Αετώματα του Παρθενώνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λεπτομέρεια από το ανατολικού αέτωμα του Παρθενώνα. Εικονίζεται η προσωποποίηση του Ήλιου που ανατέλλει. Ο Ήλιος αναδύεται από τη θάλασσα. Το άρμα του δεν φαίνεται, αλλά τμήμα του τεθρίππου που το σύρει. Δίπλα ξαπλωμένος γυμνός είναι ο Διόνυσος που κρατάει ένα αγγείο.

Τα δύο αετώματα του Παρθενώνα ήταν αριστουργηματικά συντάγματα γλυπτικής, έργα του Φειδία. Σήμερα βρίσκονται μοιρασμένα στο Βρετανικό Μουσείο, στο Μουσείο της Ακρόπολης στο Αρχείο Μπίζλεϋ στην Οξφόρδη, το Μουσείο Σπέρλοκ στην Ουρμπάνα του Ιλινόι και τη Γλυπτοθήκη της Βασιλείας.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την τοποθέτηση των γλυπτών στα αετώματα αποπερατώθηκε η κατασκευή του Παρθενώνα. Είναι έργα τέχνης του 438 - 432 π.Χ. Τα αετώματα του Παρθενώνα αναφέρει ο Παυσανίας στο οδοιπορικό του στα τέλη του 2ου αιώνα, χωρίς όμως να δίνει λεπτομερή περιγραφή. Οι κεντρικές μορφές του ανατολικού αετώματος αφαιρέθηκαν όταν ο Παρθενώνας μετατράπηκε στον ναό της Παναγίας Αθηνιώτισσας. Τα αετώματα καταστράφηκαν τον 17ο αιώνα κατά την εναντίον της τουρκοκρατούμενης Αθήνας επιχείρηση των Ενετών του Μοροζίνη στα πλαίσια του Ενετοτουρκικού πολέμου. Σήμερα, οι προσπάθειες ανακατασκευής βασίζονται σε τρεις κυρίως πηγές, α) τα ερείπια που βρέθηκαν, β) τις ζωγραφικές σημειώσεις του Ζακ Καρύ, και τέλος γ) ένα ανάγλυφο αντίγραφο που μιμείται πιστά το γνήσιο αρχικό έργο, και βρίσκεται στη Μαδρίτη.

Γενική περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αετώματα παρέχουν χώρο ισοσκελούς τριγώνου με μήκος βάσης 28,35 μ και ύψος 3,456 μ, ενώ το βάθος του τυμπάνου είναι 0,91 μ. Το οριζόντιο γείσο είναι πιο ενισχυμένο με μάρμαρο Πεντέλης και σιδερένιες βέργες εν σχέση με τα πλάγια πλευρικά, για να αντέχει στο βάρος των γλυπτών. Παρά την τεράστια δυσκολία για την σύνθεση του έργου κατά αυτές τις δυσχερείς γεωμετρικές συνθήκες, τα αετώματα ήταν γεμάτα αγάλματα που θεματικά ήταν άρρητα αλληλένδετα και γεμάτα καλλιτεχνική ευφυΐα. Με μια πληθώρα στάσεων των αγαλμάτων (όρθια, καθιστά, ξαπλωμένα, ιπτάμενα, αναδυόμενα) και με εναλλαγή των διαστάσεων ο καλλιτέχνης κατόρθωσε να ανταπεξέλθει σε όλες τις δυσκολίες, καινοτομώντας έτσι ως προς τα αετώματα προγενέστερων ναών, πχ. του ναού της Αθηνάς στην Αίγινα. Κοινό χαρακτηριστικό των αγαλμάτων και στα δύο αετώματα είναι το γεγονός, ότι υποδιαιρούνται σε πέντε υποομάδες αγαλμάτων. Οι μεγαλόπνοες συνθέσεις αποτελούνται όχι από ανάγλυφα, αλλά εξ ολοκλήρου από ολόγλυφα αγάλματα.

Περιγραφή του δυτικού αετώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποκαταστημένο δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα

Στο δυτικό αέτωμα συναντάμε ως πρωταγωνιστές την θεά Αθηνά και τον θεό Ποσειδώνα, οι οποίοι συνοδεύονται από πλήθος άλλων αττικών τοπικών θεοτήτων, ενώ άλογα, άρματα, επιβάτες και ιπποκόμοι συμπληρώνουν την σύνθεση. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι το δυτικό αέτωμα είχε ως θέμα την έριδα μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα για την Αττική γη. Ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του παρήγαγε την πηγή, ενώ η Αθηνά με το δόρυ της ανόρθωσε το δέντρο της ιερής ελιάς στο μέσω του αετώματος. Ο Ποσειδώνας οπισθοχωρεί έντρομος από την ήττα του, ενώ πίσω από την Αθηνά τα άλογα αφηνίασαν από τον θόρυβο της διαμάχης. Η ηνίοχος Νίκη και ο Ερμής παρακολουθούν μαζί με τον Κέκροπα και την οικογένειά του. Το άρμα του Ποσειδώνα συνοδεύεται από την Αμφιτρίτη και τις Νηρηίδες, την Λευκοθέα και τον γιο της, τον Παλαίμονα ή Μελίκερτο. Η Αφροδίτη και οι Νηρηίδες κάθονται στα γόνατα της θάλασσας και συνοδεύονται από τον Έρωτα. Στα άκρα του αετώματος ο Κηφισός και η Καλλιρρόη με τον Ιλισό είναι τοποθετημένοι σύμφωνα με τη γεωγραφική τους θέση.

Περιγραφή του ανατολικού αετώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποκαταστημένο ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι το ανατολικό αέτωμα είχε ως θέμα τη γέννηση της Αθηνάς από το κεφάλι του θεού Δία. Ο Καρύ ζωγράφισε τις άκρες του ανατολικού αετώματος, ενώ στη Μαδρίτη σώζεται ένα ανάγλυφο προστομιαίο φρέατος, στο οποίο βασίστηκε η αποκατάσταση του αετώματος. Κεντρική μορφή είναι ο μεγαλοπρεπής και ένθρονος Δίας προς τα δεξιά. Η Αθηνά ίσταται εμπρός του Δία. Είναι πάνοπλη και βηματίζει προς τα δεξιά. Η θεά Νίκη προσέρχεται ιπτάμενη με ένα δάφνινο στεφάνι στο χέρι, προορισμένο για την νεογέννητη Αθηνά. Πίσω από τον θρόνο του Δία, ο Ήφαιστος πισωπατεί έκθαμβος, ενώ στο χέρι του κρατάει ακόμα το σφυρί, με το οποίο επέφερε την ανακούφιση του θεού. Η Ίρις σπεύδει να αναγγείλει το μέγα και χαρμόσυνο γεγονός. Παρευρίσκονται επίσης ο Ποσειδώνας και η Ήρα καθισμένοι και οι δύο σε θρόνους. Η Δήμητρα και η Περσεφόνη αναπαύονται σε δέρμα πάνθηρα, ο Θησέας ή Διόνυσος, οι τρεις Μοίρες, η Αφροδίτη καθισμένη στα γόνατα της Πειθούς, ο θεός Ήλιος και η θεά Σελήνη, τα άλογα του άρματος του Ήλιου που αναδύεται από τα κύματα, και γυναίκες συμπληρώνουν την σύνθεση. Στα άκρα του αετώματος το άρμα του Ήλιου ανατέλλει και το άρμα της Σελήνης δύει, υποδυκνείοντας την χρονική στιγμή του αξιοθαύμαστου μυθολογικού γεγονότος.

Ερμηνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ανατολική πλευρά εικονίζονται τα προ του Παρθενώνα τελούμενα στον χώρο εκείνο του μεγάλου βωμού. Εκεί συγκεντρώνονταν οι αόρατοι για τους πιστούς θεοί και αγάλλονταν κατά την διάρκεια των προσφερόμενων θυσιών, όταν ο ιερέας και η ιέρεια της Αθηνάς έβγαιναν από τον ναό για να τελέσει την θυσία ο μέν ιερέας, και για να απαγγείλει η ιέρεια στο όνομα του λαού την μεγάλη προσευχή.

Ύφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έφιππη πομπή νοτίου αετώματος, Βρετανικό Μουσείο

Τα αετώματα του Παρθενώνα είναι το καθοριστικό μνημείο του Υψηλού Κλασικού ρυθμού της Αττικής γλυπτικής. Βρίσκονται ανάμεσα στη σταδιακή έκλειψη του αυστηρού ύφους όπως παρατηρείται στις μετώπες του Παρθενώνα[1] και η εξέλιξη του Ύστερου Κλασικού εμπλουτισμένου ύφους όπως διευκρινίζεται στο Ναό Αθηνάς Νίκης. Είναι δύσκολο να υπολογιστεί σε ποιές πηγές στηρίχτηκε ο σχεδιαστής του αετώματος, σίγουρα όμως οι Αθηναίοι τον 5ο αιώνα π.Χ. ήταν εξοικειωμένοι με τη μεγάλης κλίμακας αφηγηματική τέχνη όπως στη Ποικίλη Στοά, έργο του Πολύγνωτου του Θασίου. Ενώ υπάρχει συνοχή σε ολόκληρο το έργο, υπάρχουν διαφορές σχεδιασμού στις αντίθετες πλευρές του αετώματος το οποίο έχει ερμηνευθεί από ορισμένους μελετητές ως ύπαρξη περισσότερωνς του ενός σχεδιαστών, καθώς και μοτίβο επιρροής μεταξύ τους.[2] Υπάρχει μεγαλύτερη γύμνια και στη βόρεια πλευρά παρά στη νότια, η σκιαγράφηση των όγκων και η διανομή των στοιχείων είναι πολύ διαφορετική στην ανατολική από την ευρεία δυτική πλευρά, και γενικά η ανατολική και η βόρεια πλευρά διαθέτουν περισσότερη καινοτομία. Αυτό το χαρακτηριστικό, μαζί με τη συχνότητα κατά την οποία οι έλληνες καλλιτέχνες συνεργαζόταν, οδήγησε τη Τζένιφερ Νιλς (Jenifer Neils) στην υπόθεση ύπαρξης δύο σχεδιαστών στην κατασκευή του γλυπτού.[3] Αυτό θα αποδείκνυε την ύπαρξη αργότερου σχεδιαστή που σύγκρινε και ανταγωνιζόταν με τον πρώτο και εξηγεί τις παρατηρήσιμες αλλαγές στη σύνθεση.

Αυτή η περίοδος είναι περίοδος ανακάλυψης των εκφραστικών δυνατοτήρων του ανθρώπινου σώματος. Υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία στις στάσεις του σώματος και τις χειρονομίες, και μια προσαυξημένη προσοχή στην ανατομική αληθοφάνεια όπως μπορεί να παρατηρηθεί στις σταθμικές θέσεις των φιγούρων W9 και W4 οι οποίες προβλέπουν εν μέρει το έργο Δορυφόρος του Πολυκλείτου. Υπάρχει μια αξιοσημείωτη ευκολία στη σωματική διάπλαση του αετώματος σε σύγκριση με την ακαμψία των μετωπών μαζί με την προοπτική για τέτοιες λεπτές αποχρώσεις όπως οι αρθρώσεις, οι φλέβες και η προσωπική διάρθρωση των μυών. Μια σημαντική καινοτομία του ύφους είναι η χρήση των πτυχώσεων για την έκφραση της κίνησης ή του σώματος που βρίσκεται από κάτω. Στην αρχαϊκή και την πρώτη κλασική γλυπτική η ένδυση κάλυπτε το σώμα ως κουρτίνα που απέκρυπτε το σώμα από κάτω, πλέον υπάρχουν κυματοειδείς χλαμύδες των ιππέων ή τα πτυχωτά πέπλα των γυναικών τα οποία προσδίδουν μια κίνηση στην επιφάνεια και ένταση στις στάσεις του σώματος. Η διακύμανση στις χαίτες των αλόγων είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τους μελετητές που προσπαθούν να διακρίνουν τις καλλιτεχνικές προσωπικότητες των γλυπτών που εργάστηκαν για την κατασκευή του αετώματος[4].

Επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Gemma Augustea, Μουσείο Αρχαίας Τέχνης Βιέννης

Τα πρώτα σωζώμενα έργα τέχνης που παρουσιάζουν τα ίχνη της επιρροής του αετώματος του Παρθενώνα ανήκουν στην αγγειογραφία και στις επιτύμβιες στήλες όπου μπορούμε να βρούμε κάποιες επαναλήψεις και όχι μόνο μοτίβα, θέματα, στάσεις του σώματος καθώς και περιεχόμενο. Άμεση απομίμηση, και μάλιστα απόσπασμα, του αετώματος ξεκινά να παρουσιάζεται περίπου κατά το 430 π.Χ.. Ένα παράδειγμα, σαφές αντίγραφο, είναι μια πελίκη, στην οποία ένας νέος δένει το άλογο του ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως στη φιγούρα W25 του αετώματος. Ενώ αυτές οι αγγειογραφίες που μοιάζουν με την αναπαράσταση του αετώματος είναι έργα περίπου του 430 π.Χ., τα αγγεία που παρατίθενται στα αετώματα χρονολογούνται πλησιέστερα στο τέλος του αιώνα, δίνοντας περεταίρω αποδείξεις για την προτεραίοτητα του προγράμματος δημιουργίας γλυπτών της περιόδου.[5] Περισσότερο επιτυχημένοι ζωγράφοι εμπνεύστηκαν από το γλυπτό αέτωμα, ο ονομαστός Πολύγνωτος Α΄ και η ομάδα του, ειδικά ο αγγειογράφος Πηλέας, ο αγγειογράφος Κλεοφών και τα τελευταία έργα του αγγειογράφου Αχιλλέα. Μετέπειτα αγγειογράφοι με ταλέντο κατόρθωσαν να συλλάβουν το συναίσθημα της ευσέβειας, για παράδειγμα στον ελικωτό κρατήρα του αγγειογράφου Κλεοφόντος που παρουσίαζε μια θυσία στο θεό Απόλλων, στο οποίο παρουσιάζεται η ήσυχη αξιοπρέπεια στα καλύτερα έργα της Υψηλής Κλασικής γλυπτικής.[6]

Η επίδραση του αετώματος μπορεί να βρεθεί στη Αττική ανάγλυφη γλυπτική των τελών του 5ου αιώνα π.Χ.. Αυτή η απήχηση μπορεί να ανακαλυφθεί ως ένα σημείο στα δημόσια έργα του αετώματος του Ηφαιστίωνα καθώς και του ναού της Αθηνάς Νίκης, όπου η απεικόνιση των καθήμενων θεών και το δέσιμο των σανδαλιών τους αντίστοιχα χρωστούν την έμπνευση τους στο έργο του Παρθενώνα. Επίσης υπάρχουν ίχνη σε ιδιωτικά έργα επιτύμβιων στηλών της περιόδου, για παράδειγμα η «στήλη γάτα» από την Αίγινα η οποία φέρει μια ξεχωριστή ομοιότητα με τα στοιχεία N135–6 του αετώματος. Όπως συμβαίνει με το ανάγλυφο του τετραδάκτυλου Ερμή το οποίο έγινε γνωστό από ένα Ρωμαϊκό αντίγραφο. Ύστερη κλασικιστική τέχνη των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών εποχών είχαν ομοιότητες με το αέτωμα ως προς την έμπνευση, όπως αυτή πιστοποιείται τη Σαρκοφάγο του Λυσία στη Σιδώνα της Φοινικίας, το βωμό της Αυγούστας Ειρηναίας (Ara Pacis Augustae), το Gemma Augustea, και άλλα κομμάτια από τη περίοδο του Αδριανού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ridgeway, B.S. (1981). Fifth Century Styles in Greek Sculpture. Mnemosyne, σελ. 16. 
  2. Neils, Jenifer (2001). The Parthenon Frieze. Mnemosyne, σελ. 70. ISBN 0-521-64161-6. 
  3. Neils, Jenifer (2001). The Parhenon Frieze. Mnemosyne, σελ. 71. ISBN 0-521-64161-6. 
  4. Schuchhardt, W.H. (1930). Die Entstehung des Parthenonfries, Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 45. Deutsch Archäologisch Institut, σελ. 218-80. 
  5. Neils, Jenifer (2001). The Parthenon Frieze. Mnemosyne, σελ. 204. ISBN 0-521-64161-6. 
  6. Robertson, Martin (1992). The Art of Vase Painting in Classical Athens. Cambridge: Cambridge University Press, σελ. 223. ISBN 0521338816. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα