Παντελέι Κισελόβ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Παντελέι Κισελόβ
General Kiselov.jpg
Γέννηση 23 Οκτωβρίου 1863
Σβιστόβ (Βουλγαρία)
Θάνατος 14 Οκτωβρίου 1927
Σόφια (Βουλγαρία)
Εν ενεργεία 1885-1918
Βαθμός Στρατηγός
Διοικήσεις 5ο Σύνταγμα Πεζικού
8ο Παραθαλάσσιο Σύνταγμα
4η Μεραρχία Πεζικού Πρέσλαβ
Μάχες/πόλεμοι Βίντιν
Κιρκ Κιλίς
Τουτρακάν
Τιμές BulgarianWarTimeMeritRibbon.jpgBg1osa.pngBg1omm.pngTUR Harp Madalyasi BAR.svg

Ο Παντελέι Κισελόβ (βουλγάρικα Пантелей Киселов) (γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1863 στο Σβιστόβ και απεβίωσε στις 14 Οκτωβρίου 1927 στη Σόφια) ήταν Βούλγαρος Στρατηγός που πολέμησε στον Σερβοβουλγαρικό Πόλεμο του 1885, στους Βαλκανικούς Πολέμους των ετών 1912 και 1913 και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι γνωστός ως διοικητής της 4ης Μεραρχίας Πεζικού Πρέσλαβ κατά τη διάρκεια της ρουμανικής εκστρατείας του 1916 και νικητής στη μάχη του Τουτρακάν.

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παντελέι ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας του Γκεόργκι Κισελόβ και της Τομίτσα Κισελόβα. Τα τρια αδέρφια του ονομάζονταν Συμεών, Ιλιά και Άνγκελ ενώ οι δύο αδερφές του ονομάζονταν Ελένα και Ευδικία. Ο Γκεόργκι ήταν πλούσιος έμπορος και ήθελε τα παιδιά του να αναλάβουν την επιχείρηση του, γι' αυτό και έδωσε μεγάλη έμφαση στην εκπαίδευση τους - τα παιδιά φοιτούσαν στο τοπικό σχολείο του Σβιστόβ και είχαν ιδιωτικό δάσκαλο.[1] Ο Παντελέι έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον στη μελέτη ξένων γλωσσών, κυρίως των γαλλικών, με αποτέλεσμα να αναπτύξει στενές σχέσεις με τον δάσκαλο του, Γκεόργκι Μπόροβ, ο οποίος παρείχε στο παιδί διάφορα βιβλία.

Στις 28 Ιουνίου 1877, οι ρωσικές μονάδες πέρασαν τον Δούναβη και απελευθέρωσαν το Σβιστόβ, όπου εγκαθίδρυσαν τη βάση των επιχειρήσεων τους. Οι στρατιώτες έγιναν δεκτοί με ευφορία από τους ντόπιους κάτοικους, συμπεριλαμβανομένου και του 14χρονου Κισελόβ. Το αγόρι είχε επαφές με Ρώσους αξιωματικούς και στρατιώτες και εξέφρασε τη θέληση του να υπηρετήσει στον στρατό. Μετά τον πόλεμο έγινε γνωστό πως θα άνοιγε μια στρατιωτική σχολή στη Σόφια και ο Παντελέι αποφάσισε να σπουδάσει σ' αυτή τη σχολή. Ο Γκεόργκι Κισελόβ υποστήριξε την απόφαση του γιου του αλλά σύντομα έχασε αρκετά χρήματα, αρρώστησε και απεβίωσε.[1]

Το 1880, ο Παντελέι τραυματίστηκε κατά λάθος από τον νεότερο αδερφό του, Άνγκελ, ο οποίος έπαιζε με ένα ρωσικό περίστροφο χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν γεμάτος σφαίρες.[1]. Το ίδιο έτος, εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή της Σόφιας. Κατά τη διάρκεια της φοίτησης του, ο Παντελέι έγινε γνώστης της ρωσικής γλώσσας και άριστος φοιτητής. Στις 30 Ιουλίου 1833, οι φοιτητές γιόρτασαν την αποφοίτηση τους με παρέλαση προς τιμή του Πρίγκιπα Αλεξάντερ Μπάττενμπεργκ, ο οποίος γιόρταζε την ονομαστική του και έδωσε στους φοιτητές το πρώτο τους αξίωμα. Μετά την αποφοίτηση του, ο Παντελέι Κισελόβ συμπεριλήφθη στο 15ο Τάγμα Πεζικού, το οποίο υπηρετούσε στην πατρική του πόλη.[1]

Σερβοβουλγαρικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Σερβοβουλγαρικού Πολέμου το 1885, ο Υπολοχαγός Κισελόβ και η μονάδα του ανέλαβε την άμυνα του οχυρού Βίντιν. Η πόλη πολιορκήθηκε από τις σερβικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν το αριθμητικό πλεονέκτημα, αλλά η φρουρά της πόλης απώθησε όλες τις επιθέσεις των Σέρβων μέχρι το τέλος του πολέμου.

Στις 1 Ιανουαρίου 1888, ο Κισελόβ προήχθη σε Λοχαγό και ανέλαβε τη διοίκηση των συνοριοφυλάκων στο Σβιστόβ.[1] Για 10 χρόνια, ο Παντελέι ζούσε στην πατρική του πόλη, παντρεύτηκε και απέκτησε 3 παιδιά - τον Γκεόργκι, τον Αλεξάνταρ και την Τατιάνα.

Στις 1 Ιανουαρίου 1899, ενώ υπηρετούσε στη Βάρνα, προήχθη στο αξίωμα του Ταγματάρχη και ανέλαβε τη διοίκηση ενός τάγματος πεζικού. Το 1908, ανακλήθηκε αιφνιδιαστικά στη Σόφια και υπηρέτησε ως Φρούραρχος της Σόφιας για μερικούς μήνες, μέχρι που το Γενικό Επιτελείο των Βουλγάρων τον έστειλε στη Γαλλία για περαιτέρω εκπαίδευση. Για ένα χρόνο, υπηρέτησε στο 82ο Γαλλικό Σύνταγμα στην πόλη του Μοντζουά.[1] Μετά την επιστροφή του στη Βουλγαρία, ο Κισελόβ προήχθη σε Συνταγματάρχη και ανέλαβε τη διοίκηση του 5ου Συντάγματος Δούναβη στο Ρούσε. Την παραμονή του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου μεταφέρθηκε στη Βάρνα και ανέλαβε τη διοίκηση του 8ου Συντάγματος Πριμόρκσι.

Βαλκανικοί Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1912, ο Βούλγαρος Τσάρος Φερδινάνδος διέταξε γενική κινητοποίηση του στρατού. Η διαταγή μεταδόθηκε στον Κισελόβ και έγινε δεκτή με μεγάλο ενθουσιασμό από τον ίδιο και τους στρατιώτες του. Μέσα σε έξι μέρες, το σύνταγμα κινητοποιήθηκε πλήρως και είχε 70 αξιωματικούς, 4 γραφείς και 4716 στρατιώτες σε 4 τάγματα και είχε στη διάθεση του 4.476 τουφέκια ή καραμπίνες, 4 βαρέα πυροβόλα και 29 σπάθες.[1] Στις 4 Οκτωβρίου, το 8ο Σύνταγμα ξεκίνησε την πορεία του έξω από τη Βάρνα προς την περιοχή συνέλευσης της 4ης Μεραρχίας Πεζικού Πρέσλαβ. Η 4η Μεραρχία συμπεριλήφθη στην 3η Βουλγαρική Στρατιά που βρισκόταν υπό τις διαταγές του Στρατηγού Ράντκο Ντιμίτριεβ που ανέλαβε την επίθεση στο οχυρό του Κιρκ Κιλίς. Το σύνταγμα του Κισελόβ συμπεριλήφθη στην εμπροσθοφυλακή της μεραρχίας όταν αυτή προωθήθηκε την οθωμανική επικράτεια και συγκρούστηκε με τις εθχρικές δυνάμεις στο χωριό Σελιόλου. Οι Βούλγαροι προσπάθησαν να νικήσουν τους Οθωμανούς στη μάχη του Κιρκ Κιλίς, αλλά δεν καταδίωξαν αμέσως τον αντίπαλο που υποχωρούσε. Έτσι, οι Οθωμανοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν δυνάμεις σε μια νέα αμυντική γραμμή στα νότια, γύρω από το Λουλέ Μπουργκάς. Έτσι, η 4η Μεραρχία και το σύνταγμα του Κισελόβ αναγκάστηκε να δώσει ακόμα μια σκληρή μάχη με τους Οθωμανούς. Η μάχη ήταν τόσο άγρια που σε μερικά σημεία, οι στρατιώτες του 8ου Συντάγματος δεν ήξεραν τι πρέπει να κάνουν. Ο Συνταγματάρχης Κισελόβ το κατάλαβε και προσπάθησε να ανυψώσει το ηθικό των στρατιωτών με ένα προσωπικό παράδειγμα ανδρείας.[1] Γι' αυτό και ανέβηκε στο άλογο και καθοδήγησε προσωπικά τη βουλγαρική επίθεση. Η μάχη του Λουλέ Μπουργκάς έληξε με νίκη των Βουλγαρών, αν και είχαν χάσει περίπου 20.000 στρατιώτες - γι' αυτό και το Βουλγαρικό Γενικό Επιτελείο διέταξε την αναδιοργάνωση και την ξεκούραση των στρατιωτών. Μετά τη μάχη του Λουλέ Μπουργκάς, η 4η Μεραρχία συμμετείχε στη μάχη της γραμμής Τσατάλντζα και παρέμεινε σ' αυτή τη γραμμή μέχρι το τέλος του πολέμου.

Λίγο μετά τη λήξη του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ο Βουλγαρικός Στρατός έλαβε διαταγή να συμμετέχει σε μια μικρότερη αλλά και πιο δαπανηρή σύγκρουση και έτσι οδηγήθηκε στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο. Η 4η Μεραρχία, συμπεριλαμβανομένου του 8ου Συντάγματος, συμπεριλήφθη στην 4η Βουλγαρική Στρατιά που αντιμετώπισε τους Σέρβους στη Μακεδονία του Βαρδάρη. Μετά την αποτυχημένη επίθεση των Βουλγάρων κατά τη διάρκεια της μάχης της Μπρεγκάλνιτσα, η 4η Βουλγαρική Στρατιά υποχώρησε στις θέσεις γύρω από το χωριό Καλιμάντσι. Στις 24 Ιουνίου, ο Συνταγματάρχης Κισελόβ ανέλαβε τη διοίκηση της οπισθοφυλακής της 7ης Μεραρχίας και έπεισε τους ανώτερους να μην υποχωρήσουν απ' αυτή τη θέση αλλά να σταματήσουν τη σερβική προώθηση. Αυτό επέτρεψε στη 2η Βουλγαρική Μεραρχία να υποχωρήσει με ασφάλεια στη νέα θέση και έδωσε τη νίκη στους Βόυλγαρους στη μάχη του Καλιμάντσι.[1] Παρ' ολ' αυτά, η Βουλγαρία αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη με τους εχθρούς της και ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της ντροπιαστικής Συνθήκης του Βουκουρεστίου.

Μετά τον πόλεμο, ο Παντελέι Κισελόβ ανέλαβε τη διοίκηση της 2ης Ταξιαρχίας της 4ης Μεραρχίας Πεζικού. Τον Απρίλιο του 1914, ωστόσο, ανέλαβε τη διοίκηση ολόκληρης της μεραρχίας.

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη του Τουτρακάν
Ο Υποστράτηγος Παντελέι Κισελόβ και ο αρχηγός του επιτελείου του, Αντισυνταγματάρχης Νόικοβ

Η Βουλγαρία εισήλθε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την πλευρά των Κεντρικών Δυνάμεων το 1915. Η 4η Μεραρχία συμπεριλήφθη στη 3η Βουλγαρική Στρατιά που ανέλαβε την άμυνα του Δούναβη από μια πιθανή ρουμανική επίθεση. Στα τέλη Αυγούστου 1916, η Ρουμανία κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστροουγγαρία. Τότε, η Βουλγαρία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρουμανία στις 1 Σεπτεμβρίου 1916. Την ίδια μέρα, ο Κισελόβ προήχθη σε Υποστράτηγο.

Η 3η Βουλγαρική Στρατιά εξαπέλυσε την πρώτη μεγάλη επίθεση των Κεντρικών Δυνάμεων κατά του νέου εχθρού. Η μεραρχία του Κισελόβ ανέλαβε την κατάληψη του οχυρού Τουτρακάν, το οποίο βρισκόταν στις ακτές του Δούναβη. Κατά τη διάρκεια μερικών ημερών, οι βουλγαρικές δυνάμεις μαζί με ένα μικρό γερμανικό απόσπασμα πολιορκούσαν την πόλη, όπου αμύνονταν μια μεγάλη ρουμανική φρουρά. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ο Κισελόβ έδωσε διαταγή για επίθεση κατά της κύριας αμυντικής γραμμής του οχυρού. Η αποστολή ολοκληρώθηκε με επιτυχία μετά από μια μέρα σκληρών μαχών και με μεγάλες απώλειες. Η κατάληψη της κύριας αμυντικής γραμμής από τους Βουλγάρους ανάγκασε τους Ρουμάνους να υποχωρήσουν στη δεύτερη αμυντική γραμμή, η οποία δεν ήταν ολοκληρωμένη. Έτσι, η βουλγαρική επίθεση της 6ης Σεπτεμβρίου ανάγκασε τους Ρουμάνους να παραδοθούν. Η μάχη του Τουτρακάν έληξε με αποφασιστική νίκη των Βουλγάρων και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ρουμανικής εκστρατείας. Οι Βούλγαροι αιχμαλώτισαν 480 Ρουμάνους αξιωματικούς, 28.000 στρατιώτες και 120 πυροβόλα - ο Γερμανός Κάιζερ πανηγύρισε τη νίκη με γιορτή προς τιμή των Βούλγαρων αντιπροσώπων στο επιτελείο της ανώτατης διοίκησης των Γερμανών.[2]

Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Κισελόβ διατηρούσε την απόλυτη εξουσία στο στράτευμα και επέτρεπε στον εαυτό του να παρακούσει τις εντολές του Αρχιστράτηγου Μάκενσεν, ο οποίος ήταν ανώτατος διοικητής των βουλγαρικών, γερμανικών και οθωμανικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της εισβολής στη Δοβρουτσά.[1] Μετά απ' αυτή τη συμπλοκή, ο Κισελόβ έγινε ένας από τους πιο γνωστούς και σεβαστούς Βούλγαρους διοικητές.

Μετά τη μάχη του Τουτρακάν, η 3η Βουλγαρική Στρατιά συνέχισε την προώθηση της στα βάθη της ρουμανικής επικράτειας. Η 4η Μεραρχία του Κισελόβ έλαβε μέρος σε όλες τις μεγάλες μάχες που έλαβαν χώρα σ' αυτό το θέατρο και αντιμετώπισε με επιτυχία τις ρωσικές και τις ρουμανικές δυνάμεις. Έτσι, η εκστρατεία έληξε με επιτυχία. Η ανώτατη διοίκηση των Βουλγάρων μετέφερε τη 4η Μεραρχία στο Μακεδονικό Μέτωπο στις αρχές του 1917, όπου ο Κισελόβ προήχθη σε Αντιστράτηγο - ο Κισελόβ παρέμεινε στο Μακεδονικό Μέτωπο μέχρι το τέλος του πολέμου (βλ. Επίθεση στον Βαρδάρη).

Μετέπειτα ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, ο Παντελέι Κισελόβ προήχθη σε Στρατηγό Πεζικού που είναι το ανώτατο αξίωμα στον Βουλγαρικό Στρατό και μετακόμισε με την οικογένεια του στη Σόφια, όπου και απεβίωσε μετά από καρδιακή προσβολή στις 14 Οκτωβρίου 1927.[1]

Παράσημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 Г. Казанджиев (2006)
  2. Glenn E. Torrey (2003)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Казанджиев, Г., Генерал от пехотата Пантелей Киселов – епопея на един живот, Добрич, 2006, Издателство Матадор
  • Glenn E. Torrey, "The Battle of Turtucaia (Tutrakan) (2–6 September 1916): Romania's Grief, Bulgaria's Glory".East European Quarterly, Vol. 37, 2003


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Panteley Kiselov της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).