Αλεξάντρου Αβερέσκου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αλεξάντρου Αβερέσκου
Alexandru Averescu - Foto01.jpg
Γέννηση
Οζέρνε
Θάνατος
Βουκουρέστι
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Ρουμανία
Σπουδές Carol I National Defence University και Second officers school in Bistrița
Ιδιότητα διπλωμάτης
Αξίωμα Πρωθυπουργός της Ρουμανίας ( - )
μέλος της Γερουσίας της Ρουμανίας
Πρωθυπουργός της Ρουμανίας ( - )
Πρωθυπουργός της Ρουμανίας ( - )
Υπουργός Εθνικής Άμυνας της Ρουμανίας ( - )
Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Ρουμανικού Στρατού ( - )
Βραβεύσεις Τάγμα του Μιχαήλ του Γενναίου και Order of St. George, 4th class
Commons page Πολυμέσα

Ο Αλεξάντρου Αβερέσκου (Alexandru Averescu, 1859-1938) ήταν Ρουμάνος στρατιωτικός και λαϊκιστής πολιτικός. Ήταν διοικητής του ρουμανικού στρατού και υπηρέτησε πρωθυπουργός της Ρουμανίας σε τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις. Ήταν επίσης προσωρινός υπουργός εξωτερικών από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 1918 και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου το 1938. Αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της αγροτικής εξέγερσης του 1907, την οποία κατέστειλε με βία. Στον Αβερέσκου αποδίδεται η άμυνα της Μολδαβίας στην Ρουμανική εκστρατεία του 1916-1917 και χρησιμοποίησε μεταπολεμικά τη δημοτικότητά του για να ιδρύσει και να ηγηθεί του λαϊκού κόμματος, το έφερε στην εξουσία το 1920-1921, με την υποστήριξη του βασιλιά Φερδινάνδου και του Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος, με την υποστήριξη του Κονσταντίν Αργκετογιάνου και του Τάκε Ιονέσκου.

Η αμφιλεγόμενη πρώτη κυβέρνησή του σημαδεύτηκε από πολιτική κρίση και την κυμαινόμενη υποστήριξη από τον ηγέτη του Φιλελεύθερου Κόμματος, Ίον Ι. Κ. Μπρατιάνου και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην νομιμοποίηση της αγροτικής μεταρρύθμισης και των κατεσταλμένων κομμουνιστικών δραστηριοτήτων, πριν την πτώση της από την αντιπολίτευση. Η δεύτερη θητεία του το 192-1927 σημαδεύτηκε από την αμφιλεγόμενη συνθήκη με τη Φασιστική Ιταλία και ανατράπηκε ότι ο Αβερέσκου υποστήριξε τον έκπτωτο βασιλιά Κάρολο. Αντιμέτωπος με την παρακμή του λαϊκού κόμματος, ο Αβερέσκου έκλεισε συμφωνίες με δυνάμεις της δεξιάς και την ενορχηστρωτής της επιστροφής του Καρόλου στο θρόνο το 1930. Οι σχέσεις ανάμεσα στους δύο χάλασαν τα επόμενα χρόνια και ο Αβερέσκου συγκρούστηκε με το μέλος του λαϊκού κόμματος Οκταβιάν Γκόγκα σχετικά με τη στάση του βασιλιά. Λίγο πριν τον θάνατό του, ο Αβερέσκου και Κάρολος συμφιλιώθηκαν και ο Αβέρεσκου εντάχθηκε στο βασιλικό συμβούλιο.

Ο Αβερέσκου, ο οποίος συνέγραψε πάνω από 12 έργα σχετικά με τον στρατό (συμπεριλαμβανομένων των απομνημονευμάτων του στη γραμμή του μετώπου),[1] ήταν επίσης τιμητικό μέλος της Ρουμανικής Ακαδημίας και μέλος του τάγματος του Μιχαήλ του Γενναίου. Έγινε στρατάρχης της Ρουμανίας το 1930.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αβερέσκου γεννήθηκε στο Οζέρνε (παλαιότερα γνωστό ως Μπάμπελε και αργότερα ονομάστηκε Αλεξάντρου Αβερέσκου), ένα χωριό βορειοδυτικά του Ιζμαήλ, πλέον τμήμα της Ουκρανίας. Ήταν γιος του Κονσταντίν Αβερέσκου, ο οποίος ήταν βογιάρος. Σπούδασε στη ρουμανική ορθόδοξη θεολογική σχολή στο Ιζμαήλ και στη συνέχεια στη Σχολή Τεχνών και Έργων στο Βουκουρέστι, με στόχο να γίνει μηχανικός. Το 1876, αποφάσισε να ενταχθεί στη χωροφυλακή στο Ιζμαήλ.[2]

Συμμετείχε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878 ως λοχίας του ιππικού του ρουμανικού στρατού και του παρασημοφορήθηκε για πολλαπλές δράσεις του, αλλά αργότερα αποφάσισε να γίνει έφεδρος, μετά την αποτυχία του να περάσει τις ιατρικές εξετάσεις λόγω κρυοπαγήματος. Αποκαταστάθηκε όμως αργότερα, το 1878, και ακολούθως έλαβε στρατιωτική αγωγή στη Ρουμανία, στη στρατιωτική σχολή του Τιργκουβίτσε, και στην Ιταλία, στην Στρατιωτική Ακαδημία του Τορίνου.[1][2][3][4] Ο Αβερέσκου παντρεύτηκε την Ιταλίδα τραγουδίστρια όπερας Κλοτίλντα Καλιγκάρις, η οποία ήταν πριμαντόνα στη Σκάλα του Μιλάνου.[1][2][3] Ο μελλοντικός του συνεργάτης και αντίπαλος Κονσταντίν Αργετογιάνου δήλωσε ότι ο Αβερέσκου διάλεξε την Κλοτίλντα στην τύχη.[3]

Κατά την επιστροφή του, ο Αβερέσκου ανέβηκε σταδιακά στις βαθμίδες. Ήταν επικεφαλής της Στρατιωτικής Ακαδημίας στο Βουκουρέστι (1894-1895), και, το 1895-1898, ο πολιτικός απεσταλμένος της Ρουμανίας στη Γερμανική Αυτοκρατορία. Το 1901 είχε γίνει συνταγματάρχης και αργότερα ταξίαρχος και τέλος, το 1906, επικεφαλής του περιφερειακού διοικητικού κέντρου του στρατού στο Τεκούτσι.[1][2]

Πριν τον Παγκόσμιο Πόλεμο, ηγήθηκε των στρατευμάτων τα οποία κατέστειλαν την αγροτική εξέγερση του 1907. Τότε χρησιμοποίησε σκληρά μέτρα καταστολής, ιδίως όταν αντιμετώπιζε στρατιώτες που αρνούνταν να πολεμήσουν τους εξεγερμένους. Στην κυβέρνηση Ντιμίτριε Στούρτζα του εθνικού φιλελεύθερου κόμματος (1907-1909) ήταν υπουργός πολέμου.[2][4][5] Σύμφωνα με τις αναμνήσεις της Ελίζα Μπρατιάνου, δημιουργήθηκε σχίσμα ανάμεσα στον Αβερέσκου και το κόμμα, μετά την προσπάθεια του Αβερέσκου να προωθήσει διάφορους πολιτικούς στόχους. Η διένεξη δημιουργήθηκε όταν ο Αβερέσκου ζήτησε την υποστήριξη του βασιλιά Καρόλου Α΄ και επιδεινώθηκε όταν, καθώς το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα διαφωνούσε με την συμμαχία της Ρουμανίας με τις Κεντρικές Δυνάμεις, προσέγγισε τους Γερμανούς για υποστήριξη.[6]

Ακολούθως, ήταν διοικητής του 1ου Τάγματος Πεζικού (σταθμευμένο στο Τούρνου Σεβερίν) και αργότερα στο Δεύτερο Σώμα Στρατού στην Κραϊόβα.[2] Το 1912 έγινε υποστράτηγος, και το 1911-13, Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου. Στη δεύτερη θέση, ο Αβερέσκου οργάνωσε τα ρουμανικά στρατεύματα τα οποία επιχειρούσαν νότια του Δούναβη στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο εναντίον της Βουλγαρίας και τα οποία δεν συνάντησαν αντίσταση.[1][2]

Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ρουμανικό μέτωπο κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίο η Ρουμανία εισήλθε το 1916, ηγήθηκε της δεύτερης στρατιάς στην άμυνα των νοτίων Καρπαθίων και στη συνέχεια μετακινήθηκε επικεφαλής της τρίτης στρατιάς (μετά την ήττα της στη μάχη του Τουτρακάν). Διοίκησε τις νότιες στρατιές στην επίθεση στη Φλαμάντα ενάντια στη τρίτη βουλγαρική στρατιά και τις άλλες Κεντρικές Δυνάμεις, μέχρι που σταμάτησαν από τη γερμανική επίθεση. Οι δυνάμεις του Αβερέσκου δεν είναι σημαντικές απώλειες και υποχώρησαν στη Μολδαβία, όπου οι ρουμανικές αρχές είχαν βρει καταφύγιο από τις επιτυχημένες γερμανικές επιθέσεις.[1]

Ο Αβερέσκου ηγήθηκε ξανά της δεύτερης στρατιάς στη νίκη στις μάχες του Μαράστι και Μαρασέστι (Αύγουστος 1917).[5] Τα επιτεύματά του, συμπεριλαμβανομένης της νίκης στο Μαράστι, θεωρούνταν εντυπωσιακά από την κοινή γνώμη και τους αξιωματικού τους.[1] Όμως, πολλοί στρατιωτικοί ιστορικοί χαρακτηρίζουν τον Αβερέσκου και τους άλλους Ρουμάνους στρατηγούς ως κακούς, αναφέροντας ότι η τακτική τους στον πόλεμο δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη.[7]

Ο Αβερέσκου θεωρήθηκε ότι ήταν το πρόσωπο πίσω από την επιτυχημένη αντίσταση στις επιθέσεις στη Μολδαβία (το μόνο τμήμα που ακόμη κατείχε το ρουμανικό κράτος) και θεωρήθηκε από τους σύγχρονούς ότι αντιστάθηκε σε αντίθεση με ότι θεωρούταν ότι αποτελούσε ενδημική διαφθορά και ανικανότητα.[1][2][6][8] Οι κρατικές υποθέσεις, μαζί με την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, ήταν υπαίτιες για την παράδοση της Ρουμανίας στις Κεντρικές Δυνάμεις. Ο Αβερέσκου, αφότου προήχθη σε πρωθυπουργό από τον βασιλιά Φερδινάνδο άρχισε συνομιλίες για ανακωχή με τον Άουγκουστ φον Μάκενσεν στη Μπούφτεα και στη Φωξάνη, αλλά αρνήθηκε τους όρους και παραιτήθηκε, φεύγοντας από την κυβέρνηση Αλεξάντρου Μαργκιλόμαν όταν υπέγραψε τη συνθήκη του Βουκουρεστίου.[2][3][9] Αν και οι συζητήσεις με τον Αβερέσκου δεν έφεραν αποτέλεσμα, δεχόταν συχνά επιθέσεις από τους πολιτικούς του αντιπάλους επειδή τις ξεκίνησε.[3]

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αντιμετώπισε επίσης στρατιωτική δράση από τη Ρωσία των Μπολσεβίκων. Λίγο μετά την άνοδο του Αβερέσκου στην εξουσία, και ενώ ο Λέον Τρότσκι διαπραγματευόταν τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ με τη Γερμανία, το Ρούμτσεροντ της Οδησσού, υπό την ηγεσία του Κρίστιαν Ρακόφσκι, διέταξε επίθεση στη Ρουμανία. Για να αποτρέψει την απώλεια περισσότερων εδαφών, ο Αβερέσκου υπέγραψε συνθήκη ανακωχής με το Ρούμτσεροντ. Τελικά ο Ρακόφσκι αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει γερμανική επίθεση, μετά από διαφωνίες στις διαπραγματεύσεις στη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, και εγκατέλειψε την ηγεσία και την Οδησσό.[10]

Λαϊκό Κόμμα και πρώτη κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αβερέσκου παραιτήθηκε από το στρατό την άνοιξη του 1918, στοχεύοντας να γίνει πολιτικός, αρχίζοντας με ένα μήνυμα το οποίο ήταν εχθρικό με το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα και τον ηγέτη του Ίον Ι. Κ. Μπρατιάνου. Έγινε πρόεδρος του Λαϊκού Κόμματος και ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στους χωρικούς μετά το τέλος του πολέμου. Το κόμμα του είχε ελκυστικό λαϊκιστικό μήνυμα, με ασαφείς υποσχέσεις και βασιζόταν στην εικόνα του Αβερέσκου. Οι χωρικοί περίμεναν τις γαίες που τους υποσχεθεί προπολεμικά (και τις οποίες απέκτησαν με την αγροτική μεταρρύθμιση το 1923), αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού και θεωρούσαν τον Αβερέσκου το πρόσωπο το ικανοποιούσε τις προσδοκίες, καθώς και μια μορφή η οποία ακόμη τους διοικούσε.[8]

Καθώς το κίνημα αρχικά αυτοχαρακτηριζόταν ως κοινωνική τάση παρά πολιτικό κόμμα, προσέλκυσε επίσης πρώην μέλη του συντηρητικού κόμματος (όπως τους Κονσταντίν Αργκετογιάνου, Κονσταντίν Γκαρόφλιντ και Τάκε Ιονέσκου), στρατιωτικούς όπως ο Κονσταντίν Κοάντα, τον ηγέτη του Δημοκρατικού Εθνικιστικού Κόμματος Αλεξάντρου Κ. Κούζα, τους υποστηρικτές του προστατευτισμού Μιχαήλ Μανοϊλέσκου και Στέφαν Ζελέτιν,[11] τον μετριοπαθή εθνικιστή Ντουιλίου Ζαμφιρέκου, τον μελλοντικό διπλωμάτη Σίτα Νταβίλα, τον δημοσιογράφο Ντ. Ρ. Ιοανιτσέσκου, τον αριστερό Πέτρου Γκρόζα, τον ηγέτη από τη Βουκοβίνα Ιάνκου Φλόντορ και τον νομικό Πέτρε Παπακοστέα.[3] Έλαβε επιπλέον υποστήριξη από ακτιβιστές από τη Τρανσυλβανία όπως ο Οκταβιάν Γκόγκα και ο Τεόντρορ Μιχάλι, ο οποίος είχαν αποχωρήσει από το Ρουμανικό Εθνικό Κόμμα εκεί διαμαρτυρώμενοι για την πολιτική του προέδρου Ιούλιου Μανίου. Παρόλα αυτά, το Λαϊκό Κόμμα προσέγγισε τον Μανίου σε διάφορες χρονικές στιγμές μετά το καλοκαίρι του 1919.[3]

Το κίνημα δημιούργησε ισχυρούς δεσμούς με τη Garda Conștiinței Naționale (GCN, "Φρουρά Εθνικής Αφύπνισης"), μια αντιδραστική ομάδα η οποία δημιουργήθηκε από τον ηλεκτρολόγο Κονσταντίν Πάντσου, η οποία επιτέθηκε σε κομμουνιστές ακτιβιστές στο Ιάσιο (τους δεύτερους τους φοβόταν και ο Αβερέσκου).[12] Όμως, στα τέλη του 1919, ο Αβερέσκου και ο Αργκετογιάνου προσέγγισαν το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ρουμανίας και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Τρανσυλβανίας και Μπανάτ, για συνεργασία. Εκείνη την περίοδο, ο Αργκετογιάνου υποστήριξε ότι η συζήτησή του με τον Ιλίε Μοσκοβισί, αρχηγό του κόμματος αποκάλυψε ότι ο δεύτερος ανησυχούσε για την ακροαριστερή πτέρυγα του κόμματος. Ο Αβερέσκου πρότεινε να συγχωνευθούν τα δύο κόμματα, αλλά η πρόταση απορρίφθηκε και οι συζητήσεις διακόπηκαν όταν ο Αβερέσκου ανέμενε από τους σοσιαλιστές να υποστηρίξουν την προεκλογική του εκστρατεία.[3]

Σύμφωνα με την Ελίζα Μπρατιάνου (η οποία συνέκρινε τον Αβερέσκου με τον Γάλλο στρατιωτικό Ζωρζ Μπουλανζέ), πολλές φωνές εντός του κινήματος ζητούσαν από τον Αβερέσκου να ηγηθεί ενός δημοκρατικού πραξικοπήματος ενάντια στον βασιλιά Φερδινάνδο και τον Μπρατιάνου - μια κίνηση η οποία αποφεύχθηκε μόνο από την άρνηση του στρατηγού. Ο Αργκετογιάνου παραδέχθηκε ότι «αντάλλαξα χειραψία με τον Αβερέσκου [...] περιμένοντας στρατιωτική δικτατορία», υποστηρίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία, ο Αβερέσκου είχε επηρεαστεί από τον Ριζοσπαστισμό και το κίνημα Ριζοργκιμέντο. Αυτός, πιστεύει ο Αργκετογιάνου, ήταν ο λόγος της συνεχούς ανάμιξης του Αβερέσκου σε συνωμοσίες.[3]

Αν και ήταν πρωθυπουργός της Ρουμανίας για τρεις θητείες (1918, 1920-21, 1926-27) η πολιτική του σταδιοδρομία δεν ήταν τόσο εντυπωσιακή όσο η στρατιωτική του. Ο Αβερέσκου κατέληξε να είναι ένα από τα πιόνια του Μπατιάνου. Ο Αργκετογιάνου αργότερα εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την επιφυλακτική στάση του Αβερέσκου και την ευκολία να συμβιβαστεί.[3]

Δεύτερη κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εγκαθίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, ο Μπρατιάνου προσέγγισε τον Αβερέσκου με κοινό παρονομαστή την δυσαρέσκειά τους στην κυβέρνηση Αλεξάντρου Βάιντα-Βοεβόντ αποτελούμενη από το Ρουμανικό Εθνικό Κόμμα και το Αγροτικό Κόμμα. Το εθνικό φιλελεύθερο κόμμα κατάφερε να πείσει τον Αβερέσκου να αποκηρύξει το στόχο του να δικάσει το κόμμα για κακοδιαχείριση της Ρουμανίας πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και την υπόσχεσή του να σεβαστεί το σύνταγμα του 1866 όταν θα πραγματοποιούσε την αναδιανομή της γης. Την ίδια εποχή, ο Μπρατιάνου διατηρούσε στενές σχέσεις με το βασιλιά Φερδινάνδο.[5][13]

Τις 13 Μαρτίου 1920, η κυβέρνηση Βάιντα-Βοεβόντ διαλήθηκε και ήταν αναμενόμενο να διεξαχθούν πρόωρες εκλογές, αλλά αντ' αυτού η λειτουργία του κοινοβουλίου αναστάλθηκε για δέκα μέρες, μέτρο το οποίο είχε ως στόχο ο Αβερέσκου να έχει χρόνο για να διαπραγματευθεί ώστε να αποκτήσει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο.[9][14] Αυτά τα μέτρα προκάλεσαν την αντίδραση της αντιπολίτευσης, και ο Νικολάε Γιόργκα, πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων συμμάχησε με το Εθνικό Κόμμα, ζήτησε ψήφο μη εμπιστοσύνης για τις 26 Μαρτίου. Ο Αβερέσκου είχε την υποστήριξη του βασιλιά όσον αφορά τη διάλυση του κοινοβουλίου και εστίασε τις ενέργειές του για νίκη στις εκλογές στους αξιωματούχους στην κομητεία, οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από το λαϊκό κόμμα.[14][15] Στις εκλογές κέρδισε 206 έδρες (223 μαζί με το Συντηρητικό Δημοκρατικό Κόμμα του Τάκε Ιονέσκου).[14]

Καθώς οι συμφωνίες ανάμεσα στο Ρουμανικό Εθνικό Κόμμα και στο Αγροτικό Κόμμα διαλύθηκαν, το Αγροτικό Κόμμα εντάχθηκε στον συνασπισμό του κόμματος του Γιόργκα, δημιουργώντας την ομοσπονδία της εθνικοσοσιαλοδημοκρατίας.[15]

Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θητεία του σημαδεύτηκε από την υπογραφή της συνθήκης του Τριανόν με την Ουγγαρία και τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία της Μικρής Αντάντ, την οποία αποτελούσαν η Ρουμανία με τη Τσεχοσλοβακία και το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης, η Ρουμανία σύναψε στρατιωτική συμμαχία με τη Δεύτερη Πολωνική Δημοκρατία. Ο στόχος να δημιουργηθεί ανάχωμα ενάντια στη Ρωσία των Μπολσεβίκων οδήγησε τον Αβερέσκου και τον υπουργό Εσωτερικών Αργκετογιάνου σε μέτρα καταστολής ενάντια σε μέλη του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ρουμανίας τα οποία ψήφισαν υπέρ την ένταξης στη Κομιντέρν (τα οποία συνελήφθησαν τις 12 Μαΐου 1921 με την κατηγορία «της απόπειρας ενάντια στην κρατική ασφάλεια»).[2][16][17] Αυτή η πράξη έφτασε στο κοινοβούλιο ύστερα από πολλές διαφωνίες σχετικά με την φυλάκιση του Μιχάι Γκεοργκίου Μπούγιορ, ενός Ρουμάνου πολίτη ο οποίος εντάχθηκε στον Ρωσικό Κόκκινο Στρατό στη Βεσσαραβία στα τελικά στάδια της Οκτωβριανής Επανάστασης και δικάστηκε για προδοσία.[15] Ο Αργκετογιάνου, ο οποίος διακήρυξε ότι ο κομμουνισμός είναι «πάνω στη Ρουμανία»,[16][17] αργότερα υπέδειξε ότι ο Αβερέσκου και άλλα μέλη της κυβέρνησης ήταν διστακτικά σχετικά με τη ρήξη και τελικά έλαβε την πρωτοβουλία των συλλήψεων.[16]

Οι περιοχές οι οποίες περιήλθαν στη διοίκηση της Ρουμανίας στο τέλος του πολέμου ακόμη διατηρούσαν τις διοικητικές τους δομές, όπως το Διευθυντικό Συμβούλιο της Τρανσυλβανίας, το οποίο είχε δημιουργηθεί από το Ρουμανικό Εθνικό Κόμμα. Ο Αβερέσκου διέταξε την διάλυσή τους τον Απρίλιο, αντιμετωπίζοντας τις διαμαρτυρίες των τοπικών αριστοκρατών.[18] Εκείνη τη περίοδο, διέταξε την αποστράτευση όλων των στρατευμάτων.[3] Ενοποίησε τα νομίσματα το Λέου Ρουμανίας και επέβαλε την αναδιανομή των γαιών όπως ήταν με το νέο σχέδιο Μπρατιάνου.[3][18] Στην πραγματικότητα, το δεύτερο μέτρο είχε επιβληθεί από τη κυβέρνηση του φιλελεύθερου κόμματος και τον Ίον Ντούκα, με τρόπο τον οποίο ο Αργκετογιάνου χαρακτήρισε «καταστρεπτικό».[3] Ως πρώτο βήμα, η κυβέρνηση Αβερέσκου τον ακτιβιστή Βασίλε Κογκαλνιτσέανου ως εισηγητή, από την οποία έδινε πληροφορίες για την κατάσταση των αγροτών.[19]

Τον Οκτώβριο του 1920, ο Αβερέσκου ήρθε σε συμφωνία με τις Συμμαχικές Δυνάμεις, αναγνωρίζοντας την ένωση της Βεσσαραβίας με τη Ρουμανία, δηλώνοντας την πίστη του στην ανατροπή της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων, αλλά σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η Σοβιετική Ένωση αρνήθηκε να δεσμευτεί από τη συνθήκη.[5] Η Ιταλία αρνήθηκε επίσης να επικυρώσει τη συνθήκη, λόγω διαφόρων ξένων συμφερόντων (όπως τη φιλία με τη Σοβιετική Ένωση)[20][21] και των 250 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών τα οποία ανήκαν σε Ιταλούς επενδυτές σε ρουμανικά κρατικά ομόλογα.[21]

Σκάνδαλα και πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μάρτιο του 1921, ο Αργκετογιάνου ενεπλάκη σε σκάνδαλο το οποίο αφορούσε τις δράσεις του συνεργάτη του Αρόν Σούλερ, ο οποίος επιχείρησε να συνάψει δάνειο ύψους 20 εκατομμυρίων λιρών από τράπεζα στην Ιταλία, χρησιμοποιώντας ως εγγύηση ρουμανικά πολεμικά ομόλογα τα οποία είχε αποκτήσει παράνομα από τα αποθεματικά του υπουργείου οικονομικών.[22]

Με τον Νικολάει Τιτουλέσκου ως υπουργό οικονομικά, ο Αβερέσκου συνέχισε την παρεμβατικότητά του στην οικονομική πολιτική, η οποία διακόπηκε όταν επιχείρησε να νομοθετήσει σημαντικές αυξήσεις στους φόρους και εθνικοποιήσεις, με πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στους ψηφοφόρους των φιλελευθέρων.[5][14][23] Οι Εθνικοί Φιλελεύθεροι, μέσω του Αλεξάντρου Κονταντινέσκου-Πόρκου, όξυναν την αντιπαράθεση ανάμεσα στο Αγροτικό Κόμμα και τον Γιόργκα, χρησιμοποιώντας την απόρριψη από την πλευρά των δευτέρων του Κονσταντίν Στέρε (λόγω της υποστήριξης του δεύτερου στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου). Ο Στέρε είχε νικήσει στις τοπικές εκλογές για τη θέση του αντιπροσλωπου της Σορόκα, στη Βεσσαραβία, προκαλώντας πολιτικό σκάνδαλο με όλα τα κόμματα να δηλώνουν την απογοήτευσή τους.[14] Η διαμάχη εντάθηκε κατά τη διάρκεια παρατεταμένης συζήτησης στο κοινοβούλιο σχετικά με τη πρόταση του Αβερέσκου να εθνικοποιήσει επιχειρήσεις στη Ρέσιτσα, όταν ο Αργκετογιάνου απευθύνθηκε υβριστικά στον Βιργκίλ Μαγκντεάρου του Αγροτικού Κόμματος.[14] Ο Ίον Ντούκα εκφράστηκε υπέρ του Μαγκντέανου και η αντιπολίτευση απευθύνθηκε στον Φερδινάνδο ζητώντας την ανάκληση του Αβερέσκου (14 Ιουλίου 1921).[14]

Ο Φερδινάνδος επιχείρησε τότε να διευκολύνει την ένωση του Ρουμανικού Εθνικού Κόμματος και των Εθνικών Φιλελευθέρων, αλλά οι διαπραγματεύσεις παύθηκαν μετά από διαφωνίες σχετικά με την ηγεσία.[14] Τελικά, ο Μπρατιάνου ζήτησε από τον Φερδινάνδο την επιστροφή του στην εξουσία, και ο βασιλιάς ζήτησε από τον υπουργό εξωτερικών Τάκε Ιονέσκου να παραιτηθεί, προκαλώντας πολιτική κρίση η οποία έθεσε τέλος στην κυβέρνηση Αβερέσκου. Ο Αβερέσκου οργάνωσε συγκεντρώσεις λαϊκής υποστήριξης στο Βουκουρέστι, αφότου είχε διαπραγματευθεί με τον Μπρατιάνου για να σχηματιστεί κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος στη σωστή στιγμή.[13] Ο Ιονέσκου ανέλαβε πρωθυπουργός μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1922, όταν αντικαταστάθηκε από τον Μπρατιάνου.[23]

Τρίτη κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νέες πολιτικές συμμαχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 192, ο στρατηγός έγινε ξανά πρωθυπουργός και απευθύνθηκε στο Ρουμανικό Εθνικό Κόμμα και στον στενό σύμμαχό του, το Αγροτικό Κόμμα, υποσχόμενος συγχώνευση υπό την ηγεσία του. Αυτή η πρόταση αντιμετωπίστηκε με έντονη άρνηση, καθώς φαινόταν ότι τα δύο κόμματα θα κέρδιζαν στις εκλογές, αλλά ο βασιλιάς, ο οποίος ανησυχούσε για την αριστερή πτέρυγα του Αγροτικού Κόμματος, χρησιμοποίησε το βασιλικό του προνόμιο για πρότεινε τον Αβερέσκου για πρωθυπουργό, με την υποστήριξη των Εθνικών Φιλελευθέρων.[5][13][24]

Στο κόμμα του Αβερέσκου εντάχθηκαν επίσης αντιφρονούντες του εθνικού κόμματος, οι Βασίλε Γκολντίς και Ιοάν Λούπας, οι οποίοι αντιπροσώπευαν το ρουμανικό ορθόδοξο τμήμα της Τρανσυλβανίας (παρά τους ελληνόρυθμους καθολικούς του Ιούλιου Μανίου).[23] Στις εκλογές του 1926, τις οποίες η κυβέρνηση Αβερέσκου οργάνωσε Μάιο και κέρδισε εμφατικά (269 εντολές) και έφερε την ήττα του Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος, το οποίο κατείχε μόλις 16 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων.[5][23][24]

Ιταλορουμανική συμφωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και δεν ήταν η ίδια φασιστική, η νέα κυβέρνηση έτεινε χείρα φιλίας προς τη φασιστική Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι,[2][12][21] ένα κράτος το οποίο αυτοχαρακτηριζόταν ως η αναδυόμενη δύναμη. Η εφημερίδα The Nation αποκαλούσε τον Αβερέσκου «Μουσολίνι της Ρουμανίας».[25] Οι επαφές οι οποίες δημιουργήθηκαν (ήδη από τον Ιούνιο του 1926, όταν ο Μιχαήλ Μανοϊλέσκου ζητούσε δάνειο από τη Ρώμη)[21][23] ήταν κύριο σημείο απόκλισης της πολιτικής του Αβερέσκου από αυτή του Μπρατιάνου. Ο πρώτος προσπάθησε να ξεπεράσει την αμηχανία η οποία προκάλεσε η ανάκληση του πρέσβη από τον Μουσολίνι λόγω του χρέους της Ρουμανίας και η άρνηση να επιτραπεί στον βασιλιά Φερδινάνδο μια προγραμματισμένη επίσκεψη.[21]

Το δάνειο οδήγησε σε συναντήσεις στην Ιταλία για την διευκρίνηση του καθεστώτος του χρέους της Ρουμανίας και οδήγησε στην υπογραφή πενταετούς συνθήκης φιλίας (16 Σεπτεμβρίου), η οποία καταδικάστηκε από τη ρουμανική κοινή γνώμη λόγω της άρνησης της Ιταλίας να υποστηρίξει τη ρουμανική κυριαρχία στη Βεσσαραβία[20][21][26] και δημιούργησε ένταση εντός της Μικρής Αντάντ (η Γιουγκοσλαβία φοβόταν ότι η Ιταλία θα προσπαθούσε να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της Ρουμανίας σε περίπτωση αλυτρωτικού πολέμου).[21][26]

Η συμφωνία έληξε το 1932, και αφότου παρατάθηκε για έξι μήνες, δεν ανανεώθηκε.[21] Ο πολιτικός της αντίκτυπος ήταν μικρός, δεδομένου ότι οι Ιταλοί δεν εμπιστεύονταν το ρουμανικό κίνημα, λόγω του ρόλου ως όργανο του Μπρατιάνου.[12] Αναφερόμενος στο παράλληλο σχέδιο η πριγκίπισσα Ιλεάνα να παντρευτεί τον πρίγκιπα Ουμβέρτο της Ιταλίας, ο Αβερέσκου είπε «Δεν περίμενα πολλά από την Ιταλία, πέρα από ένα θρόνο για την πριγκίπισσα της Ρουμανίας».[27]

Αμφιλεγόμενα σχέδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αβερέσκου συνέχισε να προσφέρει την υποστήριξή του σε ακροδεξιές ομάδες (ιδιαίτερα στη εθνικο-χριστιανική αμυντική λίγκα την οποία σχημάτισε ο Α. Κ. Κούζα) και πιθανόν σκεπτόταν να αναλάβει δικτατορική δράση.[12]

Η κυβέρνηση συγκρούστηκε με τον Μπρατιάνου όταν ανακάλυψε ότι διαπραγματευόταν μυστικά με τον πρίγκιπα Κάρολο (υποστηρικτή των Εθνικών Φιλελευθέρων) καθώς η υγεία του Φερδινάνδου χειροτέρευε.[3][5][24][28] Οι Εθνικοί Φιλελεύθεροι απέσυραν την υποστήριξή τους, και, μέσω διαταγής την οποία υπέγραψε το Κονσταντίν Χιοτ,[3] ο Αβερέσκου αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση ευρέως συνασπισμού του Μπάρντου Στίρμπεϊ.[18][24] Η απομάκρυνση του Αβερέσκου, την οποία επιβεβαίωσε ο Φερδινάνδος λίγο πριν πεθάνει,[24] δημιούργησε κενό στη Δεξιά, το οποίο σύντομα πλήρωσε η Σιδηρά Φρουρά, ένα φασιστικό κίνημα το οποίο ίδρυσε ο Κορνήλιος Κοντρεάνου.[12]

Πολιτική στα τέλη της δεκαετίας του 1920[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Λαϊκό Κόμμα ενεπλάκη και αυτό στην επίλυση της δυναστικής κρίσης μετά τον θάνατο του Φερδινάνδου τον Ιούλιο του 1927, πλησιάζοντας τον Κάρολο για να αντικαταστήσει το παιδί-βασιλιά Μιχαήλ και την αντιβασιλεία του πρίγκιπα Νικολάου. Τον Νοέμβριο του 1927, ο Αβερέσκου βρέθηκε στη δίκη του υποστηρικτή του Μιχαήλ Μανοϊλέσκου, ο οποίος συνελήφθη γιατί υποκίνησε υπέρ του Καρόλου. Στη κατάθεσή του, υποστήριξε την αντίληψη, ότι ο βασιλιάς Φερδινάνδος παρά τον αρχικό του θυμού, σκόπευε να επιστρέψει ο Κάρολος στον θρόνο.[28]

Το κόμμα του έχασε πολλούς από τους υποστηρικτές του από το νεοσχηματισθέν Εθνικό Αγροτικό Κόμμα,[5] και έλαβε κάτω από 2% στις εκλογές του 1927.[5][13] Περί το 1930, ο Αβερέσκου άρχισε να εναντιώνεται στην καθολική ψηφοφορία και κατέθεσε αίτημα προς τους διανοούμενους ώστε να καταργηθεί από τη νομοθεσία επειδή επηρεαζόταν εύκολα από τα κόμματα στην εξουσία.[29] Αυτός και ο υποστηρικτής του, ο υπέρ της απολυταρχίας ποιητής Οκταβιάν Γκόγκα, κατακρίθηκαν από τη αριστερή εφημερίδα Viața Românească, η οποία υποστήριξε ότι ο Αβερέσκου στην πραγματικότητα είχε προκαλέσει και ενθαρρύνει εκλογικές ανωμαλίες όσο ήταν στην εξουσία.[29]

Το Νοέμβριο του 1930, μήνυσε τον ποιητή και δημοσιογράφο Μπαζίλ Γκρούια, υποστηρίζοντας ότι ο δεύτερος τον είχε προσβάλλει δημοσιεύοντας τον Ιανουάριο ένα άρθρο στην Chemarea το οποίο άρχισε αμφισβητώντας ότι ο Αβερέσκου ήταν «ο μόνος πιστός σύντροφος στον Ρουμάνο αγρότη» και το αντιπαρέβαλε στις δραστηριότητες του Αβερέσκου στην εξέγερση του 1907.[30] Η δίκη έλαβε χώρα στη Κλουζ και τον Γκρούια αντιπροσώπευε στο δικαστήριο ο Ράντου Ρ. Ροσέτι. Την 1 Δεκεμβρίου, ο Γκρούια βρέθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε 15 μέρες σε σωφρονιστικό ίδρυμα με αναστολή, και πρόστιμο ύψους 3.000 λέι (όπως ο Γκρούια αργότερα έλαβε χάρη).[30]

Ο Αβερέσκου προήχθη σε στρατάρχη της Ρουμανίας την ίδια χρονιά,[2][31] την περίοδο στην οποία ο Κάρολος επέστρεψε ως βασιλιάς - το Time απέδωσε το διορισμό του στην πολιτική υποστήριξη προς τον Κάρολο.[31][32] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, στο τέλος του 1930, ο Αβερέσκου ήταν ξανά το κέντρο της ρουμανικής πολιτικής, εξαιτίας της εύνοιας του Καρόλου, το θάνατο των Ίον Ι. Κ. και Βιντίλα Μπρατιάνου και την απρόσμενη υποστήριξή την οποία έλαβε από τον Γκεόργκε Ι. Μπρατιάνου.[32]

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όμως, τελικά, αποδείχθηκε ανεπιθύμητος στους κύκλους του Καρόλου, και ιδιαίτερα στην ερωμένη του βασιλιά Μάγδα Λουπέσκου. Έπειτα, ο Κάρολος ανέθεσε στον Γκόγκα την ηγεσία του Λαϊκού Κόμματος, και αργότερα επιτέθηκε στον Αβερέσκου για «την ανατροπή του παραδοσιακού σεβασμού τον οποίο είχε από το Στέμμα». Η σύγκρουση οδήγησε τον Γκόγκα να δημιουργήσει το εθνικό αγροτικό κόμμα, το οποίο, αν και δεν ήταν ποτέ σημαντική δύναμη, έλαβε περισσότερες ψήφους στις εκλογές του 1932 από τον Αβερέσκου.[13]

Περί το 1934, καθώς η Σιδηρά Φρουρά ανακοίνωσε τη συμμαχία της με τη Ναζιστική Γερμανία, οι Ιταλοί (ακόμη αντίπαλοι του Αδόλφου Χίτλερ) προσέγγισαν τον Αβερέσκου (καθώς και τον Μανοϊλέσκου, τον Νικολάε Γιόργκα, τον Νικιφόρ Κράινικ, τον Κούζα, τον Γκόγκα και άλλους αντιδραστικούς που δεν ανήκαν στη Φρουρά) για συνεργασία.[12] Όμως αυτή η συνεργασία σημαδευόταν από πολλές εσωτερικές διαφωνίες, για παράδειγμα η Calendarul του Κράινικ επιτιθόταν συχνά στον Γιόργκα και τον Αβερέσκου.[11] Τελικά, η ομάδα του Αβερέσκου σχημάτισε το 1934 το Συνταγματικό Μέτωπο, μια εθνικιστική εκλογική συμμαχία με το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα, στο οποίο εντάχθηκε και η Σταυροφορία του Ρουμανισμού του Μιχάι Στελέσκου (η οποία ξεπήδησε από τη Σιδηρά Φρουρά), και ένα μικρό κόμμα το οποίο είχε δημιουργήσει ο Γκριγκόρε Φόρτου. Μετά την διάσπαση των δύο μικρότερων κομμάτων, το Μέτωπο επέζησε στην αρχική μορφή του μέχρι το 1936, όταν και διαλύθηκε.[33]

Το 1937, παρά τη συνεχιζόμενη διαμάχη με τον Κάρολο, ο Αβερέσκου διορίστηκε στο βασιλικό συμβούλιο. Ο Αργκετογιάνου θυμάται ότι αυτός και ο Αβερέσκου είχαν συμφιλιωθεί - μια εποχή στην οποία ο Αργκετογιάνου σκεφτόταν να αντιμετωπίσει όλες τις αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου του Εθνικού Κόμματος των Αγροτών, το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα και τη Σιδηρά Φρουρά σε μια εκλογική ομάδα (πριν τις εκλογές του Δεκεμβρίου, οι διάφορες ομάδες είχαν διαπραγματευθεί επιτυχημένα τη συμμαχία ενάντια στην κυβέρνηση Γκεόργκε Ταταρέσκου). Ο Αβερέσκου, ο οποίος, σύμφωνα με τον Αργκετογιάνου, είχε πει ότι τον ενδιέφερε περισσότερο να πείσει τον Κάρολο να επιτρέψει την επιστροφή της εν διαστάσει γυναίκας του Ελένης της Ελλάδας στη Ρουμανία, ήταν αντίθετος στην συμμαχία.[34]

Τον επόμενο χρόνο, ήταν για μικρό χρονικό διάστημα υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στη κυβέρνηση Μίρον Κριστέα, η οποία δημιουργήθηκε από τον Κάρολο για να καταπολεμήσει την άνοδο της Σιδηράς Φρουράς,[12] και ήταν αντίθετος στην αποκήρυξη του συντάγματος του 1923 από τον Καρόλο με στόχο την εγκαθίδρυση δικτατορίας (η οποία σήμανε και το τέλος του Λαϊκού Κόμματος).[13] Πέθανε λίγο αργότερα στο Βουκουρέστι, και τάφηκε στην κρύπτη των ηρώων της μάχης του Μαράστι.[2] Τον Δεκέμβριο, ο βασιλιάς δημιούργησε το Εθνικό Μέτωπο Αναγέννησης ως πολιτικό όργανο της αυταρχικής ηγεσίας του.[12]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 Petre Otu, "Mareșalul Alexandru Averescu (1859–1938)" ("Marshal Alexandru Averescu"), in Dosarele Istoriei, 2(30)/1999, p.22-23
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 2,12 (Ρουμανικά) Ioan Parean, Mareșalul Averescu, conducător militar de excepție ("Marshal Averescu, Outstanding Military Leader") at the Sibiu Land Forces Academy; retrieved October 16, 2007
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 3,12 3,13 3,14 Κονσταντίν Αργκετογιάνου, "Memorii" ("Memoirs"; fragment), in Magazin Istoric, March 1968, p.71-76, 79-81
  4. 4,0 4,1 (Ρουμανικά) Ion Bulei, "Suntem cu toții cuprinși de grija cea mare" ("We Are All Overwhelmed by the Greatest of Concerns"), in Magazin Istoric, October 1997; retrieved October 16, 2007
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 5,7 5,8 5,9 Keith Hitchins, România, 1866-1947, Humanitas, Bucharest, 1998 (translation of the English-language edition Rumania, 1866-1947, Oxford University Press, USA, 1994), p.184-185, 270, 290-291, 389, 392, 402-403, 406-407
  6. 6,0 6,1 (Ρουμανικά) Eliza Brătianu, Averescu - 1918 at the Memoria Virtual Library; retrieved October 16, 2007
  7. Vincent J. Esposito, The West Point Atlas of American Wars: 1900-1918, United States Military Academy, Dept. of Military Art and Engineering, text for map 40
  8. 8,0 8,1 Lucian Boia, History and Myth in Romanian Consciousness, Central European University Press, Βουδαπέστη, 2001 ISBN 963-9116-97-1, p.210-211
  9. 9,0 9,1 Ion Constantinescu, "«Domnilor, vă stricați sănătatea degeaba...»" ("«Gentlemen, You're Ruining Your Health over Nothing...»"), in Magazin Istoric, July 1971, p.23, 26
  10. (Ρουμανικά) Stelian Tănase, "Cristian Racovski" (Part I), in Magazin Istoric, April 2004; retrieved October 16, 2007
  11. 11,0 11,1 Z. Ornea, Anii treizeci. Extrema dreaptă românească ("The 1930s: The Romanian Far Right"), Editura Fundației Culturale Române, Bucharest, 1995, p.48, 243
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 12,5 12,6 12,7 Francisco Veiga, Istoria Gărzii de Fier, 1919-1941: Mistica ultranaționalismului ("History of the Iron Guard, 1919-1941: The Mystique of Ultra-Nationalism"), Bucharest, Humanitas, 1993 (Romanian-language version of the 1989 Spanish edition La mística del ultranacionalismo (Historia de la Guardia de Hierro) Rumania, 1919–1941, Bellaterra, Publicacions de la Universitat Autònoma de Barcelona, ISBN 84-7488-497-7), p.46-47, 86, 89, 91-93, 98, 252-253, 247-248
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 (Ρουμανικά) Ioan Scurtu, "Mit și realitate. Alexandru Averescu" ("Myth and Reality. Alexandru Averescu"), in Magazin Istoric, May 1997; retrieved October 16, 2007
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 14,4 14,5 14,6 14,7 (Ρουμανικά) Ioan Scurtu, "Prăbuşirea unui mit" ("A Myth's Crumbling"), in Magazin Istoric, March 2000; retrieved October 16, 2007
  15. 15,0 15,1 15,2 Ion Constantinescu, "Dr. N. Lupu: «Dacă și d-ta ai fi fost bătut...»" ("Dr. N. Lupu: «If You Yourself Had Been Beaten...»"), in Magazin Istoric, August 1971, p.37-41
  16. 16,0 16,1 16,2 Cristina Diac, "La «kilometrul 0» al comunismului românesc. «S-a terminat definitiv cu comunismul in România!»" ("At «Kilometer 0» in Romanian Communism. «Communism in Romania Is Definitely Over!»"), in Jurnalul Național, October 6, 2004; retrieved October 16, 2007
  17. 17,0 17,1 Cristian Troncotă, "Siguranța și spectrul revoluției comuniste" ("Siguranța and the Specter of Communist Revolution"), in Dosarele Istoriei, 4(44)/2000, p.18-19
  18. 18,0 18,1 18,2 Irina Livezeanu, Cultural Politics in Greater Romania: Regionalism, Nation Building and Ethnic Struggle, 1918-1930, Cornell University Press, New York City, 1995 ISBN 0-8014-8688-2, p.23-24
  19. Ștefan Gorovei, "Kogălnicenii" ("The Kogălniceanu Family"), in Magazin Istoric, July 1977, p.10, 60
  20. 20,0 20,1 Charles Upson Clark, Bessarabia. Russia and Roumania on the Black Sea: Chapter XXVIII, "The Tatar-Bunar Episode", στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον; retrieved October 16, 2007
  21. 21,0 21,1 21,2 21,3 21,4 21,5 21,6 21,7 Dumitru Hîncu, "O acțiune politică contestată. Descoperiri în arhivele Ministerului de externe din Viena" ("A Controversial Political Action. Discoveries in the Vienna Foreign Ministry Archives"), in Magazin Istoric, November 1995, p.68-70
  22. Ion Constantinescu, "Duiliu Zamfirescu: «Zero la purtare lui Ionel Brătianu!»" ("Duiliu Zamfirescu: «Grade Zero in Manners toIonel Brătianu!»"), in Magazin Istoric, September 1971, p.68-70
  23. 23,0 23,1 23,2 23,3 23,4 Joseph Slabey Rouček, Contemporary Roumania and Her Problems, Ayer Publishing, Manchester, New Hampshire, 1971, p.106, 111-113
  24. 24,0 24,1 24,2 24,3 24,4 Ion Constantinescu, "V. Madgearu: «Rechinii așteaptă prada!»" ("V. Madgearu: «The Sharks Await Their Pray!»"), in Magazin Istoric, October 1971, p.81-82
  25. James Fuchs, "Averescu: Rumania's Mussolini", in The Nation, Vol. 122, no. 3175, May 12, 1926
  26. 26,0 26,1 Constantin Vișoianu, "Cronica Externă. (Pactul Franco-Român.—Pactul Italo-Român)" ("Foreign Column. (The Franco-Romanian Pact.—The Italo-Romanian Pact)"), στη Viața Românească, 10/XVIII (October 1926), p.108
  27. "Dynastic Alliance?", in Time, December 20, 1926
  28. 28,0 28,1 "Manoilescu Trial", in Time, November 21, 1927
  29. 29,0 29,1 P. Nicanor & Co., "Miscellanea. (O. Goga despre votul universal)" ("Miscellanea. (O. Goga on Universal Suffrage)"), in Viața Românească, 4-5/XXIII (April–May 1926), p.138-139
  30. 30,0 30,1 Valentin Tașcu, "Mareșalul Averescu nu-și mai aduce aminte" ("Marshal Averescu No Longer Recalls"), in Magazin Istoric, March 1973, p.61-65
  31. 31,0 31,1 "King at Work", in Time, June 23, 1930
  32. 32,0 32,1 "End of a Dynasty?", in Time, January 5, 1931
  33. (Ρουμανικά) Victoria Gabriela Gruber, Partidul Național Liberal (Gheorghe Brătianu) (summary), Cap. V, at the Lucian Blaga University of Sibiu; retrieved October 16, 2007
  34. Constantin Argetoianu, "Memorii" ("Memoirs"; fragment), in Magazin Istoric, December 1967, p.80-82, 83-85