Πελασγικό τείχος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πελασγικό τείχος
Είδοςοχυρωματικό τείχος και αρχαιολογική θέση
Γεωγραφικές Συντεταγμένες37°58′17″N 23°43′31″E
Διοικητική υπαγωγήΑθήνα και Περιφέρεια Αττικής
ΧώραΕλλάδα

Με το όνομα Πελασγικό τείχοςΠελασγικόν τείχος), είναι γνωστό το πανάρχαιο, δυτικό λίθινο τείχος της Ακρόπολης των Αθηνών, που τα λείψανά του σώζονται μέχρι σήμερα και που, σύμφωνα με την παράδοση, είχε κτιστεί από τους Πελασγούς.

Πιθανότατα το Πελασγικό τείχος χτίστηκε στους δυτικούς πρόποδες της Ακροπόλεως περί τον 13ο-12ο αιώνα π.Χ. Σήμερα ίχνη του σώζονται μόνο στη βορειοδυτική πλευρά, όπου μπορεί να μελετηθεί με βεβαιότητα. Πιθανότατα στις υπόλοιπες πλευρές της Ακροπόλεως το Πελασγικό συμπληρωνόταν από το αρχαιότερο Κυκλώπειον τείχος. Το Πελασγικό τείχος φέρεται επίσης γνωστό και ως Εννεάπυλο, ή Εννεάπυλον, ονομασία που μαρτυρείται υπό του Κλειδήμου από τις εννέα πύλες που υπήρχαν κατά σειρά. Θουκυδίδης[1] και Αριστοφάνης[2] το αποκαλούν Πελαργικόν. Το Πάριο Χρονικό[3] αναφέρει πως οι Αθηναίοι απέλλασαν τους Πεισιστρατίδες από το Πελασγικό τείχος. Ο Ηρόδοτος[4] αναφέρει πως πριν την απέλαση των Πελασγών από την Αττική, τους είχε δωθεί χώρος για να κατοικήσουν στις παρυφές του Υμηττού, ως αντάλλαγμα τείχους που είχαν χτίσει στην Ακρόπολη.

Γενικότερα, πελασγικά τείχη ονομάζονται τα πανάρχαια προϊστορικά τείχη, τα οποία αποτελούνταν από τεράστιους λαξεμένους ογκόλιθους και που βρίσκονται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Ένα τέτοιο τείχος επίσης υπάρχει και στο κάστρο της Άμφισσας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Θουκυδίδης, Πελοποννησιακοί Πόλεμοι, βιβλίο 2, κεφάλαιο 17, παράγραφος 1». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2016. 
  2. «Αριστοφάνης, Όρνιθες, στίχος 832». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2016. 
  3. «Πάριο Χρονικό, στίχος 45». www.hellinon.net. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2016. 
  4. «Ηροδότου, Ιστορίαι, βιβλίο 6, κεφάλαιο 137, παράγραφος 1». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2016. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», τομ.ΙΑ΄, σελ.177