Σπλιτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°30′0″N 16°26′0″E / 43.50000°N 16.43333°E / 43.50000; 16.43333

Σπλιτ
Το Σπλιτ.

Σημαία

Έμβλημα
Χώρα Κροατία Κροατία
Διοίκηση
 • Δήμαρχος Ivo Baltasar
Έκταση 63 χλμ²
Πληθυσμός 188.694(2001)
Ταχυδρομικός κώδικας 21000
Ιστοσελίδα Επίσημη Ιστοσελίδα του Σπλιτ

Το Σπλιτ (Ασπάλαθος, κροατικά: Split, ιταλικά: Spalato, Σπάλατο) είναι πόλη της Δαλματίας στην Κροατία και άλλοτε σημαντικό λιμάνι της Γιουγκοσλαβίας. Το κλίμα της πόλης είναι μεσογειακό. Έχει πληθυσμό 188.694 κατοίκους. Η πόλη αποτελεί το δεύτερο σπουδαιότερο λιμάνι της Κροατίας. Επίσης, είναι βιομηχανικό και ναυπηγικό κέντρο καθώς και πολυσύχναστο τουριστικό θέρετρο.

Σπλιτ
Σπλιτ

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα και Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η αρχή του Σπλιτ συνδέεται συχνά με την κατασκευή του Παλατιού του Διοκλητιανού, η πόλη ιδρύθηκε αρχαιότερα ως Ελληνική αποικία με την ονομασία Ασπάλαθος. Ο Ελληνικός οικισμός ζούσε από το εμπόριο με τις γύρω Ιλλυρικές φυλές, κυρίως τους Δαλματούς, που κατοικούσαν την πολύ μεγαλύτερη γειτονική πόλη Σαλώνα. Με τον καιρό η Ρωμαϊκή Δημοκρατία κυριάρχησε στην περιοχή και κατέκτησε τους Ιλλυριούς με τους Ιλλυρικούς πολέμους το 229 και 219 π.Χ. Αφού παγίωσαν τον έλεγχό τους οι Ρωμαίοι ίδρυσαν την επαρχία της Δαλματίας με πρωτεύουσα τα Σάλωνα και τότε το όνομα της γειτονικής Ελληνικής αποικίας Ασπάλαθος άλλαξε σε Σπαλάτουμ. Αφού μόλις γλίτωσε το θάνατο από ασθένεια, ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Διοκλητιανός (αυτ. 284– 05), μεγάλος μεταρρυθμιστής της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποφάσισε να αποσυρθεί από την πολιτική το 305. Ο Αυτοκράτορας έδωσε εντολή να ξεκινήσουν εργασίες για ένα ανάκτορο όπου θα αποσυρόταν κοντά στη γενέτειρά του και καθώς ήταν από την πόλη Διόκλεια διάλεξε για τη θέση του το λιμάνι κοντά στα Σάλωνα. Οι εργασίες για το ανάκτορο άρχισαν το 293 ενόψει της απόσυρσής του από την πολιτική. Το ανάκτορο χτίστηκε ως συμπαγής κατασκευή, περισσότερο ως Ρωμαϊκό στρατιωτικό φρούριο. Έχει όψη στη θάλασσα στη νότια πλευρά του, με τα τείχη του 170 ως 200 μέτρα σε μήκος και 15 ως 20 μέτρα ψηλά, περικλείοντας μια περιοχή 38 στρεμμάτων. Ουσιαστική ήταν η υδροδότηση του ανακτόρου από ένα υδραγωγείο από τις Πηγές Γιάντρο. Αυτό το πλουσιότατο ανάκτορο και τα περίχωρά του κατοικούντο κατά καιρούς από πληθυσμό 8.000 ως 10.000 κατοίκων, που απαιτούσε πάρκα και χώρους αναψυχής, που ο Διοκλητιανός ίδρυσε στο λόφο Μάριαν. Το ανάκτορο τέλειωσε το 305, ακριβώς τη στιγμή για να δεχθεί τον ιδιοκτήτη του, που αποσύρθηκε ακριβώς σύμφωνα με το πρόγραμμα, όντας ο πρώτος Ρωμαίος Αυτοκράτορας που οικειοθελώς εγκατέλειψε το αξίωμά του. Λίγα χρόνια αργότερα μια ομάδα Ρωμαίων Συγκλητικών ήρθε στο ανάκτορο του Διοκλητιανού, ζητώντας από τον πρώην αυτοκράτορα να επιστρέψει στη Ρώμη και να βοηθήσει την Αυτοκρατορία να ξεπεράσει αυξανόμενα πολιτικά προβλήματα. Ο Διοκλητιανός αρνήθηκε και ενώ τους έδειχνε τον κήπο του, τους είπε ότι δεν μπορούσε να αφήσει τον όμορφο κήπο του, που είχε δημιουργήσει με τα ίδια του τα χέρια. Αυτή του η χειρονομία έδειχνε ότι έμενε σταθερός στο λόγο του να αφήσει την πολιτική ζωή ύστερα από 21 χρόνια διοίκησης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476, το Σπαλάτουμ έγινε τμήμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής, γνωστής και ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μεγάλωνε πολύ αργά ως πόλη-δορυφόρος των πολύ μεγαλύτερων Σαλώνων. Εντούτοις γύρω στο 639 τα Σάλωνα υπέκυψαν στις επιθέσεις Αβάρων και Σλάβων και ισοπεδώθηκαν, με την πλειονότητα των εκτοπισμένων πολιτών να καταφεύγει στα κοντινά νησιά της Αδριατικής. Μετά την επαναφορά της Βυζαντινής εξουσίας στην περιοχή οι Ρωμανοί πολίτες ξαναγύρισαν στην ηπειρωτική χώρα υπό την ηγεσία του ευγενούς Σεβήρου του Μεγάλου. Επέλεξαν να κατοικήσουν το Παλάτι του Διοκλητιανού, στο Σπαλάτουμ, λόγω των ισχυρών οχυρώσεών του. Το ανάκτορο ήταν επί μακρόν εγκαταλειμμένο μέχρι τότε και το εσωτερικό του μεταβλήθηκε σε πόλη από τους πρόσφυγες των Σαλώνων κάνοντας το Σπαλάτουμ πολύ μεγαλύτερο, ως διάδοχο της πρωτεύουσας της επαρχίας. Σήμερα το ανάκτορο αποτελεί τον ενδότερο πυρήνα της πόλης, ακόμη κατοικούμενο, με πλήθος καταστημάτων, αγορών, πλατειών με έναν αρχαίο Καθεδρικό του Αγίου Ντούγιε (πρώην μαυσωλείο του Διοκλητιανού) χωμένο στους διαδρόμους και τα πατώματα του παλιού ανακτόρου. Ως τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είχε ποικίλη αλλά σημαντική πολιτική αυτονομία.

Η Μεσαιωνική περίοδος στη Δαλματική επαρχία του Σπλιτ σημαδεύεται από τη μειούμενη ισχύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και από τον αγώνα των γειτονικών δυνάμεων, της Βενετικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Κροατίας και (αργότερα) του Βασιλείου της Ουγγαρίας να καλύψουν το κενό εξουσίας. Η άφιξη των Κροατών τον 7ο αιώνα επηρέασε βαθειά την περιοχή. Η ενδοχώρα και τα νησιά κατοικήθηκαν κατά κύριο λόγο από Κροάτες, που άρχισαν να επηρεάζουν την ίδια την πόλη. Το πρώιμο Μεσαιωνικό Κροατικό κράτος (αργότερα Βασίλειο της Κροατίας) ίδρυσε γειτονικές παραλιακές πόλεις (όπως το Ζίμπενικ) και περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της ενδοχώρας. Το Σπλιτ απέκτησε έναν αυξανόμενο Κροατικό χαρακτήρα, που είναι ορατός στην αρχιτεκτονική ( ιδιαίτερα των εκκλησιών ) στην πόλη και τα περίχωρά της. Ο Ρωμανικός πληθυσμός της πόλης αναμειγνυόταν όλο και περισσότερο με τις γύρω μάζες. Η πόλη ενσωματώθηκε για πρώτη φορά πλήρως στο κράτος από τον Πέτρο Κρέζιμιρ Δ΄ το 1069 και πάλι το 1075 από το Δημήτριο Ζβόνιμιρ. Στο βορρά η Βενετική Δημοκρατία άρχισε να επηρεάζει τη Δαλματική περιοχή από το 10ο αιώνα, χρησιμοποιώντας την αυξανόμενη οικονομική της επιρροή για να αποκτήσει τον έλεγχο στα νησιά και τις παραλιακές πόλεις. Είχε τον έλεγχο της πόλης επί αρκετά διαστήματα, λόγω κυρίως της προσωρινής αδυναμίας του Κροατικού και του Ουγγρικού κράτους. Με την παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το Βασίλειο της Κροατίας είχε ντε φάκτο κυριαρχία επί της πόλης, παραχωρώντας της σημαντική αυτονομία λόγω του φεουδαρχικού χαρακτήρα του κράτους. Το 1102 η Κροατία εξαναγκάστηκε σε μια προσωπική ένωση με το Βασίλειο της Ουγγαρίας από τον Βασιλιά του Κόλομαν. Η πόλη εντούτοις διατήρησε το σημαντικό βαθμό ανεξαρτησίας της και το 1312 εξέδωσε δικούς της νόμους και νόμισμα.

Νεότερα Χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον 20ετή Ουγγρικό εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στο Βασιλιά Σιγισμούνδο και στον Οίκο των Καπετιδών του Ανζού του Βασιλείου της Νάπολης ο ηττημένος, Λαδίσλαος της Νάπολης, πούλησε τα δικαιώματά του επί της Δαλματίας στη Βενετική Δημοκρατία για 100.000 δουκάτα. Η πιο συγκεντρωτική Δημοκρατία ανέλαβε το 1420 την πόλη, που παρέμεινε υπό την εξουσία της Βενετίας 377 χρόνια ( 1420 – 1797 ). Ο πληθυσμός την εποχή αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό Κροατικός, ενώ τα Ρωμανικά Δαλματικά ονόματα δεν ήταν πολλά, σύμφωνα με τα Μεσαιωνικά αρχεία της πόλης, και η συνηθισμένη γλώσσα ήταν η Κροατική, αλλά και η Ιταλική ( ένα μείγμα της Τοσκανικής και της Βενετικής διαλέκτου ) μιλιόταν επίσης λόγω των Ιταλικών μειονοτήτων. Η αυτονομία της πόλης μειώθηκε και ανώτερη αρχή ήταν ένας πρίγκηπας-καπετάνιος, γεννημένος πάντα στη Βενετία. Παρ’ όλα αυτά το Σπλιτ τελικά εξελίχθηκε σε σημαντική πόλη-λιμάνι, με σημαντικούς εμπορικούς δρόμους στο Οθωμανικοκρατούμενο εσωτερικό από το κοντινό πέρασμα Κλις. Άνθισε επίσης ο πολιτισμός, το Σπλιτ υπήρξε η πατρίδα του Μάρκο Μάρουλιτς, κλασικού Κροάτη συγγραφέα. Το γνωστότερο έργο του, Γιουντίτα (1501), ήταν ένα επικό ποίημα για την Ιουδίθ και τον Ολοφέρνη και, ενώ γράφτηκε στο Σπλιτ, τυπώθηκε στη Βενετία το 1521. Θεωρείται ευρέως το πρώτο σύγχρονο έργο της Κροατικής λογοτεχνίας. Πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι οι πρόοδοι και τα επιτεύγματα επιφυλάσσονταν μόνο για την αριστοκρατία. Το ποσοστό αναλφαβητισμού ήταν εξαιρετικά υψηλό , κυρίως επειδή η εξουσία της Βενετίας ελάχιστα ενδιαφερόταν για εκπαιδευτικές και ιατρικές υποδομές. Το Σπλιτ κυβερνήθηκε από τη Δημοκρατία της Βενετίας μέχρι την κατάλυσή της το 1797. Μετά μια σύντομη Ναπολεόντεια διακυβέρνηση ( 1806 – 1813 ), οπότε ήταν τμήμα του Ναπολεόντειου Βασιλείου της Ιταλίας, η πόλη προσαρτήθηκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία κατά το Συνέδριο της Βιέννης. Αυτή την περίοδο έγιναν στην πόλη μεγάλες επενδύσεις, κατασκευάστηκαν νέοι δρόμοι, τμήματα των αρχαίων οχυρώσεων κατεδαφίστηκαν και η περιοχή του Σπλιτ, το Βασίλειο της Δαλματίας, αποτέλεσε ξεχωριστή διοικητική μονάδα. Μετά τις επαναστάσεις του 1848 (Άνοιξη των λαών) ως αποτέλεσμα του ρομαντικού εθνικισμού, εμφανίστηκαν δύο παρατάξεις. Η μία ήταν η φιλοκροατική Ενωτική παράταξη, υπό το Λαϊκό Κόμμα και, σε μικρότερο βαθμό, το Κόμμα των Δικαιωμάτων, που και τα δύο υποστήριζαν την ένωση της Δαλματίας με την Κροατία-Σλαβονία, που ήταν υπό Ουγγρική διοίκηση. Η παράταξη αυτή ήταν ισχυρή στο Σπλιτ, που είχε ως έδρα της. Η άλλη παράταξη ήταν η φιλο-Ιταλική αυτονομιστική (γνωστή επίσης ως ΄΄αλυτρωτική΄΄), που οι πολιτικοί της στόχοι ποίκιλαν από αυτονομία μέσα στην Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία μέχρι πολιτική ένωση με το Βασίλειο της Ιταλίας. Οι πολιτικές συμμαχίες στο Σπλιτ άλλαζαν με τον καιρό. Αρχικά οι Ενωτικοί και οι Αυτονομιστές συμμάχησαν κατά του συγκεντρωτισμού της Βιέννης. Αργότερα, όταν ήρθε στο προσκήνιο το εθνικό ζήτημα, χώρισαν. Υπό την Αυστρία όμως μπορούμε γενικά να πούμε ότι το Σπλιτ είχε ηρεμήσει. Οι μεγάλες εξεγέρσεις στην Ευρώπη το 1848 δεν κέρδισαν έδαφος στο Σπλιτ και η πόλη δεν επαναστάτησε.

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιουγκοσλαβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη διάλυση της Αυστρο-Ουγγαρίας η επαρχία της Δαλματίας, μαζί με το Σπλιτ, αποτέλεσε τμήμα του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων ( Γιουγκοσλαβίας από το 1929 ). Καθώς τόσο η Ριγιέκα όσο και το Ζαντάρ, οι άλλες δύο μεγάλες πόλεις της ανατολικής ακτής της Αδριατικής, προσαρτήθηκαν από την Ιταλία, το Σπλιτ έγινε το σημαντικότερο λιμάνι της Γιουγκοσλαβίας. Ο σιδηρόδρομος Λίκα, που συνέδεε το Σπλίτ με την υπόλοιπη χώρα ολοκληρώθηκε το 1925. Τον Απρίλιο του 1941, μετά την εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στη Γιουγκοσλαβία, το Σπλιτ καταλήφθηκε από την Ιταλία, στην οποία και προσαρτήθηκε τυπικά ένα μήνα αργότερα. Η Ιταλική κατοχή συνάντησε σθεναρή αντίσταση από τον Κροατικό πληθυσμό, καθώς το Σπλιτ έγινε κέντρο του αντιφασιστικού κλίματος στη Γιουγκοσλαβία. Μόνο το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1941 δέκα αξιωματικοί της Ιταλικής φασιστικής κατοχής δολοφονήθηκαν από τους πολίτες. Το Σεπτέμβριο του 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η πόλη πέρασε προσωρινά υπό τον έλεγχο των μεραρχιών του Τίτο με χιλιάδες λαού να προσχωρούν εθελοντικά στους Παρτιζάνους του Στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο ( το ένα τρίτο του πληθυσμού σύμφωνα με ορισμένες πηγές ). Λίγες βδομάδες όμως αργότερα οι Παρτιζάνοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν καθώς η Βέρμαχτ έθεσε την πόλη υπό την εξουσία του Ανεξάρτητου Κράτους της Κροατίας. Οι τοπικοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι αρνήθηκαν να συμμετέχουν στο Ιταλικό πρωτάθλημα. Η ΗΝΚ Χάιντουκ και η RNK Σπλιτ διέκοψαν τη δραστηριότητά τους και προσχώρησαν και οι δύο στους Παρτιζάνους με όλο τους το προσωπικό όταν η Ιταλική συνθηκολόγηση τους έδωσε την ευκαιρία. Λίγο αργότερα η Χάιντουκ έγινε ο επίσημος ποδοσφαιρικός σύλλογος της κίνησης των Παρτιζάνων. Σε μια τραγική ροή των γεγονότων, εκτός από το βομβαρδισμό της από τις δυνάμεις του Άξονα, η πόλη βομβαρδίσθηκε επίσης από τους Συμμάχους, με εκατοντάδες νεκρούς. Οι Παρτιζάνοι κατέλαβαν τελικά την πόλη στις 26 Οκτωβρίου 1944 και την έκαναν προσωρινή πρωτεύουσα της Κροατίας. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1945 το Kriegsmarine (Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό) εξαπέλυσε μια παράτολμη επιδρομή στο λιμάνι του Σπλιτ, καταστρέφοντας το Βρετανικό καταδρομικό ΄΄ Δελχί ΄΄. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Σπλιτ αποτέλεσε τμήμα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Κροατίας, συνταγματικά κυρίαρχης δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Την περίοδο αυτή η πόλη γνώρισε τη μεγαλύτερη οικονομική και δημογραφική έκρηξη. Ιδρύθηκαν δεκάδες εργοστάσια και εταιρείες και ο πληθυσμός της πόλης τριπλασιάστηκε. Η πόλη έγινε το οικονομικό κέντρο μιας περιοχής που ξεπερνούσε τα σύνορα της Κροατίας και πλημμύρισε από κύματα αγροτών μετοίκων από την υπανάπτυκτη ενδοχώρα που βρήκαν απασχόληση στη νεότευκτη βιομηχανία, τμήμα των μεγάλης κλίμακας βιομηχανοποίησης και επενδύσεων από την Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση. Η ναυπηγική βιομηχανία ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και η Γιουγκοσλαβία, με τα Κροατικά ναυπηγεία της, έγινε μία από τις κορυφαίες χώρες του κόσμου στον τομέα αυτό. Κατασκευάστηκαν επίσης πολλές εγκαταστάσεις αναψυχής με ομοσπονδιακή χρηματοδότηση, ιδιαίτερα για τους Μεσογειακούς Αγώνες του 1979, όπως το Στάδιο Πόλιουντ. Η πόλη έγινε επίσης το μεγαλύτερο επιβατικό και στρατιωτικό λιμάνι στη Γιουγκοσλαβία, στεγάζοντας το αρχηγείο του Γιουγκοσλαβικού Ναυτικού. Μεταξύ 1945 και 1990 η πόλη μεταμορφώθηκε και επεκτάθηκε καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της ομώνυμης χερσονήσου. Την ίδια περίοδο πέτυχε ένα ακόμη αξεπέραστο ΑΕΠ και επίπεδο απασχόλησης, ακόμη υψηλότερο από το σημερινό, μετατρεπόμενη σε σημαντική Γιουγκοσλαβική πόλη.

Μετά την ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν η Κροατία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991 το Σπλιτ είχε μια μεγάλη φρουρά του Γιουγκοσλαβικού στρατού ( JNA( στρατολογημένη από όλη τη Γιουγκοσλαβία ) ) καθώς και το αρχηγείο και τις εγκαταστάσεις του Γιουγκοσλαβικού Πολεμικού Ναυτικού ( JRM ). Aυτό οδήγησε σε μια έντονη επί μήνες αντιπαράθεση μεταξύ του JNA και της Κροατικής Εθνοφρουράς και των αστυνομικών δυνάμεων, που εμπλέκονταν σποραδικά σε διάφορα επεισόδια. Το τραγικότερο από αυτά συνέβη στις 15 Νοεμβρίου 1991, όταν η φρεγάτα ΄΄ Σπλιτ ΄΄ του JRM βομβάρδισε μερικούς στόχους στην πόλη και τα περίχωρά της. Οι ζημιές ήταν ασήμαντες αλλά υπήρξαν λίγες απώλειες. Βομβαρδίστηκαν τρεις γενικά τοποθεσίες : το κέντρο της παλιάς πόλης, το αεροδρόμιο και μια ακατοίκητη περιοχή των λόφων πάνω από τα Καστέλι, ανάμεσα στο αεροδρόμιο και το Σπλιτ. Οι Ναύτες του JRM που αρνήθηκαν να πλήξουν τους Κροάτες αμάχους, οι περισσότεροι Κροάτες οι ίδιοι, κρατήθηκαν στις φυλακές των πλοίων. Ο JNA και ο JRM εκκένωσαν όλες τις εγκαταστάσεις τους στο Σπλιτ τον Ιανουάριο του 1992. Ακολούθησε η οικονομική ύφεση της δεκαετίας του 1990. Μετά το 2000 το Σπλιτ ευνοήθηκε τελικά από τη συγκυρία και άρχισε πάλι να αναπτύσσεται εστιάζοντας στον τουρισμό. Από ένα απλώς μεταβατικό σημείο το Σπλιτ είναι τώρα μείζων τουριστικός προορισμός της Κροατίας. Χτίζονται πολλά νέα ξενοδοχεία καθώς και νέα κτίρια κατοικιών και γραφείων. Πολλά νέα αναπτυξιακά προγράμματα έχουν αναβιώσει και κατασκευάζονται νέες υποδομές. Παράδειγμα των πιο πρόσφατων προγραμμάτων της πόλης είναι το Σπαλάντιουμ Αρένα, που κατασκευάστηκε το 2009.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 95,15% του πληθυσμού της πόλης είναι Κροάτες.

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα