Μονή Χιλανδαρίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°20′44.80″N 24°07′09.10″E / 40.3457778°N 24.1191944°E / 40.3457778; 24.1191944

Μονή Χιλανδαρίου

Hilan2.jpg
Η Μονή Χιλανδαρίου

Γεωγραφικά στοιχεία
Διαμέρισμα Άγιο Όρος
Νομός
Πληροφορίες για την μονή
Εκκλησία Ορθόδοξη
Έτος Ίδρυσης 12ος αιώνας
Ιδρυτής Άγιοι Σάββας και Συμεών
Αφιερωμ. στον/στην Εισόδια της Θεοτόκου

Η Μονή Χιλανδαρίου (σερβικά: Манастир Хиландар) είναι ένα σερβικό μοναστήρι που βρίσκεται στο βορειοανατολική πλευρά του Αγίου Όρους και είναι 4ο στην ιεραρχία των Αγιορείτικων Μονών. Έχει εξωτερικά εμφάνιση μεσαιωνικού κάστρου, καθώς είναι οχυρωμένη με τείχη που έχουν ύψος 30 μέτρων, μήκος 140 μέτρων και περιβάλλουν μια περιοχή πλάτους 75 μέτρων. Το μοναστήρι πήρε αυτή την μορφή, εξαιτίας των συχνών πειρατικών επιδρομών κατά το παρελθόν. Θεωρείται για τους Σέρβων το σημαντικότερο κέντρο του σερβικού πολιτισμού αφού η συμβολή του είναι τεράστια στην διαμόρφωση της παιδείας και της πνευματικότητας των Σέρβων μέσα στην ιστορία. Διατηρεί μια εξαιρετικά πλούσια συλλογή από πρωτότυπα παλαιά χειρόγραφα, εικόνες, τοιχογραφίες, έτσι ώστε σήμερα να θεωρείται από τους πιο σημαντικούς θησαυρούς του Σερβικού μεσαιωνικού πολιτισμού γενικότερα. Βρίσκεται στη λίστα της παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από το 1988, μαζί με άλλες 19 Μονές του Αγίου Όρους.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κτίτορες της μονής Άγιοι Σάββας και Συμεών.

12ος αιώνας - Η ίδρυση της μονής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο όνομα της προήλθε κατά πάσα πιθανότατα από τον Έλληνα αγιορείτη μοναχό Γεώργιο Χιλανδάριο, ιδρυτή και κτήτορα της προγενέστερης μονής, που είχε κτισθεί τον 11ο αιώνα και σωζώμενα της μέρη μέχρι σήμερα με οικοδομικές βελτιώσεις είναι στην νοτιοδυτική πλευρά ο πύργος του Αγ. Γεωργίου, το νότιο και δυτικό εξωτερικό αμυντικό τείχος που στην εσωτερική τους πλευρά κτΊσθηκαν αργότερα ξενώνες ( κονάκια) και η τραπεζαρία ( τράπεζα) της Μονής. Το 1198 ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ ο Άγγελος μετά από αίτημα του Στέφανου Α΄ Νεμάνια, (ηγεμόνα "μεγάλου ζουπάνου" της Σερβίας , που εκάρει μοναχός στην Μονή Στουντένιτσα στην Σερβία , έλαβε το όνομα Συμεών και μετά πήγε στον Άθω ) και του Ράστκο μικρότερου γιου του, (ο οποίος είχε καρεί επίσης μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Σάββας στην Μονή Αγ. Παντελεήμονος του Αγίου Όρους και μόνασε επι 7 χρόνια στην Μονή Βατοπαιδίου) και την σύμφωνη γνώμη της ιεραρχίας του Αγίου Όρους, προσφέρει την εγκαταλειμμένη μονή, ως αιώνιο δώρο στους Σέρβους. Αυτοί ανήγειραν τη Μονή, σε περιοχή που παραχωρήθηκε από τη Μονή Βατοπεδίου, πράξη που επικύρωσε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Γ´ο Άγγελος το 1198 και έως το 1199 ο Συμεών και ο Σάββας έκτισαν το πρώτο ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου (κεντρικός ναός) , τον Πύργο του Αγ. Σάββα, τον Πύργο του Κωδωνοστασίου και το κελί του Αγ. Συμεών υπό την απεριόριστη χρηματοδότηση του μεγάλου Ζουπάνου Στέφανου Πρωτόστεπτου. Το 1199 ο Συμεών (Στέφανος Νεμάνια) εξέδωσε σαν κτήτορας το «Καταστατικό της μονής» το οποίο έγραψε ο Σάββας με την συγκατάθεση του αδερφού του Στέφανου Πρωτόστεπτου. (Το γνήσιο χειρόγραφο του πρώτου «Καταστατικού της Μονής Χιλανδαρίου » φυλάσονταν έως τις 6 Απριλίου 1941 στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Βελιγραδίου που καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο).

Μετά την ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης της μονής το 1198 ο Συμεών φέρνει από την Σερβία σημαντικό αριθμό μοναχών για να επανδρώσουν την Μονή. Την ίδια χρονιά παραχωρούνται σαν Μετόχι στην μονή, μερικά ολόκληρα χωριά στην περιοχή της Πριζρένης του Κοσσυφοπεδίου. Ο Σάββας πείθει τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄Άγγελο να εκδώσει νέο χρυσόβουλο με το οποίο εξισώνει την Μονή Χιλανδαρίου με τις υπόλοιπες μονές του Αγίου Όρους και της παραχωρεί την εγκαταλειμμένη Μονή Ζυγού ως μετόχι στη Μονή Χιλανδαρίου η οποία βρίσκεται στην μέση του Αγίου Όρους μετονομάζεται από τους Σέρβους σε «Ιβάνιτσα» (Иваниα). Ο μοναχός Συμεών πεθαίνει στις 13 Φεβρουαρίου 1199 και ενταφιάστηκε ( παρέμεινε εκεί για λίγα χρόνια ) στον παλαιό ναό της Μονής. Σύμφωνα με τη παράδοση από τον τάφο του Αγ. Συμεών βγαίνει κλήμα (έως σήμερα) του οποίου τα σταφύλια θεωρούνται θαυματουργά. Μετά τον θάνατο του Αγ. Συμεών ο Σάββας πήγε στις Καρυές όπου έκτισε ασκηταριό και εκεί έγραψε το 1199 το «τυπικό των Καρυών» το οποίο θεωρείται το παλαιότερο χειρόγραφο που φυλάσεται στο θησαυροφυλάκιο. Τον 1200 ο Άγιος Σάββας έγραψε το «Χιλανδαρινό τυπικό» (το οποίο βασίστηκε στο τυπικό της μονής της Παναγίας της Ευεργέτιδας της Κωνσταντινούπολης ) το οποίο ορίζει τους κανόνες του Χιλανδριανού κοινοβίου καθώς και την οργάνωση και διοίκηση του.

13ος - 14ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την αρχή του 13ου αιώνα όλο το Άγιο Όρος πέρασε στην εξουσία των Λατίνων Σταυροφόρων (οι οποίοι το 1204 κατέκτησαν την Κωνσταντινούπολη), άρχισε να δέχεται ληστρικές επιδρομές και οι μονές άρχισαν να διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο. Έτσι ο Άγ. Σάββας το 1214 φεύγει οριστικά από το Άγιο Όρος και μεταφέρει τα λείψανα του πατέρα του από το Χιλανδάρι στη Σερβία. Μετά από το τελευταίο ταξίδι του στην Παλαιστίνη, (έφερε από την Μονή του Αγ. Σάββα του Ηγιασμένου) και δώρισε στο Χιλανδάρι την παλαιότερη και πιο γνωστή εικόνα της, την «Παναγία Τριχερούσα». Για να προστατέψει καλύτερα την μονή ο βασιλιάς Στέφανος Ούρος Α΄ το 1262 κτίζει μεγάλο πύργο δίπλα της. Την ίδια εποχή αυξήθηκαν οι δωρεές σε κτήματα προς την μονή από τους Σέρβους βασιλιάδες Στέφανο Ντραγκούτιν και Μιλούτιν, κυρίως στην Σερβία. Από την αρχή του 14ου αιώνα εμφανίστηκε ένας νέος κίνδυνος για όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους , οι Καταλανοί μισθοφόροι, τους οποίους κάλεσε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ για να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των Τούρκων, και έτσι κάποια στιγμή που δέν πληρώθηκαν για τις υπηρεσίες τους από τον αυτοκράτορα, στράφηκαν εναντίον της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και αφού στρατοπέδευσαν κοντά στην Θεσσαλονίκη άρχισαν τις επιθέσεις σε όλο το Άγιο Όρος. Το Χιλανδάρι διασώθηκε από την καταστροφή, εξαιτίας των ισχυρών τειχών που το περιέβαλαν και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του ηγουμένου της μονής, Δανιήλ. Το Χιλανδάρι το βοήθησε σημαντικά ο βασιλιάς Μιλούτιν, ο οποίος γύρω στο 1320 έκτισε νέο μεγαλοπρεπέστερο ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου στην θέση του παλαιού, ο οποίος και διατηρήται έως σήμερα και είναι το «καθολικό» της Μονής.Την ίδια εποχή το μοναστήρι επεκτάθηκε προς την βόρεια πλευρά του με την ανέγερση νέων τειχών ενώ στην θέση της σημερινής πύλης έκτισε πύλη με πύργο πάνω στον οποίο λετουργούσε παρεκκλήσι του Αγ. Νικολάου (ο οποίος όμως γκρεμίστηκε από σεισμό στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα) και το 1320 έκτισε την τραπεζαρία (τράπεζα) που σώζεται έως σήμερα. Ο βασιλιάς την ίδια εποχή επίσης ανήγειρε άλλους 2 πύργους που χρησίμευαν και σαν παρατηρητήρια, τον ένα στο μέσο του δρόμου που οδηγεί από την μονή προς την θάλασσα που ονομάστηκε «πύργος του Μιλούτιν» και στην βορειοανατολική θαλάσσια ακτή τον πύργο «Χρούσια»-„Хрусија“.Ο κεντρικός ναός, η τραπεζαρία και το παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου τοιχογραφήθηκαν το 1321.Την ίδια χρονιά οι μοναχοί άρχισαν να αυξάνονται όλο και περισσότερο, και ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος δώρισε στην μονή σημαντικό αριθμό κτημάτων στην Ελλάδα. Την εποχή του αυτοκράτορα Στέφανου Ούρος Δ΄ Δουσάν που το Άγιο Όρος πέρασε στην δικιά του επικράτεια, η μονή έφθασε στην μεγαλύτερη ακμή της. Ο Στέφανος Ούρος Δ΄ Δουσάν την βοήθησε σημαντικά και της δώρισε μεγάλο αριθμό κτημάτων στην Σερβία και στην Ελλάδα. Εκείνη την εποχή στο Χιλανδάρι ανήκε το 1/5 της συνολικής έκτασης του Αγίου Όρους. Εκτός από τον αυτοκράτορα, την Μονή βοήθησαν σημαντικά και πολλοί Σέρβοι Άρχοντες όπως ο Σεβαστοκράτορας Βλάτκο, ο μεγάλος Βοεβόδας Νίκολα Στάνιεβιτς, ο Δεσπότης Ντέγιαν κ.ά. Ο Στέφανος Ούρος Δ΄ Δουσάν κατέφυγε στο Χιλανδάρι το 1347 λόγω της πανώλης που εξαπλώθηκε σε όλα τα Βαλκάνια, έφερε όμως μαζί του και την σύζυγο του αυτοκράτορα Γέλενα καταπατώντας το αυστηρό Άβατο του Αγίου Όρους σε γυναίκες. Σε ανάμνηση της αφίξεως του Σέρβου αυτοκράτορα στο Άγιο Όρος ακόμα και σήμερα υπάρχει λιτό μνημείο με σταυρό λίγο έξω από το μοναστήρι εκεί όπου οι μοναχοί προϋπάντησαν τον Ντούσαν και φύτεψαν και ένα ελαιόδεντρο το οποίο ονόμασαν «αυτοκρατορικό». Γύρω στο 1350 κτίσθηκε ο ναός των Αγ. Αρχαγγέλων και επεκτάθηκε το νοσοκομείο της μονής ενώ η αυτοκράτειρα Γέλενα έκτισε το Κελί του Αγ. Σάββα στις Καρυές και το δώρισε στο Χιλανδάρι. Ήδη από τότε, το Άγιο Όρος και η Μονή Χιλανδαρίου, απέκτησαν μεγάλη φήμη και αξία στην Σερβία. Το 1354 ο Σάββας, προ-ηγούμενος της μονής, εκλέχθηκε Πατριάρχης Σερβίας. Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Στέφανου Ούρος Δ΄ Δουσάν το 1355 η μονή συνέχισε να ανθίζει.Την μονή συνέχισε να βοηθάνε οι Σέρβοι Άρχοντες. Ο πρίγκηπας Λάζαρ Χρεμπελιάνοβιτς γίνεται κτήτορας του εξωτερικού νάρθηκα στην δυτική πλευρά του ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου το 1380. Προς το τέλος του 14ου αιώνα στο Χιλανδάρι άρχισαν να καταφεύγουν τα μέλη των οικογενειών Σέρβων αρχόντων και ευγενών.

15ος – 18ος αιώνας.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τούρκοι κατέκτησαν οριστικά την χερσόνησο του Άθω το 1430 κα έτσι άρχισαν οι βιαιότητες και η ανομία. Έτσι αρκετοί μοναχοί εγκατέλειψαν την Μονή και έφυγαν για την Σερβία. Η κατάσταση ομαλοποιήθηκε μόνο με την έκδοση φιρμανίου του Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή το 1457 με το οποίο κατοχυρώθηκε και πάλι η αυτονομία και τα δικαιώματα όλων των μονών του Αγίου Όρους. Μετά και την οριστική κατάκτηση όλης της Σερβίας, η μονή αναζήτησε νέους ισχυρούς προστάτες και βοήθεια από άλλες χώρες. Η Αγγελίνα Μπράνκοβιτς ( σύζυγος Τιτουλάριου της Ουγγαρίας και Σέρβου Δεσπότη) το 1503 παρακάλεσε τον Ρώσσο πρίγκηπα Βασίλειο Ιβάνοβιτς να θέσει υπό την προστασία του το μοναστήρι.. Ο προ-ηγούμενος της μονής επισκέφθηκε το 1550 με 3 άλλους μοναχούς την Μόσχα και από τον Ιβάν Δ΄ τον Τρομερό ζήτησε προστασία . Ο τσάρος ζήτησε από τον Σουλτάνο περισσότερα δικαιώματα για την μονή. Το 1556 ο τσάρος έστειλε μεγάλη οικονομική βοήθεια στην μονή και πολύτιμα δώρα. Και οι επόμενοι τσάροι βοήθησαν την μονή. Ο τσάρος Φιόντορ Α΄ Ιωάννοβιτς, (μετά από αίτημα του προ-ηγουμένου) το 1591 εξέδωσε χρυσόβουλο με το οποίο καθόρισε την σταθερή οικονομική βοήθεια και υποστήριξη της ρωσικής μονής Αγ. Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος. Τον 17ο αιώνα το Χιλανδάρι βοήθησαν οι Σέρβοι Πατριάρχες ( Αντώνιος , Ιωάννης , Μάξιμος ) και οι μητροπολίτες Ερζεγοβίνης και Βελιγραδίου. Την εποχή ( 1652 – 1678 ) που ηγούμενος ήταν ο Βίκτωρ έγινε ανακαίνιση σε αρκετά κτίρια της μονής και σε αυτό βοήθησε οικονομικά ένας Σέρβος πλούσιος έμπορος από την Βενετία που έγινε μοναχός με το όνομα Νικάνωρ το 1662. Την εποχή εκείνη το Χιλανδάρι έφθασε στο σημείο να είναι η πρώτη μονή σε αριθμό μοναχών σε όλο το Άγιο Όρος . Κατά την διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου η κατάσταση για τον πληθυσμό στην Σερβία χειροτέρεψε δραματικά και έγινε η Μεγάλη μετανάστευση των Σέρβων το 1690 προς τα βόρεια, σε εδάφη της Αυστροουγγρικής επικράτειας. Έτσι ο αριθμός των Σέρβων ιερέων μειώθηκε σημαντικά στη Σερβία και τα κενά καλύφθηκαν από Έλληνες ιερείς. Το ίδιο άρχισε να συμβαίνει και στο Χιλανδάρι που κατά τον 18ο αιώνα μειώθηκε δραματικά ο αριθμός των Σέρβων μοναχών και το κενό κατέλαβαν Έλληνες και Βούλγαροι μοναχοί. Οι μοναχοί της μονής τον 18ο αιώνα ανέπτυξαν πνευματική σχέση και συνεργασία με την Μητρόπολη του Καρλοβικίου όπως και με πολλές ενοριακές κοινότητες

Στις 4 Μαρτίου 2004 η Μονή υπέστη μεγάλη πυρκαϊά, η οποία κατέκαψε σχεδόν το ήμισυ του κτιριακού συγκροτήματος.

Καθολικό, Παρεκκλήσια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καθολικό της μονής Χιλανδαρίου, που κτίσθηκε γύρω στο 1293, είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου αποτελεί ένα από τους κομψότερους ναούς του Αγίου Όρους. Από το αρχικό, διατηρείται το θαυμάσιο δάπεδο από λευκό μάρμαρο μ' ένα μεγάλο σταυρό στη μέση, περιβαλλόμενο από ψηφιδωτές ταινίες διαφόρων πετρωμάτων. Η τοιχογράφησή του συνδέεται με τη Μακεδονική σχολή και είναι των ζωγράφων Ευτυχίου και Μιχαήλ. Θα πρέπει να έγινε γύρω στα 1313. Αξιόλογο είναι επίσης το ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1774. Εδώ ακόμα βρίσκεται ο αρχικός τάφος του Αγίου Συμεών και πάνω από αυτόν βρίσκεται η επάργυρη σαρκοφάγος από το 1973. Η παλαιά ξύλινη σαρκοφάγος βρίσκεται στο σκευοφυλάκειο της μονής. Στην ανατολική γωνία του περιβόλου της μονής Χιλανδαρίου και μπροστά από τον πύργο του Αγίου Σάββα , βρίσκεται το παρεκκλήσι των Αρχαγγέλλων. Στις πτέρυγες της μονής υπάρχουν άλλα ένδεκα παρεκκλήσια. Τα εννέα από αυτά είναι αγιογραφημένα, με τοιχογραφίες του 13ου μέχρι και του 18ου αιώνα . Από τα μη τοιχογραφημένα, των Αγίων Τεσσαράκοντα, έχει αξιόλογες φορητές εικόνες και ένα βημόθυρο του 1623. Το παρεκκλήσι του Αγίου Συμεών εγκαινιάστηκε πρόσφατα στο ομώνυμο κελί του. Βρίσκεται δίπλα στο καμπαναριό και πάνω από το ιστορικό πηγάδι της μονής. Έξω από τον περίβολο της μονής βρίσκονται δύο παρεκκλήσια. Εκείνο του κοιμητηρίου της μονής και στον κήπο το παρεκκλήσι του Αγίου Τρύφωνα. Ο κοιμητηριακός ναός είναι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Εξαρτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μονή Χιλανδαρίου έχει εξαρτήματά της είκοσι έξι κελιά, από τα οποία δύο κοντά στο μοναστήρι και τα υπόλοιπα στις Καρυές. Από τα κελιά αυτά είναι κατοικήσιμα τα ένδεκα.Κοντά στη μονή βρίσκεται το κελί της Αγίας Τριάδος.Ιδιαίτερα αξιόλογο είναι επίσης το κελί της Μολυβοκκλησιάς, μισή ώρα βορειοδυτικά των Καρυών, με σπουδαίες τοιχογραφίες Κρητικής σχολής και πολύ αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 17ου αιώνα στον ναό του Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εξάρτημά της είναι και το ιστορικό Κάθισμα του Αγίου Βασιλείου πρώην μονύδριο, σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων από την μονή. Βρίσκεται στον αρσανά της μονής προς την πλευρά του Θρακικού πελάγους.
Στις Καρυές η μονή Χιλανδαρίου έχει το ιστορικότερο ίσως Ησυχαστήριο του Αγίου Όρους. Καλείται Τυπικαρειό, όπου ο άγιος Σάββας, σύμφωνα με την παράδοση, έφερε από την Παλαιστίνη τη σωζόμενη ακόμα και σήμερα εικόνα της Θεοτόκου Λειτουργεί με το δικό του τυπικό από το 1199, που προσδιορίζει και τις προϋποθέσεις μοναχικής διαβίωσης αλλά και τις σχέσεις με την κυρίαρχη μονή.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μονή Χιλανδαρίου είναι χτισμένη σε απόσταση, περίπου, πέντε χιλιομέτρων από τον αρσανά της, το λιμανάκι της, σε μία καταπράσινη κοιλάδα στα βορειοανατολικά του Άθω. Προστατεύεται από τις στρογγυλεμένες κορυφές των λόφων που ανεβαίνουν μαλακά από τη θαλασσοδαρμένη ανατολική ακτή της χερσονήσου προς τη Δύση, προς την οροσειρά της χερσονήσου. Απέχει 2,30 ώρες από τη Μονή Ζωγράφου και 1,30 από τη Μονή Εσφιγμένου.

Μοναστική δύναμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μοναστική δύναμη της Μονής, σύνολο μοναχών και εξαρτηματικών, κυμαίνεται σήμερα στα 70 άτομα.

Άξια ενδιαφέροντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εικόνα της Παναγίας Τριχερούσας

Στη Μονή αυτή αξίζει να δουν οι επισκέπτες τις τοιχογραφίες της μακεδονικής σχολής που βρίσκονται στο καθολικό, στη τράπεζα και στο παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου,την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας καθώς και τον κοιμητηριακό ναό. Επίσης την ιστορική βιβλιοθήκη της Μονής, το ιερό σκευοφυλάκιο όπως και το πλούσιο εικονοφυλάκιο.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]