Γκιούλα Αντράσυ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Κόμης Ιούλιος Αντράσυ

Ο Γκιούλα Αντράσυ, ή Ιούλιος Αντράσυ, ή και Γκιούλα Όντρασυ (Andrássy Gyula, 8 Μαρτίου 1823 - 18 Φεβρουαρίου 1890) ήταν Ούγγρος πολιτικός, που διετέλεσε πρωθυπουργός της Ουγγαρίας (1867-1871) και υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας (1867-1879). Το πλήρες όνομά του ήταν Γκιούλα Κόμης του Αντράσυ Τσικτσεντκιράλυ και Κράτσναχορκα (Gyula Graf Andrássy von Csíkszentkirály und Krasznahorka). γνωστότερος ως "Κόμης Ιούλιος Αντράσυ"

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιος, δευτερότοκος, του Κόμη Καρόλου Αντράσυ, γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου του 1823 στο Ζεμλίνο στην Ουγγαρία. Μετά την αποπεράτωση των πανεπιστημιακών σπουδών του, από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τα κοινά και αναδείχθηκε στην πολιτική ως μέλος του ουγγρικού μεταρρυθμιστικού κόμματος του Λάιος Κόσουτ. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1847 εκπροσωπώντας την Σέιμα Πρεσβούργου. Κατά τη επανάσταση που σημειώθηκε το 1848 κατά της Αυστρίας ήταν διοικητής τάγματος της ουγγρικής εφεδρείας. Με τη συνθηκολόγηση που ακολούθησε διέφυγε στο εξωτερικό (Παρίσι) όταν και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο όπου και εκτελέστηκε εικονικά με απαγχονισμό ενός ομοιώματός του. Το 1857 μετά από αμνηστία που του δόθηκε από τον Αυτοκράτορα επέστρεψε στην πατρίδα του. Ακολούθως υπήρξε βασικός υποστηρικτής του Φέρεντς Ντέακ στις διαπραγματεύσεις του λεγόμενου "συμβιβασμού" στη δημιουργία του διττού Βασιλείου το 1867. Στις 17 Φεβρουαρίου του 1867 διορίστηκε πρωθυπουργός και υπουργός Άμυνας της Ουγγαρίας όπου και συνέβαλε στη σύσταση της Δυαδικής μοναρχίας του Αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ Α΄ κατόπιν της παραχώρησης συντάγματος.

Στη διορατικότητα αυτού οφείλεται η ουδετερότητα της Αυστροουγγαρίας σε πολλά ευρωπαϊκά ζητήματα της εποχής του. Τον Οκτώβριο του 1864 συνόδευσε τον Αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ στη Παγκόσμια Έκθεση των Παρισίων και το 1869 τον συνόδευσε στην Αίγυπτο στα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ. Όταν ο Φραγκίσκος Ιωσήφ εγκατέλειψε την ιδέα του ρεβανσισμού με την Πρωσία, μετά την παραίτηση του κόμη Μπέιστ, στις 14 Νοεμβρίου του 1871 διόρισε υπουργό των εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας και υπουργό της Βασιλικής Αυλής τον Αντράσυ. Από τη θέση αυτή που διατήρησε μέχρι τις 8 Οκτωβρίου του 1879 η διεθνής θέση της Αυστροουγγαρίας ενισχύθηκε ιδιαίτερα ως μία των Μεγάλων Δυνάμεων. Υπήρξε ιδιαίτερα ενάντιος των Σλάβων θεωρώντας τους επικίνδυνους για την χώρα του και υπήρξε πολέμιος του Καρόλου Ζήκμουντ φον Χόενβαρτ που ενίσχυε τα βοημικά εδάφη με συνέπεια να στραφεί περισσότερο προς την Γερμανική Αυτοκρατορία. Εξ αρχής είχε αντιταχθεί στη κατάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπήρξε φίλος του Γερμανού καγκελάριου Βίσμαρκ και αποδέχθηκε το σχέδιο της λεγόμενης συμμαχίας των τριών Αυτοκρατόρων που απέβλεπε σε μιά στενότερη σύνδεση Θερμανιάς Ρωσίας και Αυστροουγγαρίας.

Από της αρχής του Γαλλοπρωσικού πολέμου η Αυστροουγγαρία παρέμεινε ουδέτερη. Τον Σεπτέμβριο του 1872 παρευρέθη μαζί με τον Βίσμαρκ και τον Γκορτσακώφ στο Βερολίνο στη συνάντηση των τριών Αυτοκρατόρων. Το 1874 συνόδευσε τον Αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ στην Αγία Πετρούπολη και το επόμενο έτος στη Βενετία στη συνάντηση που είχε ο Αυτοκράτορας με τον Βίκτωρα Εμμανουήλ.

Στο Συνέδριο του Βερολίνου που παρέστη, έχοντας προηγουμένως μυστικές διαβουλεύσεις με τον πρωθυπουργό της Αγγλίας Μπέντζαμιν Ντισραέλι τελικά συγκατατέθηκε στη κατοχή της Βοσνίας Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία προ του κινδύνου εξάπλωσης του πανσλαβισμού εκ μέρους της Ρωσίας και στη βαλκανική κρίση που είχε ξεσπάσει από το 1875, παρότι η απόφαση αυτή είχε προκαλλέσει δυσμενείς αντιδράσεις συνέπεια των οποίων ήταν τελικά να παραιτηθεί. Μία ημέρα όμως πριν στις 7 Οκτωβρίου του 1879 υπέγραψε την "μοιραία" Γερμανο-Αυστριακή συμμαχία που αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της αυστροουγγρικής εξωτερικής πολιτικής μέχρι και το 1918 με τις συνέπειες του Α' Π.Π.. Από της παραίτησής του συνέχισε να μετέχει ως μέλος της Βουλής στο δημόσιο βίο μέχρι τον θάνατό του.

Ο Κόμης Ιούλιος Αντράσυ είχε νυμφευθεί την μαρκησία Κατίνκα Κεντέφυ στο Παρίσι το 1856 με την οποία απέκτησε τρία παιδιά τον Τιβανταρ, την Ιλόνα και τον Γκιούλα τον νεότερο, όπου και οι δύο του γιοι αναδείχθηκαν στην πολιτική. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών της Ουγγαρίας και είχε τιμηθεί ιππότης του Τάγματος της Υπεραγίας Θεοτόκου και με τον μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Αγίου Στεφάνου της Ουγγαρίας. Ο Ιούλιος Αντράσυ πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1890 στο Βόλοσκο της Ιστρίας, (Αυστροουγγαρίας). Η Ουγγρική Βουλή ανήγειρε προς τιμή του με δημόσια δαπάνη μεγαλοπρεπή ανδριάντα. Το όνομά του "τιμής ένεκεν" φέρουν σήμερα μεγάλη λεωφόρος στη Βουδαπέστη καθώς και διάφορα σχολεία.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.47ος, σελ.56.
  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.Ε΄, σελ.2.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τομ.7ος, σελ.406.