Ρίκιμερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρίκιμερ
As Libius Severus-Ricimer MonogramRIC 2716.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση405
Θάνατος18  Αυγούστου 472
Ρώμη
Αιτία θανάτουπανώλη
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο των Σουηβών
Αρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
αξιωματικός
Ποινική κατάσταση
Κατηγορίες εγκλήματοςβασιλοκτονία
Οικογένεια
ΣύζυγοςΑλυπία
ΓονείςRechila
ΑδέλφιαRechiar
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςΣτρατηγός/Υστερορωμαϊκός στρατός
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος συγκλητικός

Ο Φλάβιος Ρίκιμερ ή Ρικίμερος, λατιν.: Flavius Ricimer [1] (π. 418 – 18/19 Αυγούστου 472) ήταν εκρωμαϊσμένος Γερμανός στρατηγός, που κυβέρνησε ουσιαστικά την υπόλοιπη επικράτεια της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 461 έως τον θάνατό του το 472, με ένα σύντομο διάλειμμα, στο οποίο αμφισβητήθηκε η εξουσία του από τον Ανθέμιο. Αντλώντας τη δύναμή του από τη θέση του ως μάγιστρος του στρατού (magister militum) της Δυτικής Αυτοκρατορίας, ο Ρίκιμερ άσκησε πολιτικό έλεγχο μέσω μίας σειράς Αυτοκρατόρων-μαριονετών.

Το στρατιωτικό αξίωμα του Ρίκιμερ και η κυριαρχία του στην Αυτοκρατορία οδήγησαν ορισμένους ιστορικούς στο συμπέρασμα, ότι ήταν ένας σύνδεσμος μεταξύ των προηγούμενων magistri militum, όπως ο Βάνδαλος Στιλίχων, και ο Γότθος Οδόακρος βασιλιάς της Ιταλίας. [2]

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ημερομηνία γέννησης του Ρίκιμερ είναι άγνωστη. Ορισμένοι μελετητές το έχουν χρονολογήσει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 430, κάτι που θα τον έκανε ασυνήθιστα νέο, όταν ανέβαινε στην εξουσία. Μία ημερομηνία γέννησης γύρω στο 418 είναι πιο πιθανή. Άγνωστα είναι και τα ονόματα των γονιών του. Στον πανηγυρικό του προς τον Ανθέμιο, που εκφωνήθηκε το 468, ο ποιητής Σιδώνιος Απολλινάριος ισχυρίστηκε, ότι ο Ρίκιμερ ήταν Σουηβός από την πλευρά τού πατέρα του και Βισιγότθος από την πλευρά τής μητέρας του, διευκρινίζοντας ότι ο εκ μητρός πάππος του ήταν ο Βάλλια βασιλιάς των Βησιγότθων, ο οποίος απεβίωσε το 418. Έχει προταθεί ότι ο Σουηβός πατέρας του μπορεί να ήταν γιος του Ερμέρικ, του βασιλιά των Σουηβών γύρω στο 418, ή πιθανώς του Ερμεγάριου, ενός Σουηβού πολέμαρχου που απεβίωσε το 429. [3]

Έχει υποτεθεί ότι ο Ρίκιμερ ήταν ο απόγονος ενός γάμου-συμμαχίας μεταξύ των κυρίαρχων οίκων Σουηβών και Γότθων. Μία τέτοια συμμαχία έχει προταθεί ότι συνέβη το έτος 431, αλλά μία πιο πιθανή ημερομηνία είναι πριν από το τέλος του Βάλλια το 418. Οι διάδοχοι του Βάλλια ως ηγέτη των Βησιγότθων δεν ήταν στενοί συγγενείς του και μπορεί να είχαν γίνει εχθρικοί προς τα μέλη της οικογένειας του νεκρού βασιλιά. Καθώς η είσοδος στο στρατό της Δυτικής Αυτοκρατορίας ήταν μία συχνή επιλογή για τους «ηττημένους από τους αγώνες για ηγεσία μεταξύ των βαρβάρων», [3] η οικογένεια του Ρίκιμερ μπορεί να είχε εισέλθει στην υπηρεσία της Ρώμης. [4]

Η μικρότερη αδελφή του Ρίκιμερ παντρεύτηκε αργότερα τον Γκουντέριχο, τον βασιλιά των Βουργουνδών.

Άνοδος στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Σιδώνιο Απολλινάριο, ο Ρίκιμερ υπηρέτησε υπό τον magister militum Φλάβιο Αέτιο μαζί με τον cοmes domesticorum Mαϊοριανό, με τον οποίο έγινε φίλος. [5]

Ένα κενό εξουσίας δημιουργήθηκε στη Δυτική Αυτοκρατορία μετά τα γεγονότα του 454 και του 455, που είδαν τις διαδοχικές δολοφονίες του Αετίου και του Δυτικού Αυτοκράτορα Βαλεντινιανού Γ΄ , ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη δολοφονία του magister militum. Μετά τις δολοφονίες, ο Ρωμαίος συγκλητικός Πετρόνιος Μάξιμος αυτοανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας. Όμως ο Πετρόνιος σκοτώθηκε από τον ρωμαϊκό όχλο, αμέσως πριν από τη λεηλασία της πόλης από τους Βανδάλους το 455. Μετά την λεηλασία, ο βασιλιάς των Βησιγότθων Θεοδώριχος Β΄ ανακήρυξε Αυτοκράτορα τον Άβιτο, τον Ρωμαίο στρατιωτικό διοικητή στη Γαλατία. Σε αντάλλαγμα για την υποστήριξη του Θεοδώριχου Β΄, ο Άβιτος συμφώνησε να επιτρέψει στους Βησιγότθους να εισέλθουν στην ελεγχόμενη από τους Σουηβούς Ισπανία. Ο Θεοδώριχος Β΄ συμφώνησε με τις προσφορές του Αβίτου και ο νέος Αυτοκράτορας, με τους Βησιγότθους υπό τις διαταγές του, βάδισε στη Ρώμη για να εξασφαλίσει τον θρόνο. Ο Άβιτος ονόμασε τον Βησιγότθο Ρέμιστο ως magister militum, μία θέση που ήταν κενή από τον θάνατο του Aετίου.

Μετά την άφιξη του Aβίτου στη Ρώμη, ο Mαϊοριανός έδωσε την υποστήριξή του, έστω και απρόθυμα, στον νέον Αυτοκράτορα. Ο Άβιτος στη συνέχεια διόρισε τον Ρίκιμερ ως comes, δηλ. ακόλουθο του Αυτοκράτορα, μία εξέχουσα στρατιωτική θέση. Ωστόσο σε αυτό το σημείο η Δυτική Αυτοκρατορία περιελάμβανε μόνο την Ιταλική Χερσόνησο και τμήματα της νότιας Γαλατίας, ένα απλό κλάσμα της επικράτειας που κατείχε η Ρώμη στους προηγούμενους αιώνες.

Ο Ρίκιμερ συγκέντρωσε στρατό και ναυτικό από τους Γερμανούς μισθοφόρους, που είχε στη διάθεσή του και ξεκίνησε εκστρατείες εναντίον «βαρβάρων» φυλών, που βρίσκονταν σε σύγκρουση με την Αυτοκρατορία. Ο Ρίκιμερ επέτυχε την πρώτη του σημαντική νίκη το 456, όταν νίκησε τους Βάνδαλους στη μάχη του Ακράγαντα και τη μάχη της Κορσικής. Αν και ο Πρίσκος γράφει, ότι ο Άβιτος τον είχε στείλει στη Σικελία για να εμπλακεί με τους Βάνδαλους, ο Υδάτιος αναφέρει ότι νίκησε τους Βάνδαλους κοντά στην Κορσική. [6] Μετά τη νίκη του στη Μεσόγειο, ο Ρίκιμερ διορίστηκε από τον Άβιτο ως magister militum praesentalis, διοικητής του στρατού πεδίου της Δυτικής Αυτοκρατορίας στην Ιταλία και ουσιαστικά ο δεύτερος υψηλότερος βαθμός που ήταν διαθέσιμος σε έναν στρατηγό της Δύσης.

Ο Ρίκιμερ χρησιμοποίησε τη νέα του θέση για να βοηθήσει τον συνάδελφό του Mαϊοριανό στη συνωμοσία εναντίον του Aβίτου, ο οποίος δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί ως Αυτοκράτορας της Δύσης από τον Mαρκιανό, τον Ανατολικό Αυτοκράτορα. Ο Ρίκιμερ και ο Mαϊοριανός έπεισαν τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο να εγκρίνει μία στρατιωτική αποστολή εναντίον του Aβίτου, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Ραβέννας. Οι δύο τους οδήγησαν έναν στρατό εναντίον μίας αυτοκρατορικής δύναμης, που διοικούνταν από τον magister militum Ρέμιστο, την οποία νίκησαν. Ο Ρέμιστος εκτελέστηκε στην Κλάσση της Ραβέννας στις 17 Σεπτεμβρίου 456. Ο Άβιτος κατέφυγε στη Γαλατία, για να συγκεντρώσει υποστήριξη και στρατό από τους Βησιγότθους και τους Γαλάτες οπαδούς του. Έναν μήνα αργότερα, στις 16 Οκτωβρίου, ο Άβιτος επέστρεψε, αλλά ηττήθηκε βαριά στην Πιατσέντσα από τον Ρίκιμερ. Ο αυτοκράτορας συνελήφθη, αναγκάστηκε να αναλάβει την επισκοπή της Πιατσέντσα και τελικά εκτελέστηκε. [7] Με τον δυτικό θρόνο κενό, ο νέος Ανατολικός Αυτοκράτορας Λέων Α΄,\ έδωσε στον Ρίκιμερ τον τίτλο του πατρικίου και τον βαθμό του magister militum στις 28 Φεβρουαρίου 457. Ο Λέων Α΄ διόρισε τον Μαϊοριανό να αντικαταστήσει τον Ρίκιμερ στην Ιταλική διοίκηση. Χωρίς Δυτικό Αυτοκράτορα, ο Λέων Α΄ ήλπιζε να χρησιμοποιήσει τον Ρίκιμερ ως αποτελεσματικό αντιπρόσωπό του στη Δύση.

Μάγιστρος του στρατού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Mαϊοριανός (457–461)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως Γερμανός Αρειανής πίστης, ο Ρίκιμερ θεωρήθηκε ότι δεν ήταν κατάλληλος για τον αυτοκρατορικό θρόνο, αλλά ως μάγιστρος του στρατού κέρδισε επιρροή στους γερμανικούς λαούς, που κατείχαν τη Γαλατία, την Ισπανία και τη Βόρεια Αφρική. Έμεινε με τις επιλογές να διαλύσει τη Δυτική Αυτοκρατορία και να κυβερνήσει ως επίσημος αντιβασιλιάς του Λέοντα Α΄ στην Κωνσταντινούπολη ή να ασκήσει την εξουσία του στη Δύση μέσω ενός αυτοκράτορα-μαριονέτας. Αν και ήλπιζε να κάνει την πρώτη επιλογή, η ρωμαϊκή αριστοκρατία αρνήθηκε να συναινέσει σε αυτό το βήμα και ο Ρίκιμερ αναγκάστηκε να κάνει το δεύτερο.

Με έναν κενό δυτικό θρόνο, οι Αλαμαννοί εισέβαλαν στην Ιταλία. Μετακινήθηκαν από τη Ραιτία και κατάφεραν να διεισδύσουν στην Ιταλία, φτάνοντας στη λίμνη Ματζιόρε. Ο Μαϊοριανός οδήγησε τον στρατό του στα βόρεια, για να πολεμήσει τους Αλαμαννούς, νικώντας τους. Ο Μαϊοριανός ανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας από τα στρατεύματά του σε ένα μέρος, που ονομάζετο ad Columellas την 1η Απριλίου 457 [8] Συνειδητοποιώντας τις δυνατότητες του Mαϊοριανού ως μαριονέτας, ο Ρίκιμερ παρότρυνε τον Λέοντα Α΄ να δώσει τη συγκατάθεσή του σε αυτή τη ρύθμιση.

Αν και ο Ρίκιμερ περίμενε να ελέγχει τον φίλο του, ο Μαϊοριανός αποδείχθηκε ικανός ηγεμόνας και σύντομα απομακρύνθηκε από τον αρχηγό του. Ο Mαϊοριανός έδειξε τις στρατιωτικές του ικανότητες μέσω της εκ νέου κατάκτησης της Γαλατίας και των εκστρατειών του στην Ισπανία. Οι εκστρατείες του Mαϊοριανού ουσιαστικά υπέταξαν τους Βησιγότθους και τους επέστρεψαν στην προ του Aβίτου, που ήταν υπόσπονδοι (foederati), κατάστασή τους, αυξάνοντας σημαντικά τη θέση του στη Σύγκλητο και τον στρατό. Στη συνέχεια, ο Mαϊοριανός προετοιμάστηκε για μία εκστρατεία κατά των Βανδάλων του Γιζερίχου. Με τον Mαϊοριανό στην Ισπανία, ο Ρίκιμερ έμεινε στην Ιταλία. 

Ο Mαϊοριανός ηττήθηκε από τον Γιζέριχο, πιθανώς μέσω προδοσίας, κοντά στη σύγχρονη Βαλένθια της Ισπανίας, ενώ οργάνωνε έναν μισθοφορικό στρατό. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, ο Ρίκιμερ έπεισε τη Σύγκλητο να στραφεί εναντίον του Αυτοκράτορα, ο οποίος σύντομα διέλυσε τον στρατό του και επέστρεψε στην Ιταλία. Μαθαίνοντας ότι ο Αυτοκράτορας βρισκόταν στην Τορτόνα, ο Ρίκιμερ οδήγησε ένα στρατιωτικό απόσπασμα εκεί και τον συνέλαβε. Καθαιρώντας τον Mαϊοριανό στις 3 Αυγούστου 461, ο Ρίκιμερ βασάνισε τον Αυτοκράτορα και τελικά τον αποκεφάλισε στις 7 Αυγούστου [9].

Λίβιος Σεβήρος (461–465)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δολοφονία του Mαϊοριανού από τον Ρίκιμερ δεν άρεσε σε ορισμένα τμήματα του στρατιωτικού κατεστημένου, ειδικά του διοικητή στρατηγού στη Γαλατία, Aιγιδίου, και του διοικητή στρατηγού στη Δαλματία, Mαρκελίνου, που κυβέρνησαν τις αντίστοιχες περιοχές τους ανεξάρτητα από την αυτοκρατορική εξουσία. Αυτοί οι δύο στρατηγοί μπήκαν σε ανοικτές εχθροπραξίες με τον Ρίκιμερ και αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τη θέση του Ρίκιμερ. Ο Ρίκιμερ κυβέρνησε τη Δύση χωρίς Αυτοκράτορα για τρεις μήνες. Αντιμετωπίζοντας την πίεση της Συγκλήτου και της ιταλικής αριστοκρατίας, ο ρίκιμερ ονόμασε τον όχι διακεκριμένο γερουσιαστή Λίβιο Σεβήρο ως μαριονέτα-Αυτοκράτορά του. Αν και ο Σεβήρος αναγνωρίστηκε από τη Σύγκλητο, ο Ανατολικός Αυτοκράτορας Λέων Α΄ αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ως δυτικό ομόλογό του. Αν και αντιμετώπισε ανοικτή στρατιωτική αντίθεση από δυτικούς στρατηγούς, με Αυτοκράτορα τον υπάκουο Σεβήρο, ο Ρίκιμερ ήταν κύριος της Ρώμης.

Τα κύρια προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Ρίκιμερ κατά τη διάρκεια της «βασιλείας» τού Σεβήρου ήταν η στρατιωτική αντίθεση από τους Βανδάλους και η πολιτική αντίθεση από την Ανατολική Αυτοκρατορία. Οι Βάνδαλοι έκαναν συνεχείς επιδρομές στις ιταλικές ακτές από τη δολοφονία του Βαλεντινιανού Γ΄ το 455, προκαλώντας καταστροφές στην ιταλική οικονομία. Ταυτόχρονα, επειδή ο Λέων Α΄ δεν αναγνώρισε τον Σεβήρο ως Δυτικό Αυτοκράτορα, αρνήθηκε να παράσχει βοήθεια στη δυτική κυβέρνηση. Η Κωνσταντινούπολη είχε συνάψει ειρήνη με τον Γιζεριχο το 462, αλλά είχε αρνηθεί να παρέμβει στις επιδρομές των Βανδάλων. Λόγω των μειωμένων φορολογικών εσόδων και με τους βασικούς στρατούς της Δύσης υπό τον έλεγχο της αντιπολίτευσης, ο Ρίκιμερ χρειαζόταν βοήθεια από την Ανατολή, για να διατηρήσει την τάξη στη Δύση. Ως εκ τούτου, ο Σεβήρος, παρά την υπάκουη φύση του, ως μη δεκτός από την Κωνσταντινούπολη, αντιπροσώπευε ένα εμπόδιο στη δύναμη του Ρίκιμερ. Μετά το τέλος του Σεβήρου το 465 -που φημολογείται, σύμφωνα με τον Κασσιόδωρο, ότι είχε δηλητηριαστεί από τον Ρίκιμερ [10]- ο Ρίκιμερ κυβέρνησε τη Δύση για δεκαοκτώ μήνες χωρίς Αυτοκράτορα, καθώς περίμενε τον Λέοντα Α΄ να ονομάσει τον διάδοχο του Σεβήρου.

Ανθέμιος (467–472)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βάνδαλοι είδαν τον κενό δυτικό θρόνο ως ευκαιρία να επηρεάσουν την Αυτοκρατορική πολιτική. Ο Γιζέριχος υποστήριξε την υποψηφιότητα του Oλύβριου για Αυτοκράτορα. Ο Γιζέριχος είχε οικογενειακούς δεσμούς με τον Oλύβριο, καθώς τόσο ο Oλύβριος, όσο και ο γιος τού Γιζέριχου Ουνέριχος είχαν νυμφευτεί τις δύο κόρες του Βαλεντινιανού Γ΄. Με τον Oλύβριο στον θρόνο, ο Γιζέριχος θα γινόταν η πραγματική δύναμη πίσω από το θρόνο στη Δύση, αντικαθιστώντας τον Ρίκιμερ. Οι Βάνδαλοι επέκτειναν τις επιθέσεις τους στη Σικελία και την Ιταλία στα εδάφη της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, για να θέσουν τον Λέοντα Α΄ υπό πίεση. Άρχισαν να λεηλατούν και να υποδουλώνουν ανθρώπους που ζούσαν στο Ιλλυρικό, την Πελοπόννησο και άλλα μέρη της Ελλάδας.

Το 467 ο Λέων Α΄, αντιμέτωπος με αυξανόμενη επίθεση Βανδάλων, ονόμασε τον Ανθέμιο, τον αρχηγό του Ιλλυρικού Στρατού, ως Δυτικό Αυτοκράτορα. Ο Λέων Α΄ έστειλε τον Ανθέμιο στην Ιταλία με στρατό με επικεφαλής τον διοικητή τού στρατού της Δαλματίας Μαρκελλίνο, ο οποίος είχε επαναστατήσει στο παρελθόν εναντίον του Ρίκιμερ. Ο Ανθέμιος έπρεπε να εξασφαλίσει τον δυτικό θρόνο και να ανακαταλάβει τη Βόρεια Αφρική από τους Βανδάλους. Ο Ρίκιμερ πρέπει αρχικά να θεώρησε τον διορισμό του Ανθέμιου ως υπονόμευση της θέσης του. Σε αντίθεση με τον Λίβιο Σεβήρο, ο Ανθέμιος είχε αποδεδειγμένη ιστορία στρατιωτικής επιτυχίας και είχε οικογενειακούς δεσμούς με τη δυναστεία του Θεοδοσίου Α΄. Ωστόσο, έχοντας ανάγκη την υποστήριξη της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, ο Ρίκιμερ αναγκάστηκε να τον δεχτεί. Για να σταθεροποιήσει τις σχέσεις του με τον νέον Αυτοκράτορα, ο Ρίκιμερ νυμφεύτηκε διπλωματικά την κόρη του Ανθέμιου, την Αλυπία, [11] και για κάποιο διάστημα έζησε ειρηνικά με τον Ανθέμιο.

Λίγο μετά την ανάληψη του δυτικού θρόνου, ο Ανθέμιος έδωσε στον Μαρκελλίνο τον βαθμό τού πατρικίου, σε μία προσπάθεια να αντισταθμίσει την εξουσία του Ρίκιμερ. Στην Ανατολή, ήταν καθιερωμένη πρακτική να υπάρχουν δύο ανώτατοι διοικητές, ενώ στη Δύση είχε γίνει κοινό να υπάρχει μόνο ένας. Με την εμπειρία του με την ανατολική στρατιωτική δομή, αυτή μπορεί να ήταν μία προσπάθεια του Ανθέμιου να εισαγάγει την ανατολική δομή και να κυβερνήσει όπως ο ανατολικός Αυτοκράτορας, χρησιμοποιώντας τον επιτυχημένο και αξιόπιστο Mαρκελίνο ως ανώτατο συνδιοικητή με τον Ρίκιμερ. Τόσο ο Λέων Α΄ όσο και ο Ανθέμιος είχαν δει τη δυσκολία, που είχαν οι Δυτικοί Αυτοκράτορες να διατηρήσουν τον έλεγχο του δυτικού στρατού με την ύπαρξη ενός και μόνο αδιαμφισβήτητου ανώτατου διοικητή.

Το 468 ο Λέων Α΄ οργάνωσε μία μεγάλη εκστρατεία κατά των Βανδάλων στη Βόρεια Αφρική, στην οποία η Ανατολή και η Δύση θα δέσμευαν σημαντικές δυνάμεις. Ο στρατηγός του Θρακικού στρατού Βασιλίσκος, κουνιάδος του Λέοντα, ανέλαβε την ανώτατη διοίκηση της κοινής επίθεσης Ανατολής και Δύσης, με τον Μαρκελλίνο να διοικεί τις δυτικές δυνάμεις. Το σχέδιο προέβλεπε μία τριπλή επίθεση με επικεφαλής τον Βασιλίσκο, τον Μαρκελλίνο και τον Ηράκλειο της Έδεσσας, τον κόμη τού στρατού (comes militaris) της Αιγύπτου. [12] Ο Βασιλίσκος επρόκειτο να αποβιβαστεί σε απόσταση από την Καρχηδόνα με τον κύριο στρατό (μεταφερόμενος από έναν στόλο άνω των 1.000 πλοίων) και στη συνέχεια να συνδεθεί με τον Ηράκλειο, προχωρώντας από την Τριπολιτανία. Ο Μαρκελλίνος έπρεπε να εξασφαλίσει τη Σικελία και τη Σαρδηνία και στη συνέχεια να πλεύσει στην Καρχηδόνα. [12] [13] Ο Ρίκιμερ, υπό τη γενική διοίκηση του Mαρκελίνου, διοικούσε μεγάλο μέρος των δυτικών δυνάμεων στην αποστολή. Η συμπεριφορά του Ρίκιμερ δημιούργησε υποψίες, ότι ήθελε κρυφά η αποστολή να αποτύχει, κάτι που τελικά έγινε μετά την καταστροφική μάχη του Κάπε Μπον. Το μεγαλύτερο μέρος τού κοινού στόλου καταστράφηκε, με τον ίδιο τον Μαρκελλίνο να δολοφονείται από τους δικούς του στρατιώτες ενώ βρισκόταν στη Σικελία, ίσως μετά από παρότρυνση του Ρίκιμερ.

Η αποτυχημένη κοινή αποστολή κατά των Βανδάλων χρεοκόπησε τη Δυτική και την Ανατολική Αυτοκρατορία και μείωσε πολύ τη στρατιωτική ισχύ τους. Στο άκουσμα της καταστροφικής ήττας, οι Βησιγότθοι επανέλαβαν τους επεκτατικούς τους πολέμους κατά της Δύσης και οι Βάνδαλοι ξανάρχισαν τις επιδρομές στην Ιταλία. Επιπλέον, με τον Mαρκελίνο νεκρό, ο Ρίκιμερ έμεινε ως ο μοναδικός Ανώτατος Διοικητής της Δύσης. Ο Μαρκελλίνος ήταν ο αγαπημένος τού Ανθέμιου από τους δύο στρατηγούς και το τέλος του διεύρυνε το χάσμα μεταξύ του Αυτοκράτορα και του Ρίκιμερ. Το σημείο καμπής της σχέσης τους ήταν η δίκη του Ρωμανού, του αυτοκρατορικού καγκελαρίου (magister officiorum) και υποστηρικτή του Ρίκιμερ, τον οποίο ο Ανθέμιος κατηγόρησε για προδοσία και τον καταδίκασε σε θάνατο το 470. [14] Μετά την εκτέλεση του Ρωμανού από τον Ανθέμιο, ο Ρίκιμερ μετακινήθηκε βόρεια στο Μεδιόλανον με δύναμη πολλών χιλιάδων στρατιωτών. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο επιδεινώθηκαν, σε σημείο που ζητήθηκε από τον Επιφάνιο της Παβίας επίσκοπο Μεδιολάνων, να διαπραγματευτεί την ειρήνη μεταξύ τους. [15]

Παρά τις προσπάθειες τού επισκόπου, ξέσπασε ανοικτός πόλεμος μεταξύ Ρίκιμερ και Ανθέμιου ξανά το 472. Ο Ρίκιμερ, μαζί με τις βάρβαρες μισθοφορικές μονάδες του (συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτών του Οδόακρου), βάδισε στη Ρώμη. Πολιορκημένος, ο Ανθέμιος κατέφυγε στη βασιλική του Αγίου Πέτρου. Ο Λέων Α΄ έστειλε τον Ολύβριο για να μεσολαβήσει για μία ανακωχή μεταξύ του Ρίκιμερ και του Ανθέμιου, αλλά, σύμφωνα με τον Ιωάννη Μαλάλα, είχε στείλει μία μυστική επιστολή στον Ανθέμιο, προτρέποντάς τον να σκοτώσει τον Ολύβριο. Ο Ρίκιμερ έκλεψε την επιστολή, την έδειξε στον Ολύβριο και τον έβαλε να ανακηρυχθεί Αυτοκράτορας. [16] Η πολιορκία κράτησε πέντε μήνες. Ο Ρίκιμερ μπήκε τελικά στην πόλη και κατάφερε να αποσπάσει το λιμάνι στον Τίβερη από τον Παλατίνο Λόφο, λιμοκτώντας τους υποστηρικτές τού Αυτοκράτορα. [17] Και οι δύο πλευρές έκαναν έκκληση στον στρατό πεδίου στη Γαλατία, αλλά ο Βουργουνδός διοικητής στρατηγός της Γαλατίας, Γκούντομπαντ, υποστήριξε τον θείο του Ρίκιμερ.

Ο Ανθέμιος άντεξε, μέχρι που οι υποστηρικτές του τον εγκατέλειψαν. Μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, ο Αυτοκράτορας πιάστηκε, στην προσπάθειά του να φύγει από την πόλη, στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ιν Τραστέβερε, όπου αποκεφαλίστηκε στις 11 Ιουλίου 472. [18] Στη συνέχεια, ο Ρίκιμερ ανακήρυξε Αυτοκράτορα τον Ολύβριο, ο οποίος ήταν υποψήφιος για αυτοκράτορας, όταν κάποτε τον είχαν ευνοήσει ο Ρίκιμερ και ο Γιζέριχος.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυριαρχία του Ρίκιμερ διήρκεσε μέχρι το τέλος του από αιμορραγία στις 19 Αυγούστου 472, έξι εβδομάδες μετά την καθαίρεση του Ανθεμίου. [19] [20] [21] Τον τίτλο του πατρικίου και τη θέση του ως ανώτατου διοικητή ανέλαβε ο ανιψιός του Γκούντομπαντ.

Χωρίς μία ισχυρή προσωπικότητα που να την καθοδηγεί, η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γνώρισε μία ακόμη πιο γρήγορη διαδοχή αυτοκρατόρων, χωρίς κάποιος από τους οποίους να μπορέσει να εδραιώσει αποτελεσματικά την εξουσία. Η γραμμή των Δυτικών Ρωμαίων Αυτοκρατόρων έληξε αναμφισβήτητα είτε το 476 (με την εκτόπιση του Ρωμύλου Αυγούστου από τον Οδόακρο ) είτε το 480 (με το τέλος του Ιουλίου Νέπωτα), συγκεντρώνοντας την υπόλοιπη αυτοκρατορική δύναμη στη μακρινή Κωνσταντινούπολη.

Ως θέμα σε όπερες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ζωή του Ρίκιμερ χρησιμοποιήθηκε ως θέμα λιμπρέτων όπερας τον 17ο και 18ο αι., διανθίζοντας τη βιογραφία του με ρομαντικές και πολιτικές μηχανορραφίες. Το παλαιότερο έργο ήταν το Ricimero re de' Vandali του Mαττέο Νόρις (που σκηνοθετήθηκε από τον Κάρλο Παλαβιτσίνo, 1684), το οποίο επικεντρώνεται στην εγκατάσταση του Aνθεμίου στη Ρώμη και στην υπόσχεση γάμου με την κόρη του Δομιζία. Ένα πιο γνωστό σκηνικό ήταν το λιμπρέτο των Aπόστολo Τσένo και Πιέτρο Παριάτι Flavio Anicio Olibrio, που σκηνοθετήθηκε από τους Φραντσέσκο Γκασπαρίνι (1708), Nικόλα Πορπόρα (1711), Λεονάρντο Βίντσι (1728) και Nικολό Τζομέλι (1740). Αυτό το λιμπρέτο βασίζεται στην πολιορκία της Ρώμης από τον Ρίκιμερ και τη σχέση του με τον Oλύβριο και τους έρωτές τους.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Michael Frassetto, "Encyclopedia of Barbarian Europe, Society in Transformation", p. 305; Cambridge Medieval History, vol. 1 (1967:420ff.
  2. J. B. Bury, History of the Later Roman Empire (London: Macmillan, 1889), vol. 1 p. 241
  3. 3,0 3,1 Andrew Gillett, "The Birth of Ricimer", Historia: Zeitschrift für Alte Geschichte, 44, 3 (1995), pp. 380–84.
  4. Sister: Herwig Wolfram, History of the Goths, (1979) 1988:33, following Martindale, Prosopography, 2:524f; daughter: Wolfram 1988:202.
  5. Sidonius, Carmen V, 266-268; translated by W. B. Anderson, Sidonius: Poems and Letters (Harvard: Loeb Classical Library, 1980), vol. 1 p. 83
  6. Priscus, fragment 24; translated by C.D. Gordon, The Age of Attila: Fifth Century Byzantium and the Barbarians (Ann Arbor: University of Michigan, 1966), p. 115. Bury, History of the Later Roman Empire, vol. 1 p. 236
  7. John of Antioch, fragment 202; translated by C.D. Gordon, Age of Attila, p. 116
  8. Sidonius, Carmina; Letters. Translation: Anderson, W.B., Sidonius. Poems and Letters, 2 vols. (Loeb, 1936–1965)
  9. Priscus, fragment 27, John of Antioch, fragment 203; both translated by C. D. Gordon, Age of Attila, pp. 116f
  10. Cassiodrus, Chronicle, 1280, quoted in Oost, "D. N. Libivs Severvs P. F. AVGA", Classical Philology, 65 (1970), p. 229
  11. «Ralph W. Mathisen, "Anthemius (12 April 467 - 11 July 472 AD.)"». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιουνίου 2009. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2022. 
  12. 12,0 12,1 Hussey (1967), p. 426
  13. Stephen Williams and Gerard Friell, The Rome That Did Not Fall: Survival of the East in the fifth century, pp 178
  14. Cassiodorus, Chronicon, 1289; Paul the Deacon, Historia Romana, xv.2; John of Antioch, fragments 209.1–2, 207, translated by C.D. Gordon, The Age of Attila (Ann Arbor: University of Michigan, 1966), pp. 122f
  15. Related in Ennodius, Vita Epifanius, 51-75; translated in Sr. Genevieve Marie Cook, The Life of Saint Epiphanius by Ennodius: A translation with an introduction and commentary (Washington: Catholic University of America, 1942), pp. 53-63.
  16. John Malalas, Chronographica, 373–374.
  17. John of Antioch, fragment 209.1–2; translated by C.D. Gordon, The Age of Attila, pp. 122f
  18. John of Antioch, fragment 209, translated by C.D Gordon, Age of Attila, pp. 122f
  19. Cassiodorus, Chronica 472 AD: "post XL dies defunctus est. Olybrius autem VII imperii mense vitam peregit." Between 11 July and 19 August there were exactly 40 days using inclusive counting.
  20. Paschale campanum 473: "moritur Ricimer XIIII kal. Septem." (19 August)
  21. Fasti vindobonenses priores 472: "est Ricimer XV kl. Septemb". (18 August, probably "XIV" is intended)

Γενικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Chisholm, Hugh, ed. (1911). "Ricimer" . Encyclopædia Britannica. Vol. 23 (11th ed.). Cambridge University Press. p. 314.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Friedrich Anders: Flavius Ricimer: Macht und Ohnmacht des weströmischen Heermeisters in der zweiten Hälfte des 5. Jahrhunderts . Φρανκφούρτη α. Μ., 2010.
  • John B. Bury : History of the Later Roman Empire. Από τον θάνατο του Θεοδοσίου Ι. μέχρι τον θάνατο του Ιουστινιανού . Τομ. 1, Νέα Υόρκη, 1923.
  • Max Flomen: The Original Godfather. Ricimer και η πτώση της Ρώμης . Στο: Hirundo 8, 2009, pp. 9 επ.
  • Andrew Gillett, "The Birth of Ricimer", Historia 44, 1995, pp. 380 επ.
  • Penny MacGeorge: Late Roman Warlords . Οξφόρδη 2002, σσ. 167 επ.
  • John M. O'Flynn: Στρατηγός της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας . Έντμοντον, 1983.
  • Guy Lacam: Ricimer . Un Barbare au service de Rome . Παρίσι, 1986.
  • Julian Reynolds: Defending Rome: The Masters of the Soldiers . Xlibris, 2012.[αυτοδημοσιευμένη πηγή][ αυτοδημοσιευμένη πηγή ]
  • L. Robert Scott: "Antibarbarian Sentiment and the "Barbarian" General in Roman Imperial Service: The Case of Ricimer". Στο: J. Harmatta (επιμ. ): Πρακτικά 7ου Συνεδρίου της Διεθνούς Ομοσπονδίας Εταιρειών Κλασικών Σπουδών Bd. 2, Βουδαπέστη, 1984, σσ. 23 επ.