Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ἀνεξάρτητη καί Αὐτοκέφαλη Εκκλησία και Πατριαρχείο.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη διάδοση του Χριστιανισμού μέχρι τον 3ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καταβολές διάδοσης του Χριστιανιασμού στην περιοχή που συνιστά την πνευματική δικαιοδοσία της Ορθόδοξης Ρουμανικής Εκκλησίας, εντοπίζονται στους Αποστολκούς κιόλας χρόνους. Οι Ωριγένης, Ευσέβιος Καισαρείας,Ευχέριος Λυώνος, Βασίλειος Σελευκείας και Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, αλλά και ο μοναχός Επιφάνειος της Μονής Καλλιστράτων στην Κωνσταντινούπολη και ο Νικήτας Δαβίδ Παφλαγών, συνδέουν τον Απόστολο Ανδρέα με το κήρυγμα του χριστιανισμού στην περιοχή της Μικράς Σκυθίας (σημερινή Δοβρουτσά). Ενισχυτική όλων αυτών των μαρτυριών έρχεται η λαϊκή ρουμανική παράδοση μλεσα από τα τραγούδια και τα κάλαντα τα σχετικά με το βίοκαι τη δράση του Απόστολου Ανδρέα. Επίσης και εξωχριστιανικές πηγές επιβεβαιώνουν τη διάδοση του Χριστιανισμού, όπως ο Πλίνιος ο νεώτερος,διοικητής της Βιθυνίας. Τέλος δεν απουσιάζχουν και οι αρχαιολογικές μαρτυρίες: παλαιοχριστιανικά αντικείμενα που βρέθηκαν στην Τρανσυλβανία και στη Δοβρουτσά[1]. Από τον 3ο αιώνα υπάρχει στην περιοχή οργανωμένη Εκκλησία και στην πόλη Τόμη (σημερινή Κωνστάντζα) ήταν έδρα Επισκόπων και Αρχιεπισκόπων[2].

Οι παράγοντες που καθόρισαν τη διάδοση του Χριστιανισμού στην περιοχή ήταν α) η παρουσία ισχυρών ελληνικών αποικιών από τους Μακεδονικούς χρόνους. Οι ελληνικές και ελληνίζουσες περιοχές εκχριστιανίσθηκαν αρχικά και μετά οι ιθαγενείς. β)Η ενσωμάτωση της επαρχίας Δακίας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία[3].

Από τον 4ο αιώνα μέχρι τη σύσταση της Μητροπόλεως Ουγγροβλαχίας (14ος αιώνας)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί του αυτοκράτορα Ζήνωνα (5ος αι.), οι Ρουμανικές Εκκλησίες υπάγονται στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της πόλεως Τόμεως. Τη διοίκηση ασκούν οι Χωρεπίσκοποι λόγω των συχνών επιδρομών στην περιοχή. Στα μέσα του 6ου αιώνα και μέχρι τα τέλη του ίδιου αιώνα, λαμβάνει χώρα μια προσωρινή μεταβολή με την ίδρυση της Πρώτης Ιουστινιανής στο Ταυρήσιο, η οποία θα περιλαμβάνει τις δύο Δακίες, την Άνω Μοισία, τη Δραδανία, την Παννονία, την Πρεβελιτάνη[4]. Η Τόμη θα καταστραφεί στα 602-603 μ.Χ. από τους Άβαρους. Τη διαδέχθηκε η Αρχιεπισκοπή Βιτζίνας, η οποία θα έχει υπό την δικαιοδοσία της μέχρι τον 14ο αιώνα τις περιοχές Τρανσυλβανίας, νότιας Μολδαβίας και Ουγγροβλαχίας. Αρχές του 11ου αιώνα η Αρχιεπισκοπή Αχρίδος έχει υπό τη δικαιοδοσία της τις παρίστριες Επισκοπές Σιλιστρίας και Βιθυνίου, ενώ με την ίδρυση της Αρχιεπισκοπής Τυρνόβου (1235) περίήλθαν στα όριά της παραδουνάβιες πόλεις με επισκόπους χειροτονημένους από τον Αρχιεπίσκοπο Τυρνόβου. Η Μητρόπολη Ουγγροβλαχίας ιδρύθηκε το 1359 με πατριαρχική και συνοδική πράξη υπογεγραμμένη από τον Πατριάρχη Κάλλιστο Α΄,μετά από επίμονες αιτήσεις του Βλάχου ηγεμόνα Αλεξάνδρου Βεσσαράβα. Με την ίδρυσή της ενισχύθηκε η ενότητα του ρουμανικού έθνους, ανακόπηκε η Ρωμαιοκαθολική προπαγάνδα και εδρεώθηκε η βυζαντινή παρουσία στην περιοχή. Το 1370 ιδρύεται δεύτερη Μητρόπολη Ογγροβλαχίας και υπάρχει έως το 1376,οπότε οι Ούγγροι κατέλαβαν το Σεβηρίνο. Στο β' μισό του 14ου αιώνα, Ρουμάνοι ηγεμόνες ενισχύουν τους Ρωμαιοκαθολικούς (π.χ.ο Latcu Voda),ενώ ο Πέτρος Μουσάτ ζητά να αναγνωρίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Μητροπολίτη Μολδαβίας πρόσωπο δικής του επιλογής, τον Ιωσήφ, αλλά ο Πατριάρχης Αντώνιος Δ΄ δεν τον αναγνωρίζει και ιδρύει Μητρόπολη Μολδαβίας στην οποία τοποθετεί τον Ιερεμία το 1392. Τελικά θα προβεί σε αφορισμό του Ρουμάνου ηγεμόνα, των επισκόπων της επιλογής του και της χώρας του. Ακολούθησαν διαδοχικές αποστολές αντιπροσωπειών εκατέροθεν με σκοπό την άρση του αναθέματος και την λύση της κρίσης. Η ανώμαλη κατάσταση θα παραμείνει μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα (περίπου 1401),οπότε ήρθη το ανάθεμα και αναγνωρίστηκε ο Ιωσήφ Μητροπόλίτης Μολδαβίας.

Τέλη 3ου αρχές 4ου αιώνα και επί Διοκλητιανού έχουμε αναφορές για τους μητροπολίτες Ευαγγελικό και Εφραίμ -ο δεύτερος μαρτύρησε στο διωγμό του Διοκλητιανού-αρχές 4ου αιώνα μαρτυρείται ως υπογράψας τις απόφάσεις της Α' Οικουμενικής(325 μ.Χ.) ο Γοτθίας Θεόφιλος, ο Βρετάνιος ο οποίος αντιμετώπισε τον αρειανό Βάλεντα,ο Γερόντιος ή Τερέντιος που συμμετείχε στη Β' Οικουμενική σύνοδο, ο Θεότιμος ή Τιμόθεος που συμμετείχε στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο (431 μ.Χ),ο Αλέξανδρος που συμμετέχει στην Δ' Οικουμενική (451 μ.Χ.) Εκπρόσωποι της χριστιανικής γραμματείας της περίοδου είναι οι Ιωάννης Κασσιανός ή Ρωμαίος (360-435), άγιος Διονύσιος ο Βραχύς (470-545) και Ιωάννης Μαξέντιος[5].

Από τον 15ο αιώνα μέχρι τη δημιουργία ανεξάρτητου Ρουμανικού κράτους (1862)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο β'μισό του 15ου αιώνα η Εκκλησία διέρχεται κρίση (διοικητική και πνευματική: εντός των κόλπων της Μητροπόλεως Μλδαβίας αναπτύχθηκε ισχυρή ανθενωτική προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο μερίδα η οποία χειροτόνησε δικό της Μητροπολίτη στα 1449 με 1454), που αντιμετωπίστηκε από τον Νήφωνα Β' που σύστησε νέες επισκοπές ενώ συγκρούσθηκε και με τον ηγεμόνα Ράντο τον Μέγα επειδή απέτρεψε το γάμο της αδελφής του με έναν ήδη παντρεμενο ηγεμόνα. Την ίδια περίοδο αρχίζουν να πολλαπλασίάζονται οι σχέσεις των Ρουμανικών χωρών με το Άγιον Όρος: αθρόα είσοδος Αγιορειτών μοναχών στη Ρουμανία και δωρεές Ρουμάνων ηγεμόνων στις Αγιορείτικες Μονές. Η Μητρόπολη Μολδαβίας με έδρα τη Σουτσεάβα στη Βουκοβίνα,από το 1565 μεταφέρθηκε στο Ιάσιο. Από τα 1715 αρχίζει η περίοδος των Φαναριωτών. Την περίοδο αυτή η Ρουμανική Εκκλησία βρίσκεταισε εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού οι Μητροπολίτες Ουγγροβλαχίας εκλέγονταν μεν στην Ρουμανία αλλά εγκρίνονταν από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η εξάρτηση αυτή ενίσχυε την εκεί Εκκλησία από τις ξένες προπαγάνδες. Την περίοδο από τον 16ο αιώνα και με αποκορύφωμα τον 18ο αιώνα, εμφανίζεται στη Ρουμανία ο θεσμός των Αφιερωμένων Μοναστηριών, όταν οι ιδρυτές των μονών διέθεταν τις τακτικές χρηματικές εισφορές για την υποστήριξη θεσμών εκτός συνόρων των δύο Ηγεμονιών.Καθώς όμως πέρασαν οι μονές στην επιρροή Ελλήνων ηγουμένων αυτά τα εισοδήματα διατίθεντο κατά βούληση και κυρίως στο εξωτερικό. Η στενή συνεργασία των βογιάρων με τον ανώτερο κλήρο φέρνει τις δύο αυτές κοινωνικές δυνάμεις αντιμέτωπες με τις αγροτικές μάζες.[6]

Από τη δημιουργία ανεξάρτητου Ρουμανικού κράτους μέχρι τη δημιουργία Πατριαρχείου (1925)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εκλεγμένος από τις εθνοσυνελεύσεις της Βλαχίας και της Μολδαβίας κοινός Ηγεμόνας Αλέξανδρος Κούζας προέβη σε κρατικοποίηση της μοναστηριακής περιουσιας της χώρας, ενώ αποζημίωσε τα απαλλοτριωθέντα κτήματα και δάση που είχαν δωρηθεί σε μονές του Αγιού Όρους,τη Μονή Σινά και τα Πατριαρχεία με το ποσό των 82.000.000 γροσίων που στη συνέχεια ανέβηκε στα 150.000.000 γρόσια. Τελικά τα ελληνικά ιδρύματα δεν αποζημιώθηκαν παρά τις διακαστικές διεκδικήσεις. Ο Μητροπολίτης Μολδαβίας και όσοι κληρικοί διαμρτυρήθηκαν τους επιβλήθηκε περιορισμός. Η επιδείνωση των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο κλιμάκωσε τα μέτρα που έλαβε ο Κουζάς και αφάιρεσε τη διέθυνση των ιερατικών σχολών από την αρμοδιότητα της Ρουμανικής Εκκλησίας,έκλεισε τα τυπογραφεία της, απαγόρευσε τη χρήση τηςελληνικής γλώσσας στους ρουμανικούς ναούς (εκτός των Ελληνικών κοινότήτων),έπαυσε τους έλληνες ηγουμένους από τις μονές και δήμευσε τις περιουσίες τους.Κατάργησε τα εκκλησιαστικά δικαστήρια, εισήγαγε το θεσμό του πολιτικού γάμου και υπήγαγε το διαζύγιο στα πολιτικά δικαστήρια. Στα 1864 ψηφίζεται από την Εθνοσυνέλευση Οργανικό διάταγμα για τη λειτουργία μιας κεντρικής ανώτατης αρχής της Συνόδου: βασικά χαρακτηριστικά της νέας διοίκησης της Ρουμανικής Εκκλησίας ήταν η διοικητική ανεξαρτησία της από κάθε ξένη αρχή,η διοίκησή της από μια Γενική Σύνοδο απαρτιζόμενη από κληρικούς (Μητροπολίτες), και λαϊκούς (καθηγητές εκκλησιαστικών σεμιναρίων και κοσμήτορες Θεολογικών Σχολών Ιασίου και Βουκουρεστίου), αλλά και ο υπουργός των Εκκλησιαστικών με συμβουλευτική ψήφο. Η Σύνοδος είχε νομοθετική,δικαστική και διοικητική εξουσία σε θέματα πνευματικά και θρησκευτικά. Οι αποφάσεις της Συνόδου ήταν εκτελεστές μόνο μετά από έγκριση του ηγεμόνος. Αποκορύφωμα των πολιτειοκρατικών αντιλήψεων του Αλέξανδρου Κούζα ήταν ένας άλλος νόμος που προώθησε σχετικά με την εκλογή των Μητροπόλιτών οι οποίοι θα διορίζονταν από τον ηγεμόνα με πρόταση του υπουργού των Εκκλησιαστικών και ύστερα από σύσκεψη του υπουργικού συμβουλίου[7]. Σε όλες αυτές τις πρωτοβουλίες αντέδρασε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Ρουμανικός κλήρος και η προσπάθεια του δεύτερου ονομάστηκε αγών υπέρ της κανονικότητος (Lupta pentru canonicitate)[8]. Στα 1866 ο διάδοχος του Κουζά, Κάρολος Χοετζόλλερν, απέστειλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για έγκριση νέο σχέδιο νόμου που αφορούσε τα της Εκκλησίας για έγκριση και τελικά ψηφίσθηκε στα 1872: αυτός προέβλεπε τη διοίκηση της Εκκλησίας από Σύνοδο συγκροτούμενη από Αρχιερείς και την συμμφωνα με τους ιερούς κανόνες επίλυση των όποιων εκκλησιαστικών ζητημάτων. Το μόνο αρνητικό του ήταν η πρόβλεψη για προηγούμενη έγκριση από την κυβέρνηση κάθε επικοινωνίας της Ρουμανικής Εκκλησίας με άλλες εκκλησίες[9]. Το 1882 η Ρουμανική Εκκλησία πρόεβη σε καθαγιασμό του αγίου μύρου προβάλοντας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο θέσεις περί αυτοκεφαλίας έναντί του. Το 1885 υποβλήθηκε σχετικό αίτημα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο τον Απρίλιο του 1885 εξέδωσε Συνοδικό Τόμο ανακήρυξης τους αυτοκεφάλου. Σε ανταπόδοση ο Ρουμάνος Βασιλίας Κάρολος Α' απέδωσε στον Οικουμενικό Πατριάρχη τον σταυρό των ανωτέρων Ταξιαρχών του στέμματος της Ρουμανίας. Σε ένδειξη σεβασμού προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η αυτοκέφαλη Ρουμανική Εκκλησία θα ελάμβανε το άγιο μύρο από αυτό[10]. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο η Ρουμανία ενώθηκε εθνικά και εκκλησιαστικά κατ'επέκτασιν. Στις 4 Φεβρουαρίου 1925 η Ιερά Σύνοδος της Ρουμανικής Εκκλησίας αναγόρευσε τον Μητροπολίτη Πριμάτο Μύρων Κρίστεα Πατριάρχη Ρουμανίας με τον τίτλο Αρχιεπίσκοπος Βουκουρεστίου, Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας και Πατριάρχης Ρουμανίας. Η Ρουμανική Βουλή ψήφισε τον σχετικό νόμο στις 25 Φεβρουαρίου και το Οικουμενικό Πατριαρχείο με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο επισημοποίησε την ανύψωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας[11].

Το κτίριο του Πατριαρχείου Ρουμανίας στο Βουκουρέστι

Από τη δημιουργία Πατριαρχείου μέχρι το τέλος του Β΄Παγκοσμίου πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασικοί σταθμοί της εκκλησιαστικής ιστορίας της περιόδου είναι ο συντονισμένος αγώνας που κατέβαλε για την αποτροπή της αποεθνικοποίησης των Ρουμάνων της Νοτιοδυτικής Τρανσιλβανίας ο Μύρων Τρίστεα πατριάχρης της Ρουμανίας έλαβε εθναρχικές πρωτοβουλίες: κατέδειξε μέσω του τύπου το πρόβλημα της αποεθνικοποίησης των πληθυσμών των περιοχών αυτών, σύστησε σχολεία και αγροτικά και οικονομικά προγράμματα[12]. Στις 10 Μαΐου 1927 συνυπογράφηκε συμφωνία με το Βατικανό από τον ρωμαιοκαθολικό βασιλιά της χώρας Φερδινάνδο Α' κάτι που ενίσχυε ακόμαπιο πολύ την δράση της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας στη Ρουμανία και έδινε τη δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας με το Βατικανό: διορισμός καρδιναλίων από Παπικό θρόνο, διορισμό ιερέων από καρδιναλίους, μισθοδοσία τους από Ρουμανικό κράτος,ελεύθερη λειτουργία εκκλησιαστικού σεμιναρίου για την εκπαίδευση του κλήρου τους,υπό την εποπτεία και των καρδιναλίων περιέρχονταν και τα σχολεία γενικής παιδείας χωρίς τον έλεγχο του Ρουμανικού κράτους.[13] Στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μέρος της Τρανσιλβανίας περιήλθε στην Ουγγαρία και σε αυτήν έμεινε μόνο ένας επίσκοπος ενώ οι υπόλλοιποι απελάθηκαν, ρουμανικοί ναοί καταστράφηκαν, ενώ αρκετοί Ρουμάνοι εξαναγκάσθηκαν να γίνουν Ρωμαιοκαθολικοί και ορισμένοι ιερωμένοι θανατώθηκαν (Aurel Munteanu, Andrei Bujor, Traian Costea)[14]

Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου και μέχρι τα τελη της δεκαετίας του 80'[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο ξεκινά με την αποκήρυξη, στις 17 Ιουλίου 1948 , του Κονκορδάτου με την Αγία Έδρα, από την τότε Ρουμανική κυβέρνηση ύστερα από πιέσεις του τότε Πατριάρχη Ιουστινιανού.Επίσης σημαντικός σταθμός αποτελεί την ίδια περίοδο η επανένταξη των Ουνιτών στην Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία, στις 3 Οκτωβρίου του 1948. Περίπου 1.250.000 Ουνίτες εγκατέλειψαν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.[15]

Η γλώσσα της Εκκλησίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το β' μισό του 9ου αιώνα και ειδικότερα από το 864 μέχρι το 1640 επικρατεί η Ρουμανική γλώσσα

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.37-42
  2. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.43
  3. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.37, 40-41
  4. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004,σελ.43-45
  5. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004σελ.43-44
  6. Μαριλένα Κοππά, Η συγκρότηση των κρατών στα Βαλκάνια (19ος αιώνας) Τρεις και μία περιπέτειες,εκδ.Α.Α.Λιβάνης, Αθήνα, 2002, σελ.334
  7. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.61-65
  8. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.65-66
  9. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004σελ.67-68
  10. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.68-72
  11. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.72-73
  12. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.98-100
  13. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.100-102
  14. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.102
  15. Μιχαήλ Τρίτος, Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας,εκδ.Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη,2004, σελ.115-119

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μαριλένα Κοππά: Η συγκρότηση των κρατών στα Βαλκάνια (19ος αιώνας) Τρεις και μία περιπέτειες, εκδ.Α.Α.Λιβάνης, Αθήνα, 2002, σελ.327-370
  • Μιχαήλ Τρίτος: Οι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας, εκδ.Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2004

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ion Croitoru,Ορθοδοξία και Δύση στην Πνευματική Παράδοση των Ρουμάνων τ.Α' ( Η Ενότητα της Ορθοδοξίας και η Υπεράσπιση της Ορθόδοξης Πίστεως Έναντι της Προτεσταντικής Προπαγάνδας κατά τον ΙΖ' Αιώνα), εκδ.Σταμούλης, 2011
  • Δ. Β. Οικονομίδης, "Από τας ελληνο-ρουμανικάς εκκλησιαστικάς σχέσεις", Επ.Ετ.Βυζ.Σπουδών,τομ.23 (1953),σελ. 450-471

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας - Σύντομη παρουσίαση[1]
  • Buzatelu, Marius Ioan, Τα λειτουργικά βιβλία στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας, Διπλωματική εργασία, Θεολογική Σχολή Α.Π.Θ. τμ.Θεολογίας, 2010 [2]
  • Elena Dumitrascu, «Οι Θεολογικές Σπουδές στη Ρουµανία»[3]