Κυνίδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κυνίδες
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
39.75–0Ma
Ύστερο Ηώκαινο-Ολόκαινο
Familia Canidae.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Σαρκοφάγα (Carnivora)
Οικογένεια: Κυνίδες (Canidae)

Οι Κυνίδες (Canidae) είναι οικογένεια σαρκοφάγων θηλαστικών η οποία περιλαμβάνει τον σκύλο, τον λύκο, την αλεπού, το τσακάλι, τα ντίνγκο και πολλά άλλα υπάρχοντα ή εξαφανισμένα κυνόμορφα θηλαστικά. Τόσο τα αιλουρόμορφα όσο και τα κυνόμορφα εξελίχθηκαν από τα σαρκοφαγόμορφα περίπου 43 εκατομμύρια χρόνια πριν.[1] Τα κυνόμορφα περιλαμβάνουν το γένος Λεπτοκύων του οποίου τα διάφορα είδη διακλαδίστηκαν στις αλεπούδες και τις κυνίνες πριν περίπου 12 εκατομμύρια χρόνια.[2]:174–5

Οι Κυνίδες απαντώνται σε όλες τις ηπείρους πλην της Ανταρκτικής, φτάνοντας ανεξάρτητα ή συνοδεύοντας τους ανθρώπους. Οι κυνίδες ποικίλουν σε μέγεθος από τον μήκους 2 μέτρων γκρίζο λύκο μέχρι το μήκους 24 εκατοστών φενέκ. Η μορφή του σώματων των κυνίδων είναι παρόμοια, με μακριά μουσούδα, ανορθομένα αυτιά, δόντια προσαρμοσμένα να σπάνε οστά και να κόβουν τη σάρκα, μακριά πόδια και φουντωτές ουρές. Είναι ως επί τω πλείστον κοινωνικά ζώα, ζώντας σε οικογένειες ή μικρές ομάδες (αγέλες) και συμπεριφέρονται συνεργατικά. Συνήθως, μόνο το κυρίαρχο ζευγάρι αναπαράγεται και τα κουτάβια κρύβονται ετησίως σε υπόγειο λαγούμι. Οι κυνίδες επικοινωνούν με μυρωδιές και φωνήματα. Ένα από τα μέλη της ήταν από τα πρώτα ζώα που εξημερώθηκαν και σήμερα ο σκύλος είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα κατοικίδια ζώα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Flynn, John J.; Wesley-Hunt, Gina D. (2005). «Phylogeny of the Carnivora: Basal Relationships Among the Carnivoramorphans, and Assessment of the Position of 'Miacoidea' Relative to Carnivora». Journal of Systematic Paleontology 3: 1–28. 
  2. Tedford, R (2009). «Phylogenetic Systematics of the North American Fossil Caninae (Carnivora: Canidae)». Bulletin of the American Museum of Natural History 325: 1–218. doi:10.1206/574.1.