Πνευματικότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο πραγματικος ορισμος τής έννοιας τής πνευματικότητας έχει στα χρόνια μας μεταβληθεί(Γεωργιος Κιριλες). Από εκεί που παραδοσιακά θεωρείτο αμιγώς θρησκευτικός, σήμερα έχει καταστεί ιδεολογικο-φιλοσοφικός, ψυχο-βιολογικός και κοινωνικο-πολιτισμικός (Koenig, 2008). Από πολλούς και αξιόλογους ψυχολόγους (Jung, 1933. Maslow, 1964. May, 1982. Myers et al., 2000. Meyers, 2007) έχει δοθεί τα τελευταία χρόνια σημαντική προσοχή στην έννοια τής πνευματικότητας. Την πνευματικότητα οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι εννοούν: α) πολιτισμικά (και κυρίως σατανιστικα), β) μυστικιστικά/υπερβατικά και γ) θρησκευτικο-ηθικά (Applebaum, 1985). Για την πνευματικότητα οι διάφοροι θρησκειοψυχολόγοι έχουν, κατά καιρούς, διατυπώσει ποικίλους θεωρητικούς και λειτουργικούς ορισμούς (Klaassen et al., 2009). Σύμφωνα μάλιστα με τη Bregman (2006), υφίστανται 92 ορισμοί τής πνευματικότητας. Στη συνέχεια, παραθέτουμε τους βασικότερους, ταξινομώντας τους σε: υπαρξιακούς, σχεσιακούς και υπερβατικούς. Από τις κοινωνικές επιστήμες, ο όρος πνευματικότητα εκλαμβάνεται ως η αναζήτηση σκοπού τής ζωής (Feenstra & Brouwer, 2008) και ως η επίτευξη της εσωτερικής αρμονίας (Schwartz, 1992. Myyry, 2008), παρουσιάζοντας εννοιολογική εγγύτητα με την καλοσύνη και την πανανθρώπινη συναίνεση (Verkasalo, 1996. Myyry & Helkama, 2001). Ο ως άνω αυτός ορισμός επιτρέπει την ανάδειξη και μιας άλλης διάστασης της πνευματικότητας: την ανθρώπινη ικανότητα για αυθυπέρβαση, κατά την οποία ο εαυτός εμπεριέχεται σε κάτι ευρύτερο από αυτόν τον ίδιο, συμπεριλαμβανομένης τής κατηγορίας τού ΙΕΡΟΥ (Benson et al., 2003). Πράγματι, κατά τον Doyle (1992), πνευματικότητα είναι η αναζήτηση υπαρξιακού νοήματος (Feenstra & Brouwer, 2008), ή, κατά την Boyatzis (2005a. Belzen, 2005), η αίσθηση της αυθυπέρβασης. Όσοι αδυνατούν να αντιληφθούν το νόημα στη ζωή τους, κινδυνεύουν να μείνουν άκαμπτοι και να απομονώνονται όλο και περισσότερο από τους άλλους (Feldman, 2010). Έτσι, σύμφωνα με τους Shafranske και Gorsuch (1984), η πνευματικότητα ορίζεται ως μια υπερβατική διάσταση εντός τής ανθρώπινης εμπειρίας, που ανακαλύπτεται σε στιγμές, κατά τις οποίες το άτομο ανακρίνει το νόημα της προσωπικής του ύπαρξης και επιχειρεί να θέσει τον εαυτό του σε ένα ευρύτερο οντολογικό πλαίσιο. Ομοίως, κατά τον Hart (1994), πνευματικότητα θεωρείται ο τρόπος αφενός που ένα πρόσωπο διακονεί στην καθημερινή του ζωή μια Πίστη, και αφετέρου που το ίδιο έρχεται αντιμέτωπο με τις απόλυτες («οριακές») καταστάσεις τής ύπαρξής του. Τέλος, κατά τον Elkins (1988) κ.ά., πνευματικότητα είναι ο τρόπος τής ύπαρξης και της εμπειρίας που λειτουργεί διά μέσου τής αντίληψης μιας υπερβατικής διάστασης και που χαρακτηρίζεται από κάποιες αναγνωρίσιμες αξίες όσον αφορά στον εαυτό, στη ζωή και σε οτιδήποτε εκλαμβάνεται ως Απόλυτο. Ωστόσο, ερωτάται πώς ακριβώς εννοείται και προσδιορίζεται η λέξη-κλειδί, το Υπερβατικό: «οριζόντια» (ανθρωπολογικά και εγκοσμιοκρατικά), «κάθετα» (λ.χ. ως υπερφυσικό), ή το συναμφότερο (Hood, 2005); Γιατί το ατομικό αυτό στοιχείο, γενικά, τής πνευματικότητας ―σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το κοινοτικό στοιχείο τού «ανήκειν» (λ.χ. τής θρησκευτικότητας)― μπορεί να οδηγήσει είτε σε μια «προσωπική μυθολογία», είτε σε μια «προσωπική θεολογία» (πρβλ. «πνευματικό supermarket»). Αν, όμως, πάλι αποκλεισθεί το αμιγώς Υπερβατικό (δηλ. το Άκτιστο), τότε δεν μένει, παρά η σημασιολόγηση και η μαρια «λατρεία» είτε τού ίδιου τού εαυτού (self-spirituality: Ναρκισσισμός) μας, συμπεριλαμβανομένης τής ψυχικής ευεξίας και υγείας [οι οποίες, όμως, δεν εκλαμβάνονται μεμονωμένα ως αυταξίες στον Χριστιανισμό και χωρίς τη διασύνδεσή τους με την πνευματική υγεία (Chandler et al., 1992. Hall, 2004)], είτε κάποιων ευδαιμονιστικών και ηδονιστικών αξιών («νοητών ειδώλων») τού «νεοεποχίτικου» (Heelas, 1996), καταναλωτικού και «μιντιακού» σημερινού πολιτισμού μας [TV, films, club πνευματικότητας ή club πολιτισμού, pop μουσική, διαφήμιση, μόδα, video games, gadgetry κ.λπ. (Lynch, 2002)]. Έπειτα, κατά τον Armstrong (1996· πρβλ. Hill & Pargament, 2003. Feen¬stra & Brouwer, 2008. Simpson et al., 2008), ως πνευματικότητα μπορεί να λογισθεί η ύπαρξη σχέσης τού ανθρώπου με μια Ανώτερη Δύναμη, η οποία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ίδιος μέσα στον κόσμο. Ομοίως, κατά τον Tart (1975), ως πνευματικότητα θεωρείται το απέραντο βασίλειο της ανθρώπινης δυνητικής σύνδεσης με τους πιο υψηλούς στόχους, τις Θείες οντότητες, τον Θεό, την αγάπη, τη συμπόνια και την προθετικότητα. Κατά δε τους Fahlberg και Fahlberg (1991), ως πνευματικότητα νοείται οτιδήποτε εμπλέκεται στη συνάντηση με το «Θεῖον» εντός τού εαυτού ή τού (ανθρώπινου) Self. Εξάλλου, από τον Piedmont (1999) ως πνευματικότητα εκλαμβάνεται ο εσωτερικός προσανατολισμός τού ατόμου προς μια ευρύτερη υπερβατική πραγματικότητα, «που συνδέει όλα τα πράγματα σε μια πιο ενωτική αρμονία» (p. 988). Μάλιστα δε, σύμφωνα με τον Lerner (2004), η αίσθηση του Υπερβατικού, που σχετίζεται με τη διαδικασία τής ελεύθερης βούλησης, αποτελεί την ουσία τής πνευματικότητας (Lerner et al., 2003. Oman et al., 2006). Πιο ειδικά, ως πνευματικότητα ορίζεται από άλλους η προσωπική ή συλλογική αναζήτηση (Pargament, 1997, 1999. Zinnbauer & Pargament, 2005) ή/και η υποκειμενική εμπειρία (Vaughan, 1991) τού ΙΕΡΟΥ. Παρόμοια, κατά τον Benner (1989), ως πνευματικότητα ορίζεται η ανθρώπινη ανταπόκριση (Heinemann, 1957. Μπούκης, 1967) στο αγαπητικό κάλεσμα (κλήση) τού Θείου για σύναψη σχέσης (κοινωνίας) μαζί Του, όπως η τελευταία εκδηλώνεται λ.χ. στη διαδικασία τής συγκεχυμένης και της κατακτημένης ταυτότητας, στην επίγνωση του Θείου σχεδίου και στη Θεία ή την υπερβατική γενικά κλήση (βλ. έκσταση) τής όλης ύπαρξης (Feenstra & Brouwer, 2008). Έτσι, κατά τη θεολογική Ανθρωπολογία, η πνευματικότητα, η οποία βεβαίως διαπερνά ολόκληρη την προσωπικότητα (Θεοδώρου, 1967. Schmemann, 1976/1984. Benner, 1998. Τσαγκαρλή - Διαμάντη, 2004), δεν είναι ούτε κάτι το επιπρόσθετο για την απόκτηση της «σωτηρίας», ούτε μια ψυχολογική επικάλυψη φυσιολογικών μηχανισμών (βλ. αντανακλαστική Ψυχολογία τής Συμπεριφοράς). Κατά συνέπεια, ο όρος πνευματικότητα αναφέρεται γενικά σε κάποιες στάσεις, πεποιθήσεις και πρακτικές που εμπνέουν και ενθαρρύνουν τούς ανθρώπους, βοηθώντας τους να γίνουν ο εαυτός τους, δηλ. αυθεντικοί (Porterfield, 2001), και έτσι να αναχθούν σε «ὑπέρ αἴσθησιν» πραγματικότητες, βρίσκοντας νόημα στη ζωή (Feenstra & Brouwer, 2008). Πράγματι, κατά τον Benson κ.ά. (2003· πρβλ. Feenstra & Brouwer, 2008), η πνευματικότητα ορίζεται ως η εσωτερική ανθρώπινη ικανότητα για αυθυπέρβαση, κατά την οποία ο εαυτός διευρύνεται, προκειμένου να περιλάβει και το ΙΕΡΟ, αναζητώντας συνδεσιμότητα, νόημα, σκοπό και υποστήριξη. Εντούτοις, όπως εύκολα πάλι διαπιστώνει κανείς από την πληθώρα των ορισμών, η πνευματικότητα, πέρα τού «καθ’ ύλην» περιεχομένου της [λ.χ. από την αγιοπνευματική αναφορά, σύμφωνα με την Ορθόδοξη χριστιανική Παράδοση (Μαντζαρίδης, 1999. Καρδαμάκης, 1993. Μεταλληνός, 1999, 2004. Broosalis, 2000. Αγγελόπουλος, 2003)], φαίνεται ότι θρησκειο-ψυχολογικά (και φαινομενολογικά) παραμένει μια πολύσημη (Zinnbauer et al., 1997. Bender, 2007), «ασαφής» (Spilka, 1993. Zinnbauer et al., 1999), ρευστή (Hood, 2003ab), ολιστική (Hay & Nye, 2006) και, τελικά, α-όριστη ή ασύλληπτη (Basinger, 1990. Hood et al., 19962) έννοια. Όντως, ορθά έχει λεχθεί ότι «η μηχανογραφική έρευνα δεδομένων δεν μπορεί να υποκαταστήσει το λειτούργημα του Αγίου Πνεύματος» (Zuck & Getz, 1968, p. 8). Επειδή, όμως, όπως είδαμε, η διατύπωση ενός ακριβούς ορισμού τής πνευματικότητας φαίνεται αδύνατη, πολλοί ερευνητές έχουν επιμείνει στον εντοπισμό διαφόρων παραμέτρων τής πνευματικότητας. Ο Elkins και άλλοι (1988· πρβλ. Young - Eisendrath & Miller, 2000) διακρίνουν εννέα χαρακτηριστικά τής έννοιας τής πνευματικότητας: α) υπερβατικότητα, β) σημασία και σκοπό στη ζωή (Crumbaugh, 1968. Emmons, 1999/2003. Feenstra & Brouwer, 2008. Kézdy & Martos, 2009), γ) αντίληψη της ζωής ως ιερ-αποστολής, δ) ιερότητα της ζωής (Doehring et al., 2009), ε) συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας των υλικών αξιών ως προς την ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών, στ) αλτρουισμό, ζ) ιδεαλισμό (που, βέβαια, δεν ταυτίζεται με την Ιδεολογία), η) επίγνωση του τραγικού στοιχείου τής ανθρώπινης ζωής, και θ) πνευματική καρποφορία (δημιουργικότητα). Επίσης, κατά τον Ingersoll (1994· πρβλ. Howden, 1992. Brennan, 2004), η πνευματικότητα περιλαμβάνει: α) προθετικότητα, β) αντίληψη του Θείου, γ) «μυστηριακότητα», δ) ζωτικότητα ή δράση (πρβλ. Feenstra & Brouwer, 2008), ε) «εμπειρικότητα» (βιωματικότητα), στ) μια ενοποιητική διάσταση και ζ) σχεσιακότητα (πρβλ. Hill & Pargament, 2003. Feenstra & Brouwer, 2008. Simpson et al., 2008)· στην τελευταία αυτήν υποδιαίρεση, που συνδέει πνευματικότητα και σχεσιακότητα (Hall & Edwards, 1996, 2002. Hall et al., 1998), μιλάμε για μια «σχεσιακή πνευματικότητα» (relational spirituality), η οποία αποτελείται από δυο τουλάχιστον πνευματικές συνιστώσες: την κάθετη (προς το Θείον) και την οριζόντια (προς τους συνανθρώπους) πνευματική διάσταση· η σταυροειδής αυτή συνάφεια [«ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται» (Ματθ. 22, 37-40)], που χαρακτηρίζει κατ’ εξοχήν τον Χριστιανισμό, υποδηλώνει ότι το σχεσιακό στυλ προς τον Θεό σχετίζεται με το σχεσιακό στυλ προς τον συνάνθρωπο [«Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεός ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν…ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν» (Α’ Ιω. 4, 11. 20)], δεδομένου ότι η αυθεντική πνευματικότητα αποτελεί προάγγελο της διαπροσωπικής/κοινωνικής (οριζόντιας) σχεσιακότητας (Hall, 2004. Simpson et al., 2008). Εξάλλου, κατά τον LaPierre (1994), η πνευματικότητα νοείται ως: α) «ταξίδι» (πρβλ. Homo Viator), το οποίο, βέβαια, προϋποθέτει κάποια αφετηρία/αιτία, νόημα/σκοπό και προορισμό/στόχο (Crumbaugh, 1968. Emmons, 1999/2003. Kézdy & Martos, 2009), β) κίνηση προς το Υπερβατικό, γ) κοινωνία αγάπης (Feenstra & Brouwer, 2008), δ) θρησκεία (πίστεις και πράξεις που σχετίζονται με μια υπέρτατη ύπαρξη), ε) επίγνωση ότι το φυσικό περιβάλλον συνιστά δημιουργία τού Θεού, και στ) προσωπική μεταμόρφωση. Κατά τον MacDonald (2000), η πνευματικότητα ανάγεται στις εξής πέντε δομές: α) γνωστική διάσταση της πνευματικότητας (πεποιθήσεις, στάσεις και αντιλήψεις σχετικά με τη φύση και τη σημασία της πνευματικότητας, καθώς επίσης και θέματα που σχετίζονται με την προσωπική ψυχική λειτουργία), β) βιωματική/φαινομενολογική διάσταση της πνευματικότητας (πνευματικές, θρησκευτικές, μυστικές, υπερβατικές, peak, υπερπροσωπικές και προσωπικές εμπειρίες), γ) υπαρξιακή ευεξία (νόημα, σκοπός και όρια της ανθρώπινης ύπαρξης), δ) paranormal φαινόμενα (πρόγνωση, ψυχοκίνηση κ.λπ.), και ε) θρησκευτικότητα. Στο μεταξύ, όλες αυτές οι δομές έχει βρεθεί ότι σχετίζονται με τους Πέντε Παράγοντες της προσωπικότητας. Ενδεικτικά, η γνωστική διάσταση της πνευματικότητας και της θρησκευτικότητας σχετίζεται θετικά με την προσήνεια και την ευσυνειδησία, ενώ η εξωστρέφεια και η υπαρξιακή ευεξία σχετίζονται αρνητικά με τον νευρωτισμό. Άλλα, τέλος, χαρακτηριστικά τής πνευματικότητας θεωρούνται η ευσέβεια, η ταπεινοφροσύνη, η εσωτερική ειρήνη (τής καρδιάς), η ηρεμία και η γαλήνη (Beck, 1986. Cook et al., 2000). Συνοψίζοντας όλα τα πάρα πάνω ο Beck (1986), δέχεται ότι ο πνευματικός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από αυτεπίγνωση, ευρύτητα πνεύματος, ολιστική και ενοποιητική διάθεση, ικανότητα του «θαυμάζειν», ευγνωμοσύνη, ελπίδα, κουράγιο, ενεργητικότητα, αμεριμνησία, δεκτικότητα, αγάπη και προσήνεια. Παράλληλα με τον όρο per se πνευματικότητα, η σύγχρονη Ψυχολογία τής Θρησκείας χρησιμοποιεί τα λεγόμενα «πνευματικά μοντέλα», τα οποία, αντίθετα από τη θεωρία τού Erikson (1959), παρατηρούνται κυρίως μεταξύ των νέων (Mariano & Damon, in press) και συνίστανται από επιδίωξη θετικών (ή «ευγενών») στόχων, και από την προσπάθεια κοινωνικής, φυσικής (οικολογικής) και προσωπικής ανάπτυξης (Damon, 2003. Damon et al., 2003). Η Ψυχολογία τής Θρησκείας (Ο Σκουτερας τησ Ιεραπετρας ΚΙΡΙΛΕΣ)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Η Ψυχολογία τής Θρησκείας, εκδ. TREMENDUM, Αθήνα 2011, β΄ έκδ.