Ανταρόλυκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στερεωμένος σκελετός, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Στέρνμπεργκ

Ο ανταρόλυκος (Canis dirus) είναι ένα εξαφανισμένο είδος του γένους Κύων. Είναι ένα από τα διασημότερα προϊστορικά σαρκοφάγα στη Βόρεια Αμερική, μαζί με τον εξαφανισμένο ανταγωνιστή του, τον σμιλόδοντα τίγρη. Ο ανταρόλυκος έζησε στην Αμερική κατά τη διάρκεια των εποχών του Ύστερου Πλειστόκαινου και του Πρώιμου Ολόκαινου (125.000- 9.440 χρόνια πριν). Το είδος ονομάστηκε το 1858, τέσσερα χρόνια μετά την εύρεση του πρώτου δείγματος. Δύο υποείδη αναγνωρίζονται: Canis dirus guildayi και Canis dirus dirus. Ο ανταρόλυκος πιθανώς εξελίχθηκε από τον λύκο του Αρμπρούστερ (Canis armbrusteri) στη Βόρεια Αμερική. Η μεγαλύτερη συλλογή των απολιθωμάτων του έχει ληφθεί από το Ράντσο Λάκκων Πίσσας Λα Μπρέα στο Λος Άντζελες.

Απομεινάρια ανταρόλυκου έχουν βρεθεί διά μέσου μιας ευρείας ακτίνας οικοτόπων, συμπεριλαμβανομένων των πεδιάδων, των βοσκοτόπων και ορισμένων δασωμένων ορεινών περιοχών της Βόρειας Αμερικής και της ξηρής σαβάνας της Νότιας Αμερικής. Οι τοποθεσίες κυμαίνονται σε υψόμετρο από τη στάθμη της θάλασσας στα 2.255 μέτρα. Σπάνια μπορούν να βρεθούν απολιθώματα ανταρόλυκου βορείως του γεωγραφικού πλάτους 42°Β· υπήρξαν μόνο πέντε ανεπιβεβαίωτες αναφορές πάνω από αυτό το γεωγραφικό πλάτος. Αυτός ο περιορισμός εύρους θεωρείται ότι οφείλεται σε περιορισμούς οικοτόπων, θηραμάτων ή θερμοκρασιών επιβεβλημένους από την εγγύτητα με τα φύλλα πάγου Λαυρέντιος και Κορδιλιέρα που υπήρχαν εκείνη την εποχή.

Ο ανταρόλυκος ήταν περίπου το ίδιο μέγεθος με τους μεγαλύτερους σύγχρονους γκρίζους λύκους (Canis lupus): τον λύκο του Γιούκον και τον βορειοδυτικό λύκο. Ο C. d. guildayi ζύγιζε κατά μέσο όρο 60 κιλά και ο C. d. dirus ήταν κατά μέσο όρο 68 κιλά. Το κρανίο και η οδοντοστοιχία του ταίριαξαν με του C. lupus, αλλά τα δόντια του ήταν μεγαλύτερα με μεγαλύτερη κοπτική ικανότητα και η δύναμη δαγκώματός του στον κυνόδοντα ήταν η ισχυρότερη από οποιοδήποτε γνωστό είδος Κυνός. Αυτά τα χαρακτηριστικά θεωρήθηκαν προσαρμογές για τη θήρευση σε μεγαφυτοφάγα του Πλειστόκενου, και στη Βόρεια Αμερική είναι γνωστό ότι η λεία του περιλάμβανε ίππους, βραδύποδες του εδάφους, μαστόδοντες, βίσονες και καμήλωπες. Όπως και σήμερα με άλλους μεγάλους υπερσαρκοφάγους Κύνες, ο ανταρόλυκος θεωρείται ότι ήταν αγελαίος κυνηγός. Η εξαφάνισή του έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του γεγονότος μαζικού αφανισμού της τεταρτογενούς περιόδου μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής μεγαπανίδας της εποχής, συμπεριλαμβανομένων και πολλών άλλων σαρκοφάγων,[note 1] που σημειώθηκε λίγο μετά την εμφάνιση των ανθρώπων στον Νέο Κόσμο. Η εξάρτησή του από τα μεγαφυτοφάγα έχει προταθεί ως η αιτία της εξαφάνισής του, μαζί με την αλλαγή κλίματος και τον ανταγωνισμό με άλλα είδη, αλλά η αιτία παραμένει αμφιλεγόμενη. Οι ανταρόλυκοι έζησαν μόλις 9.440 χρόνια πριν, σύμφωνα με τα χρονολογημένα απομεινάρια.

Εξαφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του αμερικανικού γεγονότος μαζικού αφανισμού της μεγαπανίδας περίπου 12.700 χρόνια πριν, 90 γένη θηλαστικών που ζύγιζαν πάνω από 44 κιλά εξαφανίστηκαν.[1][2] Η εξαφάνιση των μεγάλων σαρκοφάγων και πτωματοφάγων θεωρείται ότι προκλήθηκε από την εξαφάνιση των μεγαφυτοφάγων θηραμάτων στα οποία βασίζονταν.[3][4][5][6] Η αιτία της εξαφάνισης των μεγαφυτοφάγων είναι συζητηθείσα[7] αλλά έχει αποδοθεί στον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής, στον ανταγωνισμό με άλλα είδη συμπεριλαμβανομένου της υπερεκμετάλλευσης από τους νεοεισερχόμενους ανθρώπους κυνηγούς, ή συνδυασμός και των δύο.[7][8] Μία μελέτη προτείνει να διερευνηθούν αρκετά υποδείγματα εξαφάνισης, επειδή ελάχιστα είναι γνωστά για τη βιογεωγραφία του ανταρόλυκου και των δυνητικών ανταγωνιστών του και της λείας του, και για το πώς όλα αυτά τα είδη αλληλεπιδρούσαν και ανταποκρίνονταν στις περιβαλλοντικές αλλαγές που συνέβησαν τη στιγμή της εξαφάνισης.[5]

Δεδομένα ραδιοάνθρακα και αρχαίου DNA δείχνουν ότι οι τοπικοί γενετικοί πληθυσμοί αντικαταστάθηκαν από άλλους του ίδιου είδους ή από άλλους του ίδιου γένους.[9] Τόσο ο ανταρόλυκος όσο και ο βερίγγειος λύκος εξαφανίστηκαν στη Βόρεια Αμερική, αφήνοντας μόνο τη λιγότερο σαρκοβόρα και λεπτότερη μορφή του λύκου να ακμάσει,[10] που μπορεί να εξουδετέρωσε τον ανταρόλυκο.[11] Απομεινάρια ανταρόλυκων που έχουν τις νεότερες γεωλογικές ηλικίες χρονολογούνται στα 9.440 χρόνια στο Σπήλαιο Μπρύνιουλφσον στην Κομητεία Μπουν του Μιζούρι,[12][11] στα 9.860 χρόνια στο Ράντσο Λα Μπρέα της Καλιφόρνιας και στα 10.690 χρόνια στη Λα Μιράντα της Καλιφόρνιας.[11] Απομεινάρια ανταρόλυκων που έχουν χρονολογηθεί με ραδιοάνθρακα χρονολογούνται στα 8.200 χρόνια από το Γουάιτγουοτερ Ντρο στην Αριζόνα.[8][13] Ωστόσο, ένας συντάκτης έχει δηλώσει ότι η ραδιοχρονολόγηση του άνθρακα των οστών είναι γνωστή πως είναι αναξιόπιστη, και ότι ενώ πολλά απομεινάρια ανταρόλυκων βρίσκονται σε συσσωρευμένα απολιθώματα που χρονολογούνται στο έσχατο Πλειστόκενο, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα ευρήματα του Ολόκαινου.[5]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Άλλα σαρκοφάγα της Βόρειας Αμερικής που εξαφανίστηκαν περίπου την ίδια εποχή περιλαμβάνουν τις κοντοπρόσωπες αρκούδες, τα αμερικανικά λιοντάρια, τους σμιλόδοντες, τα ομοθήρια, τους μιρακινόνυχες και τους κόκκινους σκύλους. Επιπλέον, τα βορειοαμερικανικά πούμα και οι ιαγουάροι (αλλά όχι εκείνοι στη Νότια Αμερική) όπως φαίνεται προσωρινά είχαν εξαλειφθεί.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. O'Keefe, F.R.; Fet, E.V.; Harris, J.M. (2009). «Compilation, calibration, and synthesis of faunal and floral radiocarbon dates, Rancho La Brea, California». Contributions in Science 518: 1–16. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2017-07-03. https://web.archive.org/web/20170703194412/https://nhm.org/site/sites/default/files/pdf/contrib_science/CS518.pdf. Ανακτήθηκε στις 2019-05-22. 
  2. O'Keefe, F.Robin; Binder, Wendy J.; Frost, Stephen R.; Sadlier, Rudyard W.; Van Valkenburgh, Blaire (2014). «Cranial morphometrics of the dire wolf, Canis dirus, at Rancho La Brea: temporal variability and its links to nutrient stress and climate». Palaeontologia Electronica 17 (1): 1–24. http://www.palaeo-electronica.org/content/2014/723-canis-dirus-craniometrics. 
  3. Graham, R. W.; Mead, J. I. (1987). «Environmental fluctuations and evolution of mammalian faunas during the last deglaciation in North America». Στο: Ruddiman, W. F.; Wright, H. E. North America and Adjacent Oceans During the Last Deglaciation. Geological Society of America K-3, Boulder, Colorado. σελίδες 371–402. ISBN 978-0-8137-5203-7. 
  4. Barnosky, A. D. (1989). «The Late Pleistocene extinction event as a paradigm for widespread mammal extinction». Στο: Donovan, Stephen K. Mass Extinctions: Processes and Evidence. Columbia University Press, New York. σελίδες 235–255. ISBN 978-0-231-07091-1. 
  5. 5,0 5,1 5,2 Dundas, R.G. (1999). «Quaternary records of the dire wolf, Canis dirus, in North and South America». Boreas 28 (3): 375–385. doi:10.1111/j.1502-3885.1999.tb00227.x. http://www.fresnostate.edu/csm/ees/documents/facstaff/dundas/publication/Dundas-1999.pdf. 
  6. Van Valkenburgh, Blaire; Hertel, Fritz (1993). «Tough Times at La Brea: Tooth Breakage in Large Carnivores of the Late Pleistocene». Science, New Series 261 (5120): 456–459. doi:10.1126/science.261.5120.456. PMID 17770024. Bibcode1993Sci...261..456V. http://www.cof.orst.edu/leopold/class-reading/Van%20Valkenburgh%20and%20Hertel%201993.pdf. 
  7. 7,0 7,1 DeSantis, L.R.G.; Schubert, B.W.; Schmitt-Linville, E.; Ungar, P.; Donohue, S.; Haupt, R.J. (September 15, 2015). John M. Harris, επιμ. Dental microwear textures of carnivorans from the La Brea Tar Pits, California and potential extinction implications. Science Series 42. Contributions in Science (A special volume entitled La Brea and Beyond: the Paleontology of Asphalt-Preserved Biotas in commemoration of the 100th anniversary of the Natural History Museum of Los Angeles County's excavations at Rancho La Brea). Natural History Museum of Los Angeles County, σελ. 37–52. https://www.researchgate.net/publication/282253545_Dental_Microwear_Textures_of_Carnivorans_from_the_La_Brea_Tar_Pits_California_and_Potential_Extinction_Implications. 
  8. 8,0 8,1 Brannick, Alexandria L.; Meachen, Julie A.; O'Keefe, F. Robin (September 15, 2015). John M. Harris, επιμ. Microevolution of Jaw Shape in the Dire Wolf, Canis dirus, at Rancho La Brea. Science Series 42. Contributions in Science (A special volume entitled La Brea and Beyond: the Paleontology of Asphalt-Preserved Biotas in commemoration of the 100th anniversary of the Natural History Museum of Los Angeles County's excavations at Rancho La Brea). Natural History Museum of Los Angeles County, σελ. 23–32. 
  9. Cooper, A. (2015). «Abrupt warming events drove Late Pleistocene Holarctic megafaunal turnover». Science 349 (6248): 602–6. doi:10.1126/science.aac4315. PMID 26250679. Bibcode2015Sci...349..602C. 
  10. Leonard, J. A.; Vilà, C; Fox-Dobbs, K; Koch, P. L.; Wayne, R. K.; Van Valkenburgh, B. (2007). «Megafaunal extinctions and the disappearance of a specialized wolf ectomorph». Current Biology 17 (13): 1146–50. doi:10.1016/j.cub.2007.05.072. PMID 17583509. https://websites.pmc.ucsc.edu/~pkoch/pdfs/Koch%20papers/2007/Leonard%20et%2007%20CurBio%2017-1146.pdf. Ανακτήθηκε στις 6 May 2017. 
  11. 11,0 11,1 11,2 Anderson, Elaine (1984). «Chapter 2: Who's who in the Pleistocene». Στο: Paul S. Martin; Richard G. Klein. Quaternary Extinctions: A Prehistoric Revolution. University of Arizona Press, Tucson. σελ. 55. ISBN 978-0-8165-1100-6. 
  12. Kurten, B.; Anderson, E. (1980). «11-Carnavora». Pleistocene mammals of North America. Columbia University Press, New York. σελίδες 168–172. ISBN 978-0-231-03733-4. 
  13. Hester, Jim J. (1960). «Late Pleistocene Extinction and Radiocarbon Dating». American Antiquity 26 (1): 58–77. doi:10.2307/277160.