Θέατρο του Διονύσου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°58′13″N 23°43′40″E / 37.97034°N 23.72778°E / 37.97034; 23.72778

Ό,τι έχει απομείνει σήμερα από το αρχαίο θέατρο

Το Θέατρο του Διονύσου ή Θέατρο Διονύσου Ελευθερέως είναι ο σημαντικότερος γνωστός υπαίθριος θεατρικός χώρος στην αρχαία Αθήνα και θεωρείται το πρώτο πέτρινο θέατρο του κόσμου. Βρισκόταν 3 περίπου μέτρα πάνω από το ναό[1] και αποτελούσε μέρος του ιερού του Ελευθερέως Διονύσου που βρισκόταν στις νοτιοανατολικές παρυφές της Ακρόπολης και υπήρξε ο βασικός τόπος παράστασης του αττικού δράματος, αφού φιλοξενούσε τα Μεγάλα Διονύσια, τη μεγαλύτερη θεατρική γιορτή της πόλης των Αθηνών. Οι σωζόμενες τραγωδίες και κωμωδίες του 5ου και του 4ου π.Χ. αι. γράφτηκαν - τουλάχιστον οι περισσότερες - για να εκτελεστούν σε αυτόν τον χώρο.

Η Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία ξεκίνησε τις ανασκαφές στη περιοχή του θεάτρου το 1838 οι οποίες συνεχίστηκαν πολύ περισσότερο στο υπόλοιπο του 19ου αιώνα.[2]

Θεμελίωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέατρο του Διονύσου θεμελιώθηκε πιθανώς τον 6ο π.Χ. αι., στην περίοδο της δυναστείας των Πεισιστρατιδών, που με τα τότε δεδομένα θεωρείται γιγάντιο τεχνικό έργο. Έκτοτε επανοικοδομήθηκε και επεκτάθηκε πολλές φορές και έτσι είναι δύσκολο να καθορισθεί ποια ήταν η αρχική του μορφή. Σήμερα στον ίδιο χώρο βρίσκονται τα ερείπια ενός ρωμαϊκού θεάτρου. Από την κεντρική κερκίδα του θεάτρου σώζονται σήμερα μόνο 13 σειρές εδωλίων.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδιάγραμμα του Θεάτρου

Το θέατρο ήταν αρχικά μόνο ένα μέρος του περιβόλου ή τεμένους του Διονύσου. Αποτελούνταν από έναν επίπεδο χώρο για την ορχήστρα και ελάχιστες σειρές ξύλινων ή μαρμάρινων κερκίδων στο λόφο. Η παλαιότερη ορχήστρα στον περίβολο του θεάτρου πιστεύεται πως ήταν κυκλική και είχε διάμετρο περίπου 27 μέτρων, αν και υπάρχουν διαφωνίες προς το θέμα αυτό.[3][2] Μια ξύλινη σκηνή κατασκευάστηκε στο πίσω μέρος της ορχήστρας, για την τοποθέτηση τεχνητών σκηνικών και πιθανώς για τη βελτίωση της ακουστικής.[4] Ο περίβολος περιείχε τον αρχαιότερο ναό του Διονύσου και έναν θυσιαστικό βωμό. Αργότερα προστέθηκε μια αίθουσα ή στοά εξαλείφοντας τον παλαιότερο ναό και χτίστηκε ένας δεύτερος ναός επεκτείνοντας νότια τα όρια του περιβόλου. Η ακουστική του χώρου θεωρούνταν εξαιρετική.[5] Στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. οι ξύλινες κατασκευές αντικαταστάθηκαν με μαρμάρινες.[6]

Το Θέατρο του Διονύσου οφείλει τη παρούσα μορφή του ως επί το πλείστον στον Λυκούργο (περ. 390-324/4 π.Χ), ο οποίος ως επιβλέπων του οικονομικού και οικοδομικού προγράμματος, αναμόρφωσε το θέατρο σε μαρμάρινο και του έδωσε μνημειακή μορφή.[7] Το θέατρο του 4ου αιώνα π.Χ. είχε μόνιμη σκηνή η οποία εκτείνονταν μπροστά από την ορχήστρα και χώρο κερκίδων τριών διαζωμάτων (θέατρον) το οποίο εκτεινόταν στη πλαγιά του λόφου. Το κτίσμα της σκηνής διέθετε δύο πτέρυγες προβολής σε κάθε πλευρά (παρασκήνια), στα οποία ενδεχομένως τοποθετούνταν σκάλες ή κινητά σκηνικά.[8][9]

Μεταβολές υλοποιήθηκαν στο θέατρο κατά την ύστερη Ελληνιστική περίοδο, όταν και προστέθηκαν 67 μαρμάρινοι θρόνοι γύρω από τη περιφέρεια της ορχήστρας. Οι θρόνοι ήταν ενυπόγραφοι με τα όνοματα των αξιωματούχων οι οποίοι τους κατείχαν. Οι μαρμάρινοι θρόνοι που σώζωνται μέχρι σήμερα, έχουν τη μορφή καθισμάτων κλισμού, και φαίνεται πως ήταν Ρωμαϊκά αντίγραφα προγενέστερων περιόδων.[10][11][12] Στο ενδιάμεσο αυτής της σειράς καθισμάτων βρισκόταν ένας μεγάλος μαρμάρινος θρόνος που ανήκε στον ιερέα του Διονύσου.[7]

Το θέατρο εκσυγχρονίστηκε κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, αν και διατηρήθηκαν τα στοιχεία, η ακεραιότητα και η γενική μορφή του αρχαιοελληνικού θεάτρου. Μια εξ ολοκλήρου νέα σκηνή κατασκευάστηκε κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., αφιερωμένη στον Διόνυσο και των Ρωμαίο αυτοκράτορα Νέρων. Μέχρι τη περίοδο αυτή, στο δάπεδο της ορχήστρας τοποθετήθηκε μάρμαρο, ενώ νέες τιμητικές θέσεις χτίστηκαν στην άκρη της ορχήστρας. Κάποιες ακόμη αλλαγές έγιναν κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα μ.Χ. από τον άρχων Φαίδρο, συμπεριλαμβανομένης και της επανάχρησης των νωρίτερων ανάγλυφων του Αδριανού, τα οποία είχαν χτιστεί μπροστά από το κτίσμα της σκηνής.[2][13] Τα απομεινάρια του ανακαινισμένης και επανασχεδιασμένης Ρωμαϊκής έκδοσης του θεάτρου υπάρχουν ακόμη στο χώρο.

Η χωρητικότητα του θεάτρου υπολογίζεται σε 17.000 περίπου θεατές που κατανέμονταν σε κερκίδες. Η απόσταση της πρώτης σειράς (προεδρία) από την τελευταία εκτιμάται γύρω στα 80 μέτρα, ενώ από τους ηθοποιούς γύρω στα 12 μέτρα. Η ψηλότερη σειρά θέσεων του θεάτρου υψωνόταν περίπου 35 μέτρα επάνω από το χαμηλότερο μέρος του περιβόλου και, πριν από την κατασκευή της στοάς και της σκηνής, οι θεατές μπορούσαν να δουν τον ναό και τον θυσιαστικό βωμό από το θέατρο. Το πιο σημαντικό για τους Αθηναίους, βέβαια, ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος ο Διόνυσος (αντιπροσωπευόμενος από το λατρευτικό του άγαλμα στην μπροστινή σειρά) μπορούσε να βλέπει όχι μόνον τις παραστάσεις που δίνονταν προς τιμήν του, αλλά και τις θυσίες που προσφέρονταν στον βωμό του.

Άλλες χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένες φορές το Θέατρο του Διονύσου χρησιμοποιούνταν για τη φιλοξενία συνεδριάσεων της Εκκλησίας του Δήμου, ιδίως μετά τον χαρακτηρισμό της Πνύκας ως ακατάλληλου. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, «ακάθαρτες Ρωμαϊκές εκδηλώσεις» που συνήθως περιορίζονταν στο αμφιθέατρο, αντικατέστησαν τις ιερές παραστάσεις που τελέστηκαν μια φορά στο χώρο. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, ολόκληρος ο χώρος καταστράφηκε.[14][2]

Αναστήλωση του θεάτρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από το 2002 ξεκίνησαν οι εργασίες αναστήλωσης του αρχαίου θεάτρου του Διονύσου. Σύμφωνα με δελτία τύπου του Υπουργείου Πολιτισμού κατά την περίοδο 2002 – 2009 διατέθηκαν 3,5 εκατομμύρια ευρώ, προερχόμενα τόσο από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, όσο και από εθνικούς πόρους, των οποίων θα ακολουθήσει νέα χορηγία ύψους 6 εκατομ. ευρώ, από τη Νομαρχία Αθηνών για την αναμόρφωση της κεντρικής κερκίδας με την κατασκευή 13 ακόμη σειρών εδωλίων, προσθέτοντας έτσι 500 ακόμα θέσεις στις 1600 υπάρχουσες.[7]

Για την αναστήλωση θα χρησιμοποιηθεί αντί του πειραϊκού ακτίτη, που ήταν το αρχαίο υλικό κατασκευής, παρόμοιος λίθος από την Κορινθία, καθώς και το υλικό των αρχαίων εδωλίων που έχει εντοπιστεί και βρίσκεται διάσπαρτο στον χώρο.

Το έργο της αναστήλωσης έχει αναλάβει ο αρχιτέκτονας - αναστηλωτής Κωνσταντίνος Μπολέτης με ειδικό επιτελείο αρχιτεκτόνων, τον Κλήμη Ασλανίδη, την Αθηνά Σαμαρά και τις αρχαιολόγους Χριστίνα Παπασταμάτη και Ελένη Παριανού. Το κεντρικό τμήμα του θεάτρου προβλέπόταν να ολοκληρωθεί το 2013, ενώ όλος ο χώρος, με προεκτάσεις των πλαϊνών σημείων του το 2016. Τον Ιανουάριο του 2010 είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες κατασκευής έξι σειρών εδωλίων.

Το ωδείον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέατρο του Διονύσου διέθετε τρία ωδεία. Το πρώτο βρισκόταν κοντά στην Εννεάκρουνο, το δεύτερο ήταν του Περικλή και το τρίτο κτίστηκε από τον Ηρώδη τον Αττικό.

Το πρώτο ωδείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ωδείο αυτό ήταν παμπάλαιο κτίσμα της αρχαίας Αθήνας και χρονολογείται πριν την κτίση του θεάτρου του Διονύσου. Εδώ έδιναν την παράστασή τους οι ραψωδοί και οι κιθαρωδοί. Δεν έχει διασωθεί ποιος το έχτισε ούτε αν καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Περσών στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του 5ου και του 4ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε για πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς, αλλά και ως αποθηκευτικός χώρος για τα σιτηρά της Αθήνας. Εδώ έμεναν ο σιτοφύλακας και οι μετρονόμοι και λάμβαναν χώρα δίκες. Στον χώρο αυτό γινόταν και η εναρκτήρια τελετή των Διονυσιακών αγώνων, ο λεγόμενος προάγωνος, μια τελετή στην οποία οι δραματικοί ποιητές ανήγγελλαν τους τίτλους των έργων τους και εισήγαν τους ηθοποιούς τους. Την εποχή του Παυσανία ήταν ένα από τα λαμπρότερα κτήρια της Αθήνας, λαμπρότερο ακόμη και από το υστερότερο ωδείο του Περικλή.

Το ωδείο του Περικλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., ανοικοδομώντας την αρχαία Ακρόπολη, ο Περικλής έχτισε το ωδείον βορειοανατολικά του θεάτρου. Αυτό το κτήριο ήταν κατά προσέγγιση τετραγωνικό στη μορφή με μια στέγη που περιγράφηκε ως πυραμιδική ή κωνική. Μνημονεύτηκε από τον Ψευτο-Δικαίαρχο ως το λαμπρότερο κτήριο του κόσμου. Λένε ακόμα ότι ο Ξέρξης το απομιμήθηκε για να χτίσει τη σκηνή του χρησιμοποιώντας τα κατάρτια από τα περσικά καράβια. Όταν ο Σύλλας κατέκτησε την Αθήνα την 1η Μαρτίου 86 π.Χ.[7], ο Αριστίων κατέφυγε στην Ακρόπολη, ενώ προηγουμένως πυρπόλησε το ωδείο για να μην το χρησιμοποιήσουν οι Ρωμαίοι για ορμητήριο. Περίπου τριάντα χρόνια αργότερα ο βασιλιάς Αριοβαρζάνης Β΄ Φιλοπάτωρ της Καππαδοκίας το ξαναέχτισε.[1] Αυτή είναι και η τελευταία καταγραφή που έχουμε για το ωδείο αυτό.

Το ωδείο του Ηρώδου του Αττικού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τρίτο ωδείο χτίστηκε λίγο μετά το 160 π.Χ. στο νοτιοδυτικό κλίτος του βράχου της Ακρόπολης από τον Ηρώδη τον Αττικό. Το έκτισε στην μνήμη της συζύγου του, Αππίας Άννας Ρηγίλλης, η οποία απεβίωσε το 161 π.Χ.. Ήταν και αυτό λαμπρό κτήριο, θεατρικό, με ξύλο κέδρου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - Διονυσιακό Θέατρο». www.eie.gr. http://www.eie.gr/archaeologia/gr/02_DELTIA/Theatre_of_Dionysos.aspx. Ανακτήθηκε στις 2016-06-04. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Travlos, John (1971). Pictorial Dictionary of Ancient Athens. London: Thames and Hudson, σελ. 537-538. 
  3. Bieber, Margarete (1961). The History of the Greek and Roman Theatre. Princeton, New Jersey: Princeton University Press, σελ. 54-55. 
  4. Dinsmoor, William Bell (1950). The Architecture of Ancient Greece. Λονδίνο & Σίδνεϋ: B. T. Batsford, σελ. 208. 
  5. Montgomery, Henry C. (Μάρτιος 1959). [www.jstor/stable/3294133 «Amplification and High Fidelity in the Greek Theater»]. The Classical Journal. Vol. 54, No. 6.: 242-245. www.jstor/stable/3294133. Ανακτήθηκε στις 05-06-2016. 
  6. Dinsmoor, William Bell (1950). The Architecture of Ancient Greece. Λονδίνο & Σίδνεϋ: B. T. Batsford, σελ. 208-209. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 «Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού | Θέατρο Διονύσου Ελευθερέως». odysseus.culture.gr. http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=10341. Ανακτήθηκε στις 2016-06-04. 
  8. Dinsmoor, William Bell (1950). The Architecture of Ancient Greece. Λονδίνο & Σίδνεϋ: B. T. Batsford, σελ. 246-249. 
  9. Dinsmoor pp. 246-249.
  10. Bieber, Margarete (1961). The History of the Greek and Roman Theatre. Princeton, New Jersey: Princeton University Press, σελ. 70-71. 
  11. Dinsmoor, William Bell (1950). The Architecture of Ancient Greece. Λονδίνο & Σίδνεϋ: B. T. Batsford, σελ. 318. 
  12. Richter, G. M. A. (1966). The Furniture of the Greeks, Etruscans, and Romans. Λονδίνο: Phaidon Press, σελ. 37. 
  13. Bieber, Margarete (1961). The History of the Greek and Roman Theatre. Princeton, New Jerse: Princeton University Press, σελ. 214-215. 
  14. Bieber, Margarete (1961). The History of the Greek and Roman Theatre. Princeton, New Jersey: Princeton University Press, σελ. 216. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα