαχ Τζαχάν περιλάμβανε 911,400 άντρες στο πεζικό, σωματοφύλακες και πυροβολικό, και 185.000 έφιππους Σοβάρς που διοικούνταν από πρίγκιπες και ευγενείς.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του παρουσιάστηκαν τα άλογα Μαλάνι που έγιναν τα αγαπημένα του, και διάφορα Μουγκαλικά κανόνια παράγονταν μαζικά στο Οχυρό Τζάιγκαρ. Υπό την εξουσία του η αυτοκρατορία έγινε μια τεράστια στρατιωτική μηχανή, και οι ευγενείς και οι δυνάμεις τους πολλαπλασιάστηκαν σχεδόν τετραπλάσια, όπως και οι απαιτήσεις για περισσότερα έσοδα από τους πολίτες. Αλλά με την οικονομική και εμπορική πολιτική του εξασφάλισε μια περίοδο γενικής σταθερότητας—η διοίκηση ήταν επικεντρωμένη και τα νομικά θέματα συστηματοποιημένα.

Η Μουγκαλική Αυτοκρατορία συνέχισε να επεκτείνεται καθώς οι γιοί του διοικούσαν μεγάλους στρατούς σε διάφορα μέτωπα.Τότε η Ινδία ήταν πλούσιο κέντρο για τέχνες, χειροτεχνήματα και αρχιτεκτονική, και μερικοί από τους καλύτερους αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, τεχνίτες, ζωγράφους και συγγραφείς του κόσμου διέμεναν στην αυτοκρατορία του Σαχ Τζαχάν. Πιστεύεται ότι τότε η Μουγκαλική Αυτοκρατορία είχε το μεγαλύτερο τζίρο στον κόσμο.[33][34]

Επαναστάτες του Ρατζπούτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σα Τζαχάν προσάρτησε τις επαρχίες των Ρατζπούτ Μπαγκλάνα, Μεβάρ και Μπουντελχάντ. Ο 16χρονος γιός του Αόραντζεμπ ανέλαβε να καταστείλει την εξέγερση των Ρατζπούτ Μπουντέλα.

Ο λιμός του 1630[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα έτη 1630-32 ξέσπασε λιμός στις περιοχές Ντέκκαν, Γκουτζαράτ και Κχαντές με αποτέλεσμα τρεiς αποτυχημένες καλλιέργειες.[35] Δύο εκατομμύρια λιμοκτόνησαν, στις αγορές πωλούσαν κρέας σκύλων και μείγμα αλεύρου με κονιορτοποιημένα οστά. Οι γονείς έτρωγαν τα παιδιά τους. Κάποια χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς, οι δρόμοι γέμισαν ανθρώπινα πτώματα. Για να αντιμετωπίσει την καταστροφή, ο Σαχ Τζαχάν έστησε κουζίνες (λάνγκαρ) για τα θύματα του λιμού.[36]

Σχέσεις με τα Σουλτανάτα του Ντέκκαν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1632 ο Σαχ Τζαχάν κατέλαβε το οχυρό Νταουλαταμπάντ στη Μαχαράστρα και φυλάκισε τον Χουσαίν Σάχη, Σουλτανου Ντέκκαν του Αχμεντναγκάρ. Το 1635 υπέκυψε το Γκολκόντα και το 1636 το Μπιτζαπούρ. Διόρισε τον Αοραντζέμπ ως Αντιβασιλέα του Ντέκκαν που περιλάμβανε τα Κχαντές, Μπεράρ, Τελανγκάνα και Νταουλαταμπάντ. Κατά την αντιβασιλεία του, ο Αοραντζεμπ κατέκτησε τη Μπαγκλάνα, το 1656 το Γκολκόντα και το 1657 το Μπιτζαπούρ.[37]

Σχέσεις με τη δυναστεία των Σαφαβιδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μουγκάλος αυτοκράτορας Σαχ Τζαχάν κυνηγά λιοντάρια στο Μπουρχανπούρ.

Το 1638 ο Σαχ Τζαχάν και οι γιοί του κατέλαβαν την πόλη Κανταχάρ από τους Σαφαβίδες, προτρέποντας για αντίποινα τους Πέρσες που υπό τον ισχυρού ηγεμόνα Αμπάς Β΄ της Περσίας ανακατέλαβαν την πόλη το 1649.

Παρά τις επανειλημμένες πολιορκίες του Μουγκαλο-Σαφαβιδικού Πόλεμου, ο Μουγκαλικός στρατός έχασε την πόλη Κανταχάρ.[38] Η Μουγκαλική Αυτοκρατορία επεκτάθηκε προς τα δυτικά πέρα από το Πέρασμα Χύμπερ έως το Γκαζνί και το Κανταχάρ.

Σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ είχε στρατοπεδεύσει στη Βαγδάτη, ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ Δ' γνωρίστηκε με τους πρέσβεις του Σαχ Τζαχάν: Μιρ Ζαρίφ και Μιρ Μπαράκα, οι οποίοι του παρουσίασαν 1000 όμορφα κεντημένα υφάσματα και πανοπλίες. Ο Μουράτ Δ' τους παρουσίασε τα καλύτερα όπλα, σέλες και καφτάνια και διέταξε τις δυνάμεις του να συνοδεύσουν τους Μουγκάλους στο λιμάνι της Βασόρας, από όπου απέπλευσαν για το Θάττα και τελικά το Σουράτ.[39]

Πόλεμος με τους Πορτογάλους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1631 ο Σαχ Τζαχάν διέταξε τον Κουασίμ Χαν, Μουγκάλο αντιβασιλέα στη Βεγγάλη, να διώξει τους Πορτογάλους από το εμπορικό πόστο τους στο Λιμάνι Χούγκλι. Το πόστο ήταν βαριά οπλισμένο με κανόνια,  θωρηκτά, οχυρωμένα τείχη και άλλα μέσα πολέμου.[40] Οι Πορτογάλοι κατηγορήθηκαν για λαθρεμπόριο από υψηλά ιστάμενους Μουγκάλους υπαλλήλους και λόγω εμπορικού ανταγωνισμού το Μουγκάλικο μέρος του λιμανιού του Σαπταγκράμ άρχισε να βουλιάζει. Ο Σαχ Τζαχάν ήταν ιδιαίτερα εξοργισμένος από τις δραστηριότητες των Ιησουιτών στην περιοχή, κυρίως όταν κατηγορήθηκαν για την απαγωγή αγροτών. Την 25 Σεπτεμβρίου 1632 ο Μουγκαλικός Στρατός ύψωσε αυτοκρατορικά εμβλήματα, κυρίευσε την περιοχή Μπουντέλ και οι φρουροί τους τιμωρήθηκαν.[41]

Θρησκευτική στάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαχ Τζαχάν οδηγεί το Μουγκαλικό Στρατό, επάνω αριστερά πολεμικοί ελέφαντες φέρουν τα εμβλήματα του θρυλικού Ζούλφικαρ.

Υπό τον Σαχ Τζαχάν, η στάση των ορθόδοξων Μουσουλμάνων για τις θρησκευτικές πολιτικές των Ακμπάρ και Τζαχανγκίρ (π. χ. Ντιν-ι-Ιλαχί) φάνηκε πρωτοφανώς αποτελεσματική.[42] Ήταν πιο ελεύθερα σκεπτόμενος από τον πατέρα του και τον παππού του. Μετά την στέψη του, υιοθέτησε νέες πολιτικές που αντέστρεψαν αυτήν του Ακμπάρ για πιο επιεική μεταχείριση των μη Μουσουλμάνων υπηκόων. Το 1633, στο έκτο έτος της βασιλείας του, ο Σαχ Τζαχάν άρχισε να επιβάλλει την ερμηνεία του για διατάξεις του Σαρία κατά της κατασκευής ή επισκευής εκκλησιών και ναών. Όταν πληροφορήθηκε ότι πλούσιοι Ινδουιστές σχεδίαζαν να ολοκληρώσουν την κατασκευή ημιτελών ναών στο Βαρανάσι διέταξε να καταστραφούν όλοι οι νέοι ναοί της πόλης. Κατόπιν τούτου, κατέστρεφαν μόνο τους επιφανείς χώρους λατρείας που συναντούσαν σε στρατιωτικές εκστρατείες. Συμμετείχε στους Ισλαμικούς εορτασμούς με πρωτόγνωρο ενθουσιασμό. Το βασιλικό ενδιαφέρον για τις Ιερές Πόλεις αναζωπυρώθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του.[43]

Υπουργοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπουργός οικονομικών και θησαυροφύλακας του Σαχ Τζαχάν ήταν ο Σαΐχ Φαρίντ, που ίδρυσε την πόλη Φαρινταμπάντ.

Μεταγενέστερη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαχ Τζαχάν και ο μεγαλύτερος γιος του Ντάρα Σούκοχ.

Το 1658 που ο Σαχ Τζαχάν αρρώστησε, ο Ντάρα Σούκοχ (μεγαλύτερος γιος της Μαμτάζ Μαχάλ) ανέλαβε το ρόλο του αντιβασιλέα στη θέση του πατέρα του, ταχέως επισύροντας εχθροπάθεια στους αδελφούς του. Όταν ενημερώθηκαν για την ανάληψη της αντιβασιλείας από αυτόν, οι μικρότεροι αδελφοί του Σούτζα, Αντιβασιλέας της Βεγγάλης, και Μουράντ Μπακσχ, Αντιβασιλέας του Γκουτζαράτ, διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους και πορεύτηκαν προς την Άγκρα για να διεκδικήσουν τα πλούτη τους. Ο Αοραντζέμπ, ο τρίτος γιός, με ένα καλά εκπαιδευμένο στρατό αντιμετώπισε το στρατό του Ντάρα κοντά στην Άγκρα και τον νίκησε στη Μάχη της Σαμουργκάχ. Ο Σαχ Τζαχάν ανάρρωσε από την ασθένεια, αλλά ο Αοραντζέμπ τον ανακήρυξε ακατάλληλο να κυβερνήσει και τον έθεσε σε κατ'οίκον περιορισμό στο Οχυρό της Άγκρα.

Η Τζαχανάρα Μπέγκαμ Σαχίμπ, πρώτη κόρη της Μαμτάζ Μαχάλ, προσφέρθηκε να τον συντροφεύσει στην 8ετή κράτηση και τον φρόντισε στη γεροντική ηλικία του. Τον Ιανουάριο 1666 ο Σαχ Τζαχάν αρρώστησε. Καθηλωμένος στο κρεβάτι εξασθενούσε κάθε μέρα και περισσότερο, και την 22 Ιανουαρίου εμπιστεύτηκε στις κυρίες της αυτοκρατορικής αυλής, και ιδιαίτερα τη σύζυγό του Ακμπαραμπάντι Μαχάλ, τη φροντίδα της Τζαχανάρα. Απήγγειλε το Καλ'Μα (Λάα ιλααχά ιλλ αλλάχ) και στίχους από το Κοράνι και πέθανε σε ηλικία 74 ετών.

Οι ιερείς του Σαχ Τζαχάν Σαγίντ Μουχάμαντ Κουαναούτζι και Καζί Κιουρμπάν από την Άγκρα ήρθαν στο οχυρό, τοποθέτησαν το σώμα του σε μια διπλανή αίθουσα, τον καθάρισαν, τον σκέπασαν και τον εναπόθεσαν σε φέρετρο από σανταλόξυλο.

Η Πριγκίπισσα Τζαχανάρα είχε προγραμματίσει δημόσια κηδεία, που θα περιλάμβανε νεκρώσιμη ακολουθία με επιφανείς ευγενείς και σημαντικούς πολίτες της Άγκρα ενώ αξιωματούχοι θα μοίραζαν νομίσματα στους φτωχούς και άπορους.[44] Ο Αοραντζέμπ αρνήθηκε να συμμετάσχει σε τέτοια πομπή. Το σώμα του μεταφέρθηκε μέσω του ποταμού στο Ταζ Μαχάλ και εκεί ενταφιάστηκε δίπλα στην αγαπημένη σύζυγό του, Μαμτάζ Μαχάλ.[45]

Αρχιτεκτονική συνεισφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σα Τζαχάν κατασκευάστηκαν θαυμαστά αρχιτεκτονήματα και θεωρείται μεγάλος προστάτης της μουγκαλικής αρχιτεκτονικής.[46] Το πιο διάσημο οικοδόμημα της περιόδου ήταν το Ταζ Μαχάλ, που χτίστηκε από αγάπη για τη σύζυγό του, την αυτοκράτειρα Μαμτάζ Μαχάλ.

Το οικοδόμημα σχεδιάστηκε πολύ προσεκτικά και αρχιτέκτονες από όλο τον κόσμο καλέστηκαν για το σκοπό αυτό. Η κατασκευή διήρκεσε είκοσι χρόνια και ολοκληρώθηκε με επικάλυψη του τούβλινου υποστρώματος από λευκό μάρμαρο. Μετά το θάνατό του, ο γιος του Αοραντζέμπ φρόντισε να ενταφιαστεί δίπλα στην Μαμτάζ Μαχάλ. Στα κατασκευαστικά έργα του περιλαμβάνονται το Κόκκινο Οχυρό στο Ουρντού, μεγάλα τμήματα του Οχυρού Άγκρα, το Τζάμα Μασχίντ, το Τζαμί Ουαζίρ Χαν, το Μότι Μασχίντ, οι Κήποι Σαλιμάρ, τμήματα του Οχυρού της Λαχώρης, το Τέμενος Μαχαμπάτ Χαν στην Πεσαβάρ, το μαυσωλείο του πατέρα του Τζαχανγκίρ, το Τζαμί Σαχτζαχάν και ο Θρόνος Παγώνι στο Ταχτ ε Τάους.

Το Τζαμί του Σαχ Τζαχάν στη Θάττα του Σίνδ, επαρχία του Πακιστάν (100 χμ. από το Καράτσι) χτίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σαχ Τζαχάν το 1647. Κατασκευάστηκε με κόκκινα τούβλα και μπλε λουστραρισμένα πλακίδια που πιθανότατα εισήχθηκαν από άλλη πόλη του Σινδ, την Χάλα. Το τζαμί έχει συνολικά 93 τρούλους και είναι οι περισσότεροι στον κόσμο. Κατασκευάστηκε με την ακουστική του υπόψη. Έστω άτομο που μιλάει από το ένα άκρο του χώρου, τότε θα ακουστεί στην άλλη άκρη όταν η ένταση ήχου του λόγου του υπερβεί τα 100 ντεσιμπέλ. Από το 1993 περιλαμβάνεται στην ενδεικτικό κατάλογο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.[47]

Νομίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νομίσματα της αυτοκρατορίας του Σαχ Τζαχάν φτιάχνονταν από τρία μέταλλα, χρυσό (μοχούρ), ασήμι (ρουπία) και χαλκό (νταμ). Τα νομίσματα πριν τη στέψη του έφεραν το όνομα Χουρράμ.

Πλήρης τίτλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πλήρης αυτοκρατορικός τίτλος του Σαχ Τζαχάν ήταν:

Shahanshah Al-Sultan al-'Azam wal Khaqan al-Mukarram, Malik-ul-Sultanat, Ala Hazrat Abu'l-Muzaffar Shahab ud-din Muhammad Shah Jahan I, Sahib-i-Qiran-i-Sani, Padshah Ghazi Zillu'llah, Firdaus-Ashiyani, Shahanshah—E—Sultanant Ul Hindiya Wal Mughaliya

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Shujauddin, Mohammad. Shujauddin, Razia (1967) (στα αγγλικά). The Life and Times of Noor Jahan. Lahore: Caravan Book House, σελ. 121. 
  2. Necipoğlu, edited by Gülru (1994). Muqarnas : an annual on Islamic art and architecture. Leiden, Netherlands: E.J. Brill, σελ. 143. ISBN 9789004100701. 
  3. Richards, J.F. (1995). Mughal empire (Transferred to digital print. έκδοση). Cambridge, Eng.: Cambridge University Press, σελ. 127. ISBN 9780521566032. 
  4. Koch, Ebba (2006) (στα αγγλικά). The complete Taj Mahal and the riverfront gardens of Agra. Bookwise (India) Pvt. Ltd., σελ. 120. https://books.google.co.in/books?redir_esc=y&id=ithOAAAAYAAJ&dq=editions%3ALTaU7CnVnVsC&focus=searchwithinvolume&q=favoured. 
  5. Singh, edited by Pashaura. Fenech, Louis E. (2014). The Oxford handbook of Sikh studies (1st έκδοση). Oxford: Oxford University Press, σελ. 649. ISBN 9780199699308. CS1 maint: Extra text: authors list (link)
  6. «Shah Jahan». Encyclopædia Britannica. 
  7. Middleton, John (2015) (στα αγγλικά). World Monarchies and Dynasties. Routledge, σελ. 451. ISBN 9781317451587. 
  8. Gonzalez, Valerie (2016) (στα αγγλικά). Aesthetic Hybridity in Mughal Painting, 1526–1658. Routledge, σελ. 116. ISBN 9781317184874. https://books.google.co.in/books?id=LharCwAAQBAJ&pg=PA116&dq=shah+jahan+1628+1658&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwiM5JzRks_VAhUIRo8KHft4C4A4ChDoAQgkMAA#v=onepage&q=shah%20jahan%201628%201658&f=false. 
  9. Richards, J.F. (1995). Mughal empire (Transferred to digital print. έκδοση). Cambridge, Eng.: Cambridge University Press, σελ. 158. ISBN 9780521566032. 
  10. al.], [consultants: Shainool Jiwa ... [et (2011). Illustrated dictionary of the Muslim world.. Tarrytown, N.Y.: Marshall Cavendish Reference, σελ. 136. ISBN 9780761479291. 
  11. ed, McHenry, Robert, general (1992). The new encyclopaedia Britannica : in 32 vol. (15. ed., [19. print.]. έκδοση). Chicago u.a.: Encyclopaedia Britannica, σελ. 74. ISBN 9780852295533. 
  12. Mehta, Jaswant Lal (1986) (στα αγγλικά). Advanced Study in the History of Medieval India. Sterling Publishers Pvt. Ltd, σελ. 59. ISBN 9788120710153. 
  13. Findly 1993, σελ. 125
  14. Faruqui, Munis D.. Princes of the Mughal Empire, 1504–1719. Cambridge University Press, σελ. 71. ISBN 978-1-107-02217-1. 
  15. Eraly, Abraham (2000). Emperors of the Peacock Throne: The Saga of the Great Mughals. Penguin Books India, σελ. 299. ISBN 978-0-14-100143-2. https://books.google.com/books?id=04ellRQx4nMC&pg=PA379. Ανακτήθηκε στις 22 November 2014. 
  16. Jahangir (1968). Henry Beveridge, επιμ. The Tūzuk-i-Jahāngīrī: or, Memoirs of Jāhāngīr, Volumes 1–2. Munshiram Manoharlal, σελ. 48. 
  17. Qazvini, Asad Beg; Mughal-era historian
  18. Prasad, Beni (1930) [First published 1922]. History of Jahangir (Second έκδοση). Allahabad: The Indian Press, σελ. 189. 
  19. Jahangir, Tuzk-e-Jahangiri; The Emperor's memoirs
  20. Nicoll, Fergus (2009). Shah Jahan. London: Haus, σελ. 56. ISBN 978-1-906598-18-1. 
  21. Prasad, Beni (1930). History of Jahangir (Second έκδοση). Allahabad: The Indian Press, σελ. 190. «Khusrau conspired, rebelled, and lost the favour of his father ... Of all the sons of Jahangir, Khurram was marked out to be the heir-apparent and successor ... In 1608 the assignment of the sarkar of Hissar Firoz to him proclaimed to the world that he was intended for the throne.» 
  22. Eraly, Abraham (2000). Emperors of the Peacock Throne: The Saga of the Great Mughals. Penguin Books India, σελ. 300. ISBN 978-0-14-100143-2. https://books.google.com/books?id=04ellRQx4nMC&pg=PA300. 
  23. Eraly, Abraham (2000). Emperors of the Peacock Throne: The Saga of the Great Mughals. Penguin Books India, σελ. 379. ISBN 978-0-14-100143-2. https://books.google.com/books?id=04ellRQx4nMC&pg=PA379. 
  24. Kumar, Anant (January–June 2014). «Monument of Love or Symbol of Maternal Death: The Story Behind the Taj Mahal». Case Reports in Women's Health (Elsevier) 1: 4–7. doi:10.1016/j.crwh.2014.07.001. http://www.casereportswomenshealth.com/article/S2214-9112(14)00003-4/pdf. Ανακτήθηκε στις 21 December 2015. 
  25. pg. 177 Nicolls, Fergus; Shah Jahan
  26. Asad Beg Qazvani; Mughal era historian
  27. Prasad, Beni (1930). History of Jahangir (Second έκδοση). Allahabad: The Indian Press, σελ. 239. «Constant skirmishes were thinning the Rajput ranks ... [Amar Singh] offered to recognize Mughal supremacy ... Jahangir gladly and unreservedly accepted the terms.» 
  28. Holden, Edward S. (2004). Mughal Emperors of Hindustan (1398-1707). New Delhi, India: Asian Educational Service, σελ. 257. ISBN 81-206-1883-1. 
  29. Richards, John, F (2008). The Mughal Empire. Delhi: Manas Saikia for Cambridge University Press, σελ. 117. ISBN 978-81-85618-49-4. 
  30. Nicol, Fergus (2009). Shah Jahan: The Rise and Fall of the Mughal Emperor. Penguin Books India, σελ. 157. ISBN 978-0-670-08303-9. 
  31. Death of the Emperor (Jahangir) The History of India, as Told by Its Own Historians. The Muhammadan Period, Sir H. M. Elliot, London, 1867–1877, Vol 6.
  32. [1]Nur Jahan: Empress of Mughal India, by Ellison Banks Findly, Oxford University Press US, page 275–282, 284, "23 January ...".
  33. «The 5 most dominant economic empires of all time». Fortune. 2014-10-05. Ανακτήθηκε στις 2016-08-18. 
  34. Maddison, Angus (2006-01-01) (στα αγγλικά). The World Economy. Development Centre of the Organisation for Economic Co-operation and Development. ISBN 978-92-64-02261-4. https://books.google.com/books?id=3NKSC0cgNroC. 
  35. Ó Gráda, Cormac (March 2007). «Making Famine History». Journal of Economic Literature (American Economic Association) 45 (1): 5–38. «Well-known famines associated with back-to-back harvest failures include ... the Deccan famine of 1630–32». 
  36. Mahajan, Vidya Dhar (1971). Mughal Rule in India (10th έκδοση). Delhi: S. Chand, σελ. 148–149. OCLC 182638309. 
  37. Sailendra., Sen, (2013). Textbook of medieval indian history.. [Place of publication not identified]: Primus Books, σελ. 169-171. 822894456. ISBN 9380607342. https://www.worldcat.org/oclc/822894456. 
  38. Sen, Sailendra (2013). A Textbook of Medieval Indian History. Primus Books, σελ. 169–170. ISBN 978-93-80607-34-4. 
  39. Farooqi, N. R. (1989). Mughal-Ottoman relations: a study of political & diplomatic relations between Mughal India and the Ottoman Empire, 1556-1748. Idarah-i Adabiyat-i Delli. https://books.google.co.uk/books?id=uB1uAAAAMAAJ. Ανακτήθηκε στις 2015-06-14. 
  40. Frances Pritchett. «part2_14». Columbia.edu. Ανακτήθηκε στις 26 September 2012. 
  41. Duiker, William J.. Spielvogel, Jackson J. (2006). World History: From 1500, σελ. 431, 475. ISBN 978-0-495-05054-4. https://books.google.com/?id=ZWTBUX10gaQC&pg=PA431. Ανακτήθηκε στις 26 September 2012. 
  42. Richards, John F. (1995). The Mughal Empire. Cambridge University Press, σελ. 121. ISBN 0-521-56603-7. 
  43. Richards, John F. (1995). The Mughal Empire. Cambridge University Press, σελ. 122. ISBN 0-521-56603-7. 
  44. «Shahzadi Jahanara Begum Sahib--Facets of Her Life». Madhu ki Diary. 27 April 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 August 2016. Ανακτήθηκε στις 10 August 2016. 
  45. Zamani, Mariam Uz (1 February 2015). «Discovery Mughal, Rajput & Mauryan History». Mariam Uz Zamani. Ανακτήθηκε στις 10 August 2016. 
  46. Catherine B. Asher, Architecture of Mughal India, Part 1, Volume 4, (Cambridge University Press, 1992), 169.
  47. Shah Jahan Mosque UNESCO World Heritage Centre Retrieved 10 February 2011

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Koch, Ebba (Aug 2006). The Complete Taj Mahal: And the Riverfront Gardens of Agra (First έκδοση). Thames & Hudson Ltd, σελ. 288 pages. ISBN 0-500-34209-1. 
  • Begley, W, The Symbolic Role of Calligraphy on Three Imperial Mosques of Shah Jahan, Kaladarsana, 1978, pp. 7 – 18
  • Banks Findly, Ellison (1993). Nur Jahan: Empress of Mughal India. Oxford, UK: Oxford University Press. 
Σα Τζαχάν
Δυναστεία Τιμουρίδων
Γεννήθηκε: 5 Ιανουαρίου 1592 Πέθανε: 22 Ιανουαρίου 1666
Βασιλικοί τίτλοι
Διάδοχος του
Τζαχανγκίρ
Αυτοκράτορας των Μουγκιάλ
1627-1658
Διαδοχή από
Αοραντζέμπ