Σιδηρούς Σταυρός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το παράσημο του σιδηρού σταυρού Β' Τάξης

Ο Σιδηρούς Σταυρός (γερμ. Eisernes Kreuz) ήταν το κατεξοχήν πρωσικό και μετέπειτα γερμανικό πολεμικό μετάλλιο έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παράσημο καθιερώθηκε στις 10 Μαρτίου 1813 από τον βασιλιά της Πρωσίας, Φρειδερίκο Γουλιέλμο Γ΄. Η όλη εμφάνιση του παράσημου ήταν εμπνευσμένη από το σύμβολο του τάγματος των Τευτόνων, έναν λιτό σταυρό μαύρου χρώματος, του οποίου τα άκρα διευρύνονταν ελαφρά. Τον σταυρό αυτό φορούσαν οι ιππότες επάνω σε άσπρο μανδύα από τον 14ο αιώνα.

Το σχέδιο προήλθε από το χέρι του ίδιου του βασιλιά, με την τελική προσαρμογή από τον Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ, κατασκευάστηκε από τα Βασιλικά Χυτήρια (Königlich Preußische Eisengießerei) για πρώτη φορά με αναδρομική χρονολόγηση στις 10 Μαρτίου 1813. Αρχικά ήταν προορισμένο να απονεμηθεί μόνο μια φορά και για να τιμήσει αποκλειστικά και μόνο διάφορες δράσεις στους απελευθερωτικούς αγώνες των χρόνων 18131815 κατά του Ναπολέοντα. Αργότερα όμως ξαναχρησιμοποιήθηκε και σε άλλους πολέμους.

Σε αντίθεση με άλλα μετάλλια, ο Σιδηρούς Σταυρός δεν είχε σχεδόν κανένα πολύτιμο υλικό πάνω του. Ήταν κατασκευασμένος από απλό μαύρο χυτοσίδηρο σε απλό αργυρό φόντο. Η μορφή του αυτή ήταν σύμβολο ιπποτισμού, αληθινής εκπλήρωσης του καθήκοντος καθώς και μετριοφροσύνης του Γερμανού Πρώσου στρατιώτη.

Ο Μεγαλόσταυρος του Σιδηρού Σταυρού ήταν σχεδόν διπλάσιος σε μέγεθος από αυτό των σταυρών Α΄ και Β΄ Τάξης και φερόταν σε ταινία στον λαιμό. Μια παραλλαγή του μεγαλόσταυρου, με μικρότερες διαστάσεις, αποτέλεσε τη βαθμίδα του Σταυρού των Ιπποτών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Σιδηρούς Σταυρός είχε πάντα το έτος έκδοσής του (1813, 1870, 1914 και 1939) σκαλισμένο στο κάτω μέρος του κάτω σκέλους του σταυρού. Η έκδοση του 1813 είχε και το μονόγραμμα του ονόματος του βασιλιά Φρειδερίκου Γουλιέλμου Γ΄ (FW) στο άνω σκέλος του σταυρού, ενώ στο κέντρο είχε ένα φύλλο βελανιδιάς. Οι εκδόσεις του 1870 και του 1914 είχαν τα αντίστοιχα μονογράμματα των Γουλιέλμου Α΄ και Γουλιέλμου Β΄ (W) στο κέντρο και ένα βασιλικό στέμμα στο άνω άκρο. Το αρχικό μοτίβο πέρασε στην όπισθεν όψη. Η έκδοση του 1939 αντικατέστησε το βασιλικό μονόγραμμα και στέμμα με το σύμβολο του εθνικοσοσιαλισμού, τη σβάστικα.

Τρόπος χρήσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σιδηρούς Σταυρός Β΄ Τάξης φερόταν μόνο την ημέρα της απονομής του με την ταινία περασμένη στην κουμπότρυπα του δεύτερου κουμπιού στο σακάκι της στολής. Ύστερα φερόταν στην ίδια θέση ραμμένη μόνο η ταινία ως ένδειξη της απονομής. Συχνά χρησίμευε η ταινία για την ανάρτηση και άλλων μετέπειτα παράσημων.

Αργότερα, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισαν να χρησιμοποιούνται και ειδικές παραμάνες αντί για την ταινία.

Ο Σταυρός Α΄ Τάξης φερόταν χωρίς ταινία στην αριστερή μεριά του στήθους, ενώ ο Μεγαλόσταυρος και ο Σταυρός των Ιπποτών φέρονταν κρεμασμένοι στο λαιμό.

Σημασία του Σιδηρού Σταυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τάξεις του σιδηρού σταυρού

Οι Α΄ και Β΄ Τάξη του Σιδηρού Σταυρού ήταν από το 1813 και μετά τα υψηλότερα πολεμικά παράσημα του πρωσικού στρατού, και από το 1870 και μετά, του ενιαίου γερμανικού στρατού.

Ένα μόνο ισάξιο παράσημο υπήρχε, η στρατιωτική κλάση του Pour le mérite (γαλλ. «Για την ένδοξο δράση») που απονεμόταν μέχρι το 1918 και ήταν αποκλειστικά περιορισμένο για απονομή σε αξιωματικούς. Από όλα τα παράσημα, ο σιδερένιος σταυρός είχε τη μεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση, καθώς ήταν και το μόνο παράσημο που απονεμόταν στους στρατιώτες όλων των γερμανικών κρατιδίων.

Εκδόσεις των ετών 1813, 1870 και 1914[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απονομή του σιδερένιου σταυρού στη μαύρη ταινία με λευκό φόντο ήταν η υψηλότερη τιμή που αποδιδόταν στους απελευθερωτικούς πολέμους εναντίον του στρατού του Ναπολέοντα. Αργότερα, στις αρχές του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, το παράσημο επανεκδόθηκε από τον βασιλιά Γουλιέλμο Α΄ στις 19 Ιουλίου 1870. Στον γερμανικό πόλεμο μεταξύ Πρωσίας και Αυστρίας, το 1866, δεν έγινε επανέκδοση, επειδή ο πόλεμος αυτός θεωρήθηκε ως «αδελφοκτονία».

Στα έτη από το 1813 μέχρι το 1918 εκδόθηκαν σιδερένιοι σταυροί σε διαβάθμιση τριών Τάξεων:

  • Σιδηρούς Σταυρός Β΄ Τάξης (EK II)
  • Σιδηρούς Σταυρός Α΄ Τάξης (EK I)
  • Μεγαλόσταυρος του Σιδηρού Σταυρού (Grosskreuz des Eisernen Kreuzes)

Για τους μη μάχιμους, και για ανδραγαθία μακράν της γραμμής του πυρός, εκδόθηκε τα έτη 1813, 1870 και 1914 ο σιδερένιος σταυρός με λευκή κορδέλα και μαύρο φόντο. Το 1939 η έκδοση αυτή αντικαταστάθηκε από ένα παρόμοιο μετάλλιο, τον Σταυρό πολεμικής αξίας.

Στην αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε επανέκδοση του παρασήμου από τον Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄ στις 5 Αυγούστου 1914 και απονεμήθηκε τα επόμενα δύο χρόνια τόσο πολύ που σχεδόν έχασε την αξία του. Υπολογίζεται ότι ο Σταυρός Β΄ Τάξης έφτασε τα 5.000.000 τεμάχια, ενώ ο Σταυρός Α΄ Τάξης απονεμήθηκε περίπου 218.000 φορές κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Απομίμηση του Αστέρα του Μπλύχερ.

Μια ειδική έκδοση του παρασήμου, ο Αστέρας του Μεγαλόσταυρου, απονεμήθηκε μόνο δύο φορές, σε δύο διακεκριμένους στρατηγούς της Πρωσίας, τον φον Μπλύχερ για την ήττα του Ναπολέοντα το 1815 και τον φον Χίντενμπουργκ για τις νίκες του κατά τον Α΄ ΠΠ το 1918. Κατά τον Β΄ ΠΠ, κατασκευάστηκαν αντίτυπα της έκδοσης του 1939, αλλά δεν απονεμήθηκαν ποτέ. Το μετάλλιο αυτό είχε σχήμα οκτάκτινου αστεριού από χρυσάφι, και φερόταν στην αριστερή μεριά του στήθους.

Έκδοση του έτους 1939[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σιδηρούς Σταυρός Α' Τάξης (απομίμηση)
Η ύψιστη βαθμίδα του Σταυρού των Ιπποτών, με χρυσά φύλλα δρυός, ξίφη και διαμάντια (απομίμηση)

Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Χίτλερ επανέφερε τον Σιδηρούν Σταυρό ως πολεμικό παράσημο. Ήταν ενισχυμένου παρουσιαστικού και έφερε τη χρονολογία 1939 στη μπροστινή όψη και τη χρονολογία 1813 στην οπίσθια όψη. Στη μπροστινή όψη έφερε την σβάστικα. Η ταινία εκτός από το μαύρο και το λευκό των προηγούμενων εκδόσεων είχε και μια φαρδιά κόκκινη κορδέλα, αντιθιστώντας έτσι τα χρώματα της Πρωσίας (μαύρο-άσπρο) με αυτά του Γ΄ Ράιχ.

Εκτός αυτού, εκδόθηκε και μια ειδική καρφίτσα για όσους είχαν ήδη παρασημοφορηθεί με τον Σιδηρούν Σταυρό στον Α΄ ΠΠ. Η καρφίτσα αυτή λεγόταν «επαναληπτική» (γερμ. Wiederholungsspange) και εμφάνιζε το γερμανικό εθνόσημο επί μίας πινακίδας με τη χρονολογία «1939».

Στα χρόνια από το 1939 μέχρι το 1945 κυκλοφόρησε ο σιδερένιος σταυρός στις εξής διαβαθμίσεις:

  • Σιδηρούς Σταυρός Β΄ Τάξης (ΕΚ ΙΙ) σε μαύρη-λευκή-κόκκινη κορδέλα
  • Σιδηρούς Σταυρός Α΄ Τάξης (ΕΚ Ι) καρφίτσα
  • Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού
  • Μεγαλόσταυρος του Σιδηρού Σταυρού

Συνολικά υπολογίζεται ότι το παράσημο ΕΚ ΙΙ απονεμήθηκε γύρω στα 3.000.000 τεμάχια, ενώ το ΕΚ Ι απονεμήθηκε γύρω στις 450.000 τεμάχια.

Ο Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού (Ritterkreuz des Eisernen Kreuzes) θεσπίστηκε το 1939 για να καλύψει το κενό μεταξύ του Σιδηρού Σταυρού Α΄ Τάξης και του Μεγαλόσταυρου. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η ανάγκη να καλυφθούν επιπλέον απονομές του οδήγησε στη δημιουργία επιπλέον βαθμίδων:

  • με φύλλα δρυός (816 απονομές)
  • με φύλλα δρυός και ξίφη (157 απονομές)
  • με φύλλα δρυός, ξίφη και διαμάντια (27 απονομές)
  • με χρυσά φύλλα δρυός, ξίφη και διαμάντια (μια απονομή μόνο, στον πιλότο των Stukas Σμήναρχο Χανς Ούλριχ Ρούντελ).

Ανώτερο παράσημο από όλα παρέμενε ο Μεγαλόσταυρος, ο οποίος απονεμήθηκε στα χρόνια 1939-1945 επίσης μόνο μία φορά, και μάλιστα στον Γκαίρινγκ, για τις επιτυχίες της Λουφτβάφφε το 1939-40. Ο Χίτλερ όμως του το αφαίρεσε στις 23 Απριλίου 1945, όταν ο Γκαίρινγκ καθαιρέθηκε από όλα του τα πολιτικά, στρατιωτικά και κομματικά καθήκοντα.

Μετά τον πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον πόλεμο απαγορεύτηκε το σήμα της σβάστικας. Με νόμο της 26ης Ιουλίου του 1957 στη μεταπολεμική Γερμανία δεν επιτρέπονται τα στρατιωτικά παράσημα που έχουν τον αγκυλωτό σταυρό. Έτσι, στα καταστήματα κυκλοφόρησαν ειδικές απομιμήσεις, που στη θέση των απαγορευμένων συμβόλων έχουν ένα φύλλο βελανιδιάς και γι' αυτό επιτρέπονται.

Μετά το 1945[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σιδηρούς Σταυρός ως έμβλημα του στρατού της Ομοσπονδιακής Γερμανίας.

Από το 1945 και μετά, ο Σιδηρούς Σταυρός δεν χρησιμοποιείται πια σε παράσημα. Εκτός αυτού, η Ομοσπονδιακή Γερμανία είναι η μοναδική κυβέρνηση στον σύνδεσμο του ΝΑΤΟ που δεν απονέμει κανένα παράσημο γενναιότητας. Άλλα παράσημα υπάρχουν όμως για αποδόσεις στη σκοποβολή, ή για συνεισφορά σε διάφορες ασκήσεις, καθώς και για τιμή.

Επειδή όμως ο Σιδηρούς Σταυρός έχει πολύ μεγάλη ιστορική σημασία, έχει γίνει το έμβλημα του στρατού της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και κοσμεί σε διάφορες μορφές τις σημαίες και τα όργανα της αεροπορίας, του πεζικού, του ναυτικού κ.λπ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Eisernes Kreuz της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).