Θεμιστόκλειο τείχος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Tο περίγραμμα του Θεμιστοκλείου τείχους, στην Αρχαία Αθήνα

Το λεγόμενο Θεμιστόκλειο Τείχος ήταν το τείχος που περιέκλειε την Αρχαία Αθήνα, θεωρούμενο ως το μεγαλύτερο σε μήκος οχυρωματικό έργο της πόλης. Σημαντικό τμήμα του τείχους αυτού διασχίζει τον σημερινό αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, με κατεύθυνση βορρά προς νότο, σε μήκος περίπου 200 μέτρων που αποτελεί και το καλύτερα σήμερα διατηρημένο τμήμα του. Το Θεμιστόκλειο τείχος είχε ολική περίμετρο περίπου 6.500 μ. και διέθετε τουλάχιστον 13 πύλες.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα θεμέλια του Θεμιστοκλείου τείχους τέθηκαν το 479 - 478 π.Χ. κατόπιν της προτροπής του ίδιου του Θεμιστοκλή, (εκ του οποίου και έλαβε το όνομα), το οποίο έμεινε και διατηρήθηκε για 1000 περίπου χρόνια.

Από τις περιγραφές του Θουκυδίδη έμειναν γνωστά τα ιστορικά εκείνα γεγονότα που υποχρέωσαν τους Αθηναίους στη βιαστική ανέγερσή του, μετά την αποχώρηση των Περσών και προ του Σπαρτιατικού κινδύνου. Η βάση του τείχους αυτού είναι λίθινη ενώ κατά το υπόλοιπο ύψος ήταν κατασκευασμένο με μεγάλους πλίνθους. Το μέγιστο ύψος του έφθανε τα 8 μέτρα όπου και αναπτύσσονταν οι επάλξεις του. Το φάρδος του έφθανε τα 2,5 μέτρα. Εξωτερικά το τείχος έφερε τάφρο (διαφαίνεται στον χώρο του Κεραμεικού). Σημαντικότερη απ΄ όλες τις πύλες του τείχους ήταν το «Δίπυλον» (= οχυρωματική πυργωτή διπλή πύλη), Από της πύλης αυτής το τείχος εκτείνονταν σε καμπύλη γραμμή στο λόφο των Νυμφών και την Πνύκα, απ΄ όπου συνέχιζε σε δύο σκέλη όπου το ένα συνέχιζε προς Πειραιά. Αργότερα στο σημείο αυτό ανεγέρθη το «Διατείχισμα» για περισσότερη ασφάλεια. Από την Πνύκα το τείχος συνέχιζε στο λόφο του Φιλοπάππου όπου έκαμπτε σε ορθή γωνία και κατέρχονταν στη σημερινή οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου κάτω από το σύγχρονο μουσείο της Ακρόπολης όπου και στρέφονταν στην Πύλη του Αδριανού και συνεχίζοντας από τη σημερινή λεωφόρο Βασίλισσας Αμαλίας και οδό Φιλελλήνων έφθανε στη σημερινή πλατεία Συντάγματος. Από εκεί ακολουθώντας διεύθυνση την αυτή της οδού Σταδίου, τον κήπο Κλαυθμώνος, την οδό Σοφοκλέους και την οδό Πειραιώς κατέληγε στη βόρεια πλευρά του «Διπύλου».

Κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου το τείχος φέρεται να επισκευάστηκε τρεις φορές, μία το 420 π.Χ., μία επί Κόνωνος περί το 494 π.Χ. και μία περί το 338 π.Χ. ή το 307 π.Χ. κατά την διάρκεια των Μακεδονικών πολέμων.

Tο καλύτερα διασωζώμενο τμήμα του Θεμιστοκλείου τείχους στον Κεραμεικό

Στη τρίτη αυτή επισκευή η αμυντική αυτή οχύρωση ενισχύθηκε με την κατασκευή ενός δεύτερου τείχους εξωτερικού το λεγόμενο «προτείχισμα». Μεταξύ του «Προτειχίσματος» και του τείχους διερχόταν η λεγόμενη «περιφερική οδός».

Το 86 π.Χ. εισέβαλε στην Αθήνα ο Ρωμαϊκός στρατός υπό τον Σύλλα από την περιοχή του Κεραμεικού, όπου και άρχισε η καταστροφή του τείχους. Κατά τους επόμενους τρεις αιώνες της λεγόμενης «ρωμαϊκής ειρήνης» η οχύρωση της αρχαίας Αθήνας περιέπεσε σε αχρηστία. Η επιδρομή των βαρβάρων Ερούλων που ακολούθησε, το 267 (μ.Χ.), υποχρέωσε τους Αθηναίους να καταφύγουν υπό τον Δέξιππο στα γύρω βουνά. Αναθαρρεμένοι όμως από την παρουσία του ρωμαίου στρατηγού και ναυάρχου Κλεόδαμου που έσπευσε προς βοήθειά τους επέστραψαν και επισκεύασαν όπως όπως το τείχος, πιθανώς επί Αυτοκράτορα Βαλεριανού, αποκρούοντας έτσι την επίθεση. Η τελευταία επισκευή που έγινε στο τείχος αναφέρεται στην εποχή του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄.

Στον Κεραμεικό αποκαλύφθηκαν και διασώζονται οι δύο από τις πύλες του, το «Δίπυλο» και η «Ιερά Πύλη».

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» τομ. Β΄, σελ. 40.