Νικόλαος Ντερτιλής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Νικόλαος Ντερτιλής
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1920
Θάνατος28  Ιανουαρίου 2013
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Οικογένεια
ΤέκναΒασίλης Ντερτιλής
ΓονείςΒασίλειος Ντερτιλής

Ο Νίκος Ντερτιλής (1920 - 28 Ιανουαρίου 2013) ήταν Έλληνας αξιωματικός του στρατού ξηράς, ένας από τους πραξικοπηματίες που πρωτοστάτησαν στην κατάλυση της δημοκρατίας το 1967 και την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας την επόμενη επταετία. Μετά την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ο Ντερτιλής καταδικάστηκε σε εικοσαετή κάθειρξη για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και σε ισόβια κάθειρξη ως ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση του διερχόμενου Μιχάλη Μυρογιάννη κατά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973. Σε αντίθεση με άλλους φυλακισμένους πραξικοπηματίες, αρνήθηκε να αιτηθεί την αποφυλάκισή του για να μην αναγνωρίσει τη νομιμότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος και παρέμεινε φυλακισμένος ως τον θάνατό του.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικογένεια του κατάγονταν από την επαρχία Αιγιαλείας στο νομό Αχαΐας. Πατέρας του ήταν ο Βασίλειος Ντερτιλής, απότακτος βενιζελικός αξιωματικός[1] που φυλακίστηκε μετά τη συμμετοχή του σε ένα αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα το 1924, αλλά συμμετείχε στο πραξικόπημα του Πάγκαλου το 1925[2] και σε πραξικόπημα των υποστηρικτών του Πάγκαλου, Κονδύλη και Ζέρβα, εναντίον του τον Αύγουστο του 1926. Το Σεπτέμβριο κινήθηκε μαζί με το Ζέρβα εναντίον του Κονδύλη, αλλά απέτυχαν[3] και ο Ντερτιλής καταδικάστηκε σε ισόβια. Αργότερα αμνηστεύτηκε[4] και επανήλθε στο στράτευμα με τον βαθμό του υποστρατήγου.[εκκρεμεί παραπομπή] Ήταν βασικός εμπνευστής των Ταγμάτων Ασφαλείας[4] και πρώτος διοικητής της Ανωτάτης Διοίκησης Ευζωνικών Ταγμάτων που υπαγόταν στο κατοχικό υπουργείο Εθνικής Αμύνης.[εκκρεμεί παραπομπή]

Τον Μάιο του 1944 ο Βασίλειος Ντερτιλής συνελήφθη από την Υπηρεσία Ασφαλείας των κατοχικών αρχών ως ύποπτος συνεννόησης με το Ναπολέοντα Ζέρβα (με τον οποίον ήταν φίλος για πάνω από είκοσι χρόνια και θεωρούνταν το άλτερ έγκο του) και τους Βρετανούς και στάλθηκε στη Βιέννη για ανάκριση. Πριν τη σύλληψή του είχε εκφωνήσει ομιλία σε εκατοντάδες αξιωματικούς στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης στην οποία ισχυρίστηκε ότι είχε διαβεβαιώσεις ότι, παρά τις ανακοινώσεις εναντίον τους από το Κάιρο, οι Βρετανοί στήριζαν τα Τάγματα Ασφαλείας.[5] Μαζί με τον υπουργό Εσωτερικών Αναστάσιο Ταβουλάρη ο Βασίλειος Ντερτιλής οδηγήθηκε στη Γερμανία, όπου φυλακίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, για συνεργασία με τους Έλληνες αντιστασιακούς, όπως η Λέλα Καραγιάννη, σημειώματα της οποίας βρέθηκαν στο γραφείο του, όπως αναφέρει η Ιζαμπέλλα Παλάσκα-Βουλπιώτη, κόρη του Γιάννη Boυλπιώτη, στο βιβλίο της «Άγγελος ή Δαίμονας»[6], αλλά και διότι κατηγορήθηκε ότι βρισκόταν σε επαφή με το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής.

Μετά τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, ο Νικόλαος Ντερτιλής διετέλεσε ιδιαίτερος γραμματέας στο γραφείο του πατέρα του[7].

Στρατιωτική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικόλαος Ντερτιλής συνελήφθη και κρατήθηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, καθώς συνδέθηκε με τη δράση του πατέρα του. Πολέμησε ως εθελοντής λοχίας της Εθνοφυλακής στη διάρκεια του Εμφυλίου και την ίδια περίοδο εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1947, ενώ ήταν επίσης απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως αξιωματικός του Πεζικού στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τη Θράκη, ενώ το 1950 υπηρέτησε ως εκπαιδευτής στη Σχολή Ευελπίδων και στη συνέχεια πήρε μέρος ως εθελοντής στον πόλεμο της Κορέας, όπου και τιμήθηκε με παράσημο. Επιστρέφοντας από την Άπω Ανατολή, ταξίδεψε το 1964 με πλαστό διαβατήριο στην Κύπρο, με τον βαθμό του ταγματάρχη. Εκεί, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, υπό τις διαταγές του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα («Διγενή»), πήρε μέρος σε επιχειρήσεις εκκαθάρισης σε τουρκοκυπριακά χωριά κοντά στη Λεμεσό.

Η χούντα της 21ης Απριλίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μυήθηκε στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου το 1966, όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος έστειλε σύνδεσμο στη Νιγρίτα, όπου υπηρετούσε στο 16ο Σύνταγμα Πεζικού, και του ζήτησε να συνταχθεί με όσους προετοίμαζαν το στρατιωτικό κίνημα. Αποδέχθηκε και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επικράτηση του, καθώς ως επικεφαλής μηχανοκίνητης στρατιωτικής μονάδος 530 ατόμων με έδρα την Αγία Παρασκευή, κατέλαβε 19 κρίσιμες υπηρεσίες και λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου 1967 ο Ντερτιλής και το τάγμα του ανέλαβαν τον έλεγχο 28 σημείων-«στόχων», ως τις τέσσερις παρά δέκα το πρωί[8].

Πήρε μέρος το Νοέμβριο του 1973, στην καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όμως διαφώνησε με την ανάληψη της εξουσίας από τον Δημήτριο Ιωαννίδη και αποστασιοποιήθηκε από το καθεστώς που προέκυψε και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Ταξιάρχου. Καταδικάστηκε για τη συμμετοχή του στο στρατιωτικό κίνημα σε 20ετή κάθειρξη, ύστερα από μήνυση του δικηγόρου Αλέξανδρου Λυκουρέζου[8].

Δολοφονία Μυρογιάννη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη μεταπολίτευση, ο Ντερτιλής ήταν ένας από τους κατηγορούμενους για εγκλήματα κατά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Ο Ντερτιλής κατηγορούνταν για τη δολοφονία του φοιτητή Μιχάλη Μυρογιάννη στις 18 Νοεμβρίου του 1973 στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη. Για την υπόθεση κατέθεσαν δεκατρείς μάρτυρες. Ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί του στρατού μετέφεραν φήμες των ημερών του Πολυτεχνείου ότι ο Ντερτιλής είχε δολοφονήσει ένα νεαρό,[9] ενώ ένας λοχίας που βρέθηκε στο σημείο της δολοφονίας την ημέρα εκείνη κατέθεσε ότι είδε κάποιον που κατόπιν έμαθε ότι ήταν ο Ντερτιλής, «εξαγριωμένο να δίνει εντολές "Βαράτε στο ψαχνό".»[10] Τέσσερεις ένοικοι της πολυκατοικίας της γωνίας Πατησίων και Στουρνάρη, ανάμεσα στους οποίους ο θεατρικός συγγραφέας Μίμης Τραϊφόρος, κατέθεσαν ότι είχαν δει έναν αξιωματικό να βγαίνει από ένα τζιπ και να πυροβολεί το Μυρογιάννη δυο φορές.[11] Ο οδηγός του τζιπ του Ντερτιλή, στρατιώτης Αγριτέλης, κατέθεσε ότι ο Ντερτιλής αντιλήφθηκε ένα νεαρό που ξέφυγε από αστυνομικούς που τον είχαν συλλάβει και τον πυροβόλησε. Ο Ντερτιλής αρνήθηκε ότι ο Αγριτέλης ήταν πράγματι ο οδηγός του και ο συνήγορός του του υπέβαλε ερωτήσεις για τη ζωή του Ντερτιλή. Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, οι «λεπτομερείς και άνευ δισταγμού απαντήσεις» του Αγριτέλη έπεισαν τους δικαστές για την ειλικρίνειά του και την αλήθεια της κατάθεσής του.[12] Μετά από ακροαματική διαδικασία δυόμισι μηνών και διάσκεψη 6 ημερών[εκκρεμεί παραπομπή] το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών εξέδωσε στις 30 Δεκεμβρίου του 1975 απόφαση σύμφωνα με την οποία «απεδείχθη πλήρως και το δικαστήριον επείσθη» ότι ο Ντερτιλής είχε δολοφονήσει το Μυρογιάννη με το υπηρεσιακό του περίστροφο, τον κήρυξε ένοχο ανθρωποκτονίας από πρόθεση[εκκρεμεί παραπομπή] και τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη[13] και διαρκή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων[εκκρεμεί παραπομπή]. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα, τον πυροβόλησε στο κεφάλι με ευθεία βολή του περίστροφου του, στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει από τους αστυνομικούς, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.[14].

Την 1η Δεκεμβρίου του 1973 δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Paris Match» μια φωτογραφία που έδειχνε έναν αξιωματικό να περπατάει κρατώντας ένα περίστροφο και αναπαρήχθηκε μαζικά ως σύμβολο των συνθηκών που επικρατούσαν την περίοδο εκείνη στην Ελλάδα. Μετά τη μεταπολίτευση, η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στον ελληνικό τύπο και ο αξιωματικός αναγνωρίστηκε ως ο Ντερτιλής, που παραδέχτηκε ότι στη φωτογραφία απεικονιζόταν ο ίδιος, αλλά αρνήθηκε ότι η φωτογραφία χρονολογούνταν στις ημέρες του Πολυτεχνείου. Στο δικαστήριο ισχυρίστηκε αρχικά ότι τραβήχτηκε στις 25 Νοεμβρίου, κατά το πραξικόπημα του Ιωαννίδη, και έπειτα, όταν αποδείχτηκε ότι η φωτογραφία είχε αρχειοθετηθεί σε ειδησεογραφικό πρακτορείο στις 19 Νοεμβρίου, στις 21 ή 22 Νοεμβρίου. Βασιζόμενος στην κατάθεση του Αγριτέλη ο ιστορικός Λεωνίδας Καλλιβρετάκης συνάγει ότι η φωτογραφία τραβήχτηκε λίγο μετά τη δολοφονία του Μυρογιάννη στα Χαυτεία, όπου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αγριτέλη, αντιλαμβανόμενος κάποιους πολίτες που είχαν αποκλειστεί ο Ντερτιλής «έδινε διαταγές [να τους συλλάβουν] με το περίστροφο στο χέρι, λέγοντας [σε παρευρισκόμενος ΛΟΚατζήδες] "βαράτε στο ψαχνό! Πέντε παλιόπαιδα θα μας κάνουν ό,τι θέλουν;"».[15]

Έγκλειστος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραβλέποντας τη σχετική εντολή του Γεωργίου Παπαδόπουλου, επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος, αρνήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, να υποβάλλει το 1990 αίτηση αποφυλακίσεως και κατ’ οίκον νοσηλείας «λόγω ανηκέστου βλάβης» της υγείας του, ακόμη και όταν συμπλήρωσε το 70ο έτος της ηλικίας του, παράλληλα με την έκτιση 25ετούς ποινής φυλάκισης. Το 2006, ο Σπύρος Ζουρνατζής, πρώην υπουργός Τύπου του καθεστώτος της 21ης Απριλίου και ο Γεώργιος Παπαϊωάννου, δικηγόρος Αθηνών, τον επισκέφθηκαν στις φυλακές Κορυδαλλού και του ζήτησαν να τους διορίσει ως συνηγόρους του, ώστε να ενεργήσουν για την αποφυλάκισή του. Αντιμετώπισαν την άρνησή του και κατέθεσαν αίτηση ως απλοί πολίτες, στο Πλημμελειοδικείο Πειραιά, ζητώντας την εφαρμογή του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικος, που προβλέπει την αποφυλάκιση κρατουμένου με μόνη προϋπόθεση τη συμπλήρωση του 70 έτους της ηλικίας του και 25 χρόνια συνεχούς φυλακίσεως[εκκρεμεί παραπομπή].

Το 2005 μιλώντας στον δημοσιογράφο Τάσσο Τέλογλου [8] είπε, «…η κυβέρνηση έπρεπε προηγουμένως να ακυρώσει τις δικαστικές της αποφάσεις. Εγώ θα βγω από τη φυλακή με τους δικούς μου όρους, θα με δικαιώσουν, θα με αποκαταστήσουν και θα βγω με χορδές και τύμπανα.». Ο Τέλολγου τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά στη φυλακή το 1999 και όπως περιγράφει, «...Πίσω από το κεφάλι του Νίκου Ντερτιλή στο κελί του, υπήρχε ένας χάρτης της Βοσνίας με σημαιάκια που έδειχναν τις στρατιωτικές επιτυχίες του στρατού των Ράτκο Μλάντιτς και Ράντοβαν Κάρατζιτς, ενώ «...θεωρούσε πράξη προδοσίας την ...{...}... αίτηση για «ανήκεστη βλάβη» των πρωταιτίων και του Παττακού...». Σύμφωνα με το δημοσιογράφο Πάρι Καρβουνόπουλο στην ερώτηση αν σκόπευε κάποια στιγμή να υποβάλλει αίτηση αποφυλακίσεως, απάντησε «...Το δικό μου αποφυλακιστήριο θα μου το καρφώσουν στο φέρετρο», καθώς δεν επιθυμούσε να «..νομιμοποιήσει το καθεστώς»[εκκρεμεί παραπομπή].

Μιλώντας στον δημοσιογράφο Στέφανο Χίο είπε, «.....Τους φτύνω...{...}... και τους περιφρονώ. Τους έχω γραμμένους κάτω από τις μπότες μου τις παλαιές. Από το 1974, μέχρι σήμερα, το δήλωσα εγγράφως ότι όλες οι κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν είναι παράνομες και δεν δέχομαι τις αποφάσεις τους. Χίλιες φορές περισσότερο θα έκανα ότι έκανα. Εγώ δεν είμαι οπαδός της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Καθόλου. Τα πολιτικά κόμματα τα θεωρώ καταστροφή της πατρίδας. Οι Έλληνες δεν διοικούνται με αυτές τις φαυλότητες. Τα κόμματα δεν έχουν άλλο σκοπό παρά πώς θα πάρει την καρέκλα ο ένας από τον άλλο. Τα άλλα δεν τους ενδιαφέρουνε. Κατάλαβες; Το Δημόσιο χρήμα. Εγώ να υποβάλλω χάρη; Καλύτερα να πεθάνω 151 φορές. Εγώ μένω στη φυλακή για μια τιμή. Εγώ τα σέβομαι τα γαλόνια μου.....»[εκκρεμεί παραπομπή].

Το 2009, το κόμμα «Ελληνική Ενότητα» του γιατρού Βασίλη Πρωτόπαπα, τον τοποθέτησε, παρά την κατηγορηματική του αντίθεση, επικεφαλής της λίστας των υποψηφίων του ευρωψηφοδελτίου του. Η υπογραφή του θεωρήθηκε απαραίτητη προϋπόθεση για την υποψηφιότητά του από το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου. Παρά τις πιέσεις που δέχθηκε παρέμεινε αμετακίνητος στην άποψή του, με αποτέλεσμα οι αρμόδιοι του κόμματος να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, από το οποίο ζήτησαν να αποφασίσει αν είναι σύννομη η απόφαση του Αρείου Πάγου να απορρίψει την υποψηφιότητά του και αν η υπογραφή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανακήρυξή του. Τελικά η έλλειψη της υπογραφής του οδήγησε στην ακύρωση της υποψηφιότητας. Τον ίδιο χρόνο τον επισκέφθηκε στο κελί του διακομματική επιτροπή της βουλής, που εξέταζε τις συνθήκες διαβιώσεως των κρατουμένων. Απαντώντας σε ερώτηση γυναίκας-βουλευτή, η οποία τον ρώτησε γιατί δεν καταθέτει αίτηση χάριτος, απάντησε, «...Είναι πιθανότερο να πέσει μαύρο χιόνι ή ο ήλιος να βγει από τη δύση, παρά να υπογράψω ένα τέτοιο χαρτί..»[16].

Τον Απρίλιο του 2012, σε ιδιόχειρη επιστολή του στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», ανέφερε ότι θα αποδέχονταν την αποφυλάκισή του, εφόσον «.. αιτήση συγνώμη από εμέ επισήμως η ελληνική πολιτεία δια το διαπραχθέν έγκλημα κατ' εμού, όπερ απετέλεσε την μεγαλυτέραν ηθικήν, νομικήν και πολιτικήν ατιμίαν όλων των εποχών», και κατέληγε «..Εν περιπτώσει μη παροχής ταύτης. Θα αποθάνω εντός των φυλακών εκπληρών αποστολήν ου μόνον ως Στρατιώτης, αλλά και ως Επαναστάτης εν τη πράξει..». Σε όλο το διάστημα της κρατήσεως του αρνούνταν να καταθέσει αίτηση αποφυλακίσης και δεν πήρε ποτέ άδεια εξόδου από τις φυλακές Κορυδαλλού. Λίγες μέρες πριν τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, αρνήθηκε να παραστεί στη κηδεία του γιου του, που έγινε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών το Σάββατο 1η Δεκεμβρίου 2012, καθώς έμεινε πιστός στην απόφασή του για μηδενική «συνεργασία» με τη Δημοκρατία και δεν δέχθηκε να υπογράψει αίτημα αδείας.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρέμεινε κρατούμενος επί 38 χρόνια στην 6η πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού, αρνούμενος να υπογράψει αίτημα αποφυλακίσεως καθώς δεν αναγνώριζε τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της 3ης Ελληνικής Δημοκρατίας. Στις 6 Δεκεμβρίου 2012 υπέστη οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, εξαιτίας, σύμφωνα με δήλωση των οικείων του, της ψυχολογικής πίεσης που του επέφερε ο θάνατος του γιου του, που πέθανε σε ηλικία 62 ετών από εγκεφαλικό ανεύρυσμα. Στις 7 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου οι εξετάσεις, που έγιναν κατά την εισαγωγή του, έδειξαν ότι έπασχε και από στένωση αορτής. Πέθανε τον Ιανουάριο του 2013 στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός» στην Αθήνα, από σηπτική καταληξία, που προκάλεσε η γενικευμένη λοίμωξη του οργανισμού του.[17][18] Μέχρι τον θάνατό του νοσηλευόταν υπό φρούρηση, στο δωμάτιο 502 του νοσοκομείου, όπως προβλέπεται για τους κρατούμενους. Η κηδεία του έγινε την Πέμπτη 31 Ιανουαρίου, στον ναό των Αγίων Θεοδώρων στο Α' νεκροταφείο Αθηνών όπου και τάφηκε.

Παρόντες στην κηδεία του ήταν οι βουλευτές του κόμματος «Χρυσή Αυγή», Ηλίας Παναγιώταρος, Ηλίας Κασιδιάρης, Νίκος Μίχος, Κωνσταντίνος Μπαρμπαρούσης, Μιχάλης Αρβανίτης και Παναγιώτης Ηλιόπουλος, καθώς και ο πρώην Ευρωβουλευτής Γεώργιος Γεωργίου, αντιπρόεδρος του κόμματος Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός[19].

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν παντρεμένος με την Καίτη Ντερτιλή και πατέρας δύο παιδιών, του Βασίλη (ανώτατου αξιωματικού του Ναυτικού που πέθανε το 2012, από τον οποίο απέκτησε τέσσερα εγγόνια, τον Αλέξανδρο και το Νικόλαο από τον πρώτο γάμο, την Ανδρομέδα και την Αταλάντη, από το δεύτερο) και της Ευφροσύνης. [εκκρεμεί παραπομπή]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αλέξανδρος Λ. Ζαούσης, Λέλα Καραγιάννη. Η Μπουμπουλίνα της Κατοχής 1941 - 1944, Ωκεανίδα, Αθήνα 2004, σελ. 177.
  2. Βερέμης 1978, σελ. 290-1
  3. Βερέμης 1978, σελ. 293-4
  4. 4,0 4,1 Καλλιβρετάκης 2005, σελ. 47
  5. Mazower, Mark (1993). Inside Hitler's Greece: The Experience of Occupation, 1941-44. Yale University Press. σελίδες 328, 330. 
  6. «Άγγελος ή Δαίμονας», εκδόσεις «Λιβάνης», σελίδες 356-358
  7. Ζαούσης, 2004, σελ. 182.
  8. 8,0 8,1 8,2 «Έφυγε» ο Νίκος Ντερτιλής, ο τελευταίος φυλακισμένος πραξικοπηματίας Αρχειοθετήθηκε 2013-08-14 στο Wayback Machine. Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 21 Ιανουαρίου 2013
  9. Καλλιβρετάκης 2005, σελ. 49
  10. Καλλιβρετάκης 2005, σελ. 49-50
  11. Καλλιβρετάκης 2005, σελ. 49
  12. Καλλιβρετάκης 2005, σελ. 50-1
  13. Καλλιβρετάκης 2005, σελ. 50
  14. «Μιχάλης Μυρογιάννης νεκρός - Ντερτιλής: με τη μία τον πέτυχα στο κεφάλι, με παραδέχεσαι ρε;». lesvosnews.gr. 17 Νοεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2015. 
  15. Καλλιβρετάκης 2005, σελ. 48
  16. Νικόλαος Ντερτιλής, Εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013, σελ. 36-37
  17. Πέθανε ο τελευταίος φυλακισμένος πραξικοπηματίας Νικόλαος Ντερτιλής Αρχειοθετήθηκε 2013-05-15 στο Wayback Machine. Εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», 28 Ιανουαρίου 2013
  18. Πέθανε ο χουντικός ισοβίτης Νίκος Ντερτιλής Εφημερίδα «Το Βήμα», 28 Ιανουαρίου 2013
  19. Η «μαύρη» κηδεία ενός αμετανόητου Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]