Φενέκ (θηλαστικό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φενέκ (θηλαστικό)
Φενέκ
Φενέκ
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Σαρκοφάγα (Carnivora)
Οικογένεια: Κυνίδες (Canidae)
Γένος: Αλώπηξ (Vulpes) (Frisch, 1775)
Είδος: V. zerda
Διώνυμο
Vulpes zerda
Zimmermann, 1780

Το φενέκ είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των κυνιδών, το οποίο κατέχει τον «τίτλο» της μικρότερης αλεπούς στην φύση. Το είδος έχει την επιστημονική ονομασία Vulpes zerda, δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό taxon) [1] και απαντά αποκλειστικά στην Β. και ΒΚ. Αφρική.

Το φενέκ είναι όχι μόνον η μικρότερη αλεπού στον κόσμο, αλλά και το μικρότερο σε μέγεθος μέλος της οικογενείας Canidae, όπου ανήκει. Είναι προσαρμοσμένο να ζει στα αφιλόξενα ερημικά και ημιερημικά ενδιαιτήματα των περιοχών εξάπλωσής του, έχοντας αναπτύξει ιδιαίτερα δομικά και φυσιολογικά χαρακτηριστικά που τού επιτρέπουν να αντέχει σε συνθήκες ξηρασίας και σε μεγάλες θερμοκρασιακές διαφορές (βλ. Φυσιολογία και προσαρμογές).

Κύρια διαγνωστικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μικρό μέγεθος
  • Εξαιρετικά μεγάλα αυτιά σε σχέση με το σώμα

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγνωστη.[2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους Vulpes είναι η άμεση λατινική απόδοση της ελληνικής Αλώπηξ (αλεπού).

Ο όρος zerda στην επιστημονική ονομασία του είδους δεν έχει καθορισμένη προέλευση. Η υπάρχουσα αναφορά ότι, ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη «ξηρός», [3] που παραπέμπει στα ερημικά ενδιαιτήματα του ζώου, στερείται ετυμολογικής βάσης. Πιθανότερο είναι, ο όρος zerda να προέρχεται από τοπική ονομασία του θηλαστικού στην Μαυριτανία (Kongliga Svenska Vetenskaps Handlingar, 1777, XXXVIII. 265). [4]

Η αγγλική ονομασία του θηλαστικού, fennec, από την οποία προήλθε και η ελληνική ονομασία έχει προέλευση την αραβική fenek ή fanak, που χρησιμοποιείται αορίστως για διάφορα θηλαστικά που διαθέτουν γούνα και, αναφέρεται από το 1790, περίπου. [5] Η αραβική αυτή λέξη, πιθανόν να προέρχεται από, ανάλογης ετυμολογίας, περσικό όρο. [6]

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φενέκ περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό γεωγράφο και ζωολόγο Έμπερχαρντ Τσίμερμαν (Eberhardt August Wilhelm von Zimmermann 1743-1815), το 1780, από την Σαχάρα (Type locality: «Es bewohnt die Soara und andere Theile von Nordafrika hinter den Atlas, der Ritter Bruce behauptet, man fände es auch in tripolitanischen»). [7] Το είδος είχε προηγουμένως ταξινομηθεί στο γένος Fennecus, αλλά έκτοτε αναταξινομήθηκε στο γένος Vulpes, όπου ανήκουν και τα άλλα είδη αλεπούδων. Οι επιστήμονες είχαν διαφωνίες ως προς το ότι, ενώ υπάρχουν ομοιότητες, υπάρχουν και πολλές διαφορές, ικανές να «τοποθετήσουν» το φενέκ στο δικό του γένος, συμπεριλαμβανομένων τόσο μορφολογικών όσο και ηθολογικών χαρακτηριστικών.

  • Το φενέκ στερείται των μοσχοφόρων αδένων (musk glands), που διαθέτουν άλλα είδη αλεπούς, ενώ έχει μόνο 32 ζεύγη χρωμοσωμάτων, αντί 35-39 των άλλων ειδών. Ζει, επίσης, σε ομάδες ενώ τα περισσότερα άλλα είδη αλεπούς είναι μοναχικά. [8]

Ωστόσο, η αρχική ονομασία του είδους, Fennecus zerda, δεν είναι ξεκάθαρη και μοριακά δεδομένα δείχνουν ότι η θέση του είναι εντός του γένους Vulpes. [9] Πλησιέστερος συγγενής του είναι η αλεπού του Μπλάνφορντ (Vulpes cana), και τα δύο είδη ίσως να απέκλιναν 4 έως 4.500.000 χρόνια πριν. [10]

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική εξάπλωση του είδους Vulpes zerda.

Το είδος απαντά σε όλη την σαχάρια και υποσαχάρια Β. Αφρική, από το Ν.Μαρόκο στα δυτικά, μέχρι την χερσόνησο του Σινά στα ανατολικά, ενώ νότια φθάνει μέχρι τις παρυφές του Σαχέλ, στις 14°Β, περίπου. [11][12] Μία (1) επιβεβαιωμένη αναφορά από το μακρινό Κουβέιτ, το 1991, [13]είναι αρκετά παλαιή και, επειδή έκτοτε δεν υπάρχουν άλλες επιβεβαιωμένες αναφορές, η περιοχή του Σινά θεωρείται το ανατολικότερο όριο του φάσματος κατανομής του είδους. Αναφορές από την Αραβική χερσόνησο είναι επίσης ατεκμηρίωτες και, φαίνεται ότι πολλές από αυτές σχετίζονται με την συγγενική αλεπού του Ρούπελ (Vulpes rueppelli), με την οποία μοιάζει πολύ το φενέκ. [14][15]

Γενικά, το φάσμα εξάπλωσης του φενέκ περιλαμβάνει τα κατάλληλα ενδιαιτήματα στο Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία, την Λιβύη, την Αίγυπτο, την Μαυριτανία, το Μάλι, τον Νίγηρα, το Τσαντ και το Σουδάν.[2]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φενέκ συνδέονται στενά με τα ερημικά και ημιερημικά ενδιαιτήματα, σε ξηρό, άγονο έδαφος που το ανασκάπτουν για την κατασκευή των φωλιών τους. Ιδανικά θεωρούνται, ιδιαιτέρως, τα ενδιαιτήματα με τις μεγάλες αμμοθίνες που σχηματίζουν οι άνεμοι στις ερημικές περιοχές. [16][17] Ωστόσο, μπορούν να ζουν και σε αμμόλοφους με πολύ αραιή βλάστηση κοντά στην ακτή του Ατλαντικού. [18] Η ετήσια βροχόπτωση είναι μικρότερη από 100 χλστ. ετησίως στα βόρεια του φάσματος κατανομής του φενέκ. Στο νότιο όριο, μπορεί να βρεθεί μέχρι τις περιοχές του Σαχέλ που δέχονται μέχρι 300 χλστ. βροχής ανά έτος.

Στη Σαχάρα, η αραιή βλάστηση κυριαρχείται συνήθως από φυτά τύπου Aristida spp. και Ephedra alata στους μεγάλους αμμόλοφους. Σε μικρές αμμοθίνες, κυριαρχούν τα Panicum turgidum, Zygophyllum spp και, μερικές φορές, δέντρα όπως Acacia spp. και Capparis decidua.[18]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φενέκ ανήκουν στα συμπαθέστερα θηλαστικά και, πολύ συχνά, συλλαμβάνονται παρανόμως ως κατοικίδια (pets).

Το φενέκ είναι ένα μικρό θηλαστικό που κατέχει τον «τίτλο» της μικρότερης αλεπούς στην φύση, ενώ διαθέτει λεπτό ρύγχος και πολύ μεγάλα ωτικά πτερύγια, τα οποία μπορούν να φθάσουν σε μέγεθος μέχρι το 1/2 του σώματος. Ο σκελετός αποτελείται από λεπτά οστά, [19] ενώ το κρανίο είναι μικρό και στενό με διευρυμένες ακουστικές κάψες (auditory bullae). Τα ζυγωματικά τόξα είναι ευρέως ανοικτά στο εμπρόσθιο τμήμα τους έτσι, ώστε τα μεσαία τμήματα να είναι σχεδόν παράλληλα. Η οβελιαία ακρολοφία είναι πολύ λίγο υπερυψωμένη, ενώ η κάτω γνάθος εμφανίζει έντονη κυρτότητα στο κατώτερο όριό της. [20] Οι κυνόδοντες είναι μικροί και λεπτοί, με το μεγαλύτερο πλάτος τους ίσο με το 1/3 του ύψους τους. Γενικά, η οδοντοφυΐα είναι σχετικά αδύναμη και περιλαμβάνει 42 συνολικά δόντια, με τον εξής οδοντικό τύπο:

Το εξωτερικό τρίχωμα (γούνα) είναι μακρύ (τρίχες μήκους 28 χλστ.), μαλακό και απαλό στην αφή. Το κεφάλι είναι υπόλευκο με αχνό καφετί «μπάλωμα» μπροστά στα μάτια, που είναι μεγάλα, με μαύρη ίριδα. Τα πλαϊνά και η κάτω επιφάνεια του σώματος είναι σχεδόν λευκά. Τα κάτω άκρα έχουν κοκκινωπό χρώμα της άμμου στα άτομα της βόρειας Αφρικής, ενώ σε εκείνα στις νοτιότερες περιοχές είναι σχεδόν λευκά.[15] Τα πέλματα των ποδιών είναι πλήρως καλυμμένα από τρίχες,[20] με μήκος, σχεδόν το 1/2 εκείνων του σώματος. Η καστανοκοκκινωπή ουρά είναι παχιά και θυσανωτή, με παχύτερη γούνα από εκείνη του σώματος (τρίχες μήκους 35 χλστ.), συχνά έχει ένα μαύρο μπάλωμα κοντά στην ραχιαία βάση της, καθώς και μαύρο άκρο. [16]

Τα πολύ μεγάλα αυτιά είναι λευκά στο εσωτερικό και κανελί-ερυθροκίτρινα στο εξωτερικό τμήμα τους. Το κεντρικό μέρος του αυτιού είναι σχεδόν γυμνό εσωτερικά, αλλά καλύπτεται από κοντές, πολύ λεπτές τρίχες στα άλλα σημεία του.[20]

Στα φενέκ δεν υφίσταται ιδιαίτερος φυλετικός διμορφισμός, με τα αρσενικά να είναι κατά 2-3 εκατοστά μεγαλύτερα από τα θηλυκά και κατά μερικά γραμμάρια βαρύτερα.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος (χωρίς την ουρά): 24-41 εκατοστά
  • Μήκος ουράς: (18-) 21 έως 31 εκ.
  • Ύψος στο ακρώμιο: 20-21 εκ.
  • Ύψος ωτικών πτερυγίων: 10-12 εκ.
  • Μήκος κρανίου: 8-8,7 εκ.
  • Μήκος κάτω γνάθου: 6,2-6,5 εκ.
  • Μήκος πίσω ποδιών: 9,5-10 εκ.
  • Βάρος: 1-1,4 κιλά

Φυσιολογία και προσαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κρανίο φενέκ

Τα φενέκ διαθέτουν πολλές προσαρμογές για την επιβίωσή τους στην έρημο. Τα πέλματα των ποδιών καλύπτονται εντελώς από μακριές, μαλακές τρίχες για να αντέχουν το βάδισμα στην καυτή και χαλαρή άμμο.[15][21] Το τρίχωμα, στο χρώμα της άμμου, καμουφλάρει το φενέκ, [22] ενώ παρέχει θερμορυθμιστικά πλεονεκτήματα κατά τη διάρκεια των κρύων νυκτών στην έρημο.[15] Τα πολύ μεγάλα αυτιά και οι υπερτροφικές ακουστικές κάψες χαρίζουν στο ζώο εξαιρετική ακοή, που τού επιτρέπουν να ανακαλύπτει τη λεία του (βλ. Κυνήγι). [22]

Σε αιχμαλωσία, τα φενέκ εμφανίζουν κιρκαδικό κύκλο της θερμοκρασίας του σώματος και του καρδιακού ρυθμού. Αμφότερες οι τιμές τους μειώνονται κατά το μεσημέρι και αυξάνουν τη νύκτα, οπότε τα ζώα δραστηριοποιούνται. Η θερμοκρασία ηρεμίας του σώματός τους είναι 37.58C, περίπου, ενώ ο καρδιακός ρυθμός είναι 100-115 παλμοί /λεπτό. [23][24]. Οι θερμορυθμιστικοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν έντονη αγγειοδιαστολή (καύσωνας) και αγγειοσυστολή (ψύχος). Ωστόσο, ο βασικός μεταβολικός ρυθμός είναι κατά 39% χαμηλότερος του αναμενομένου από την μάζα σώματος,[24] ενώ τα νεογέννητα είναι ευαίσθητα στο κρύο και ανίκανα προς θερμορύθμιση.

Τα φενέκ πίνουν αρκετό νερό, όταν αυτό είναι διαθέσιμο, αλλά μπορεί να επιβιώνουν χωρίς υδατικά αποθέματα για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. [25] Σε αντιστάθμιση αυτής της έλλειψης, τα φενέκ έχουν νυκτερινή δραστηριοποίηση, βρίσκονται στις φωλιές κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ λαμβάνουν μεγάλο ποσοστό υγρασίας από την λεία τους. Επειδή η μεγαλύτερη απώλεια νερού στα φενέκ αποδίδεται στην ούρηση, οποιαδήποτε μείωση στην πρόσληψη νερού οδηγεί σε μείωση παραγωγής ούρων από τα νεφρά. Τα νεφρά του φενέκ είναι προσαρμοσμένα να φιλτράρουν εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις ουρίας σε πτωχό υδατικό εξωκυττάριο περιβάλλον,[25] ενώ και η απώλεια υδρατμών μέσω διαπνοής υφίσταται μικρή διακύμανση σε σχέση με την πρόσληψη ύδατος. Υπό συνθήκες θερμικού στρες, τα φενέκ που στερούνται το νερό, μειώνουν την δραστηριότητά τους και την πρόσληψη τροφής και, κατά συνέπεια, χάνουν βάρος. Έτσι, οι θερμοκρασίες περιβάλλοντος είναι πιο ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του θηλαστικού από ό, τι η έλλειψη ύδατος.[25]

Τροφή και κυνήγι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φενέκ τρέφονται κυρίως με έντομα, ωστόσο, επειδή το αφιλόξενο περιβάλλον όπου ζουν δεν επιτρέπει «πολυτέλειες», μπορούν να επιβιώσουν με οποιαδήποτε φαγώσιμη ύλη, ζωική ή φυτική, γι’ αυτό και κατατάσσονται στα παμφάγα ζώα. Εάν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές τρώνε κυρίως ακρίδες, αλλά και άλλα έντομα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκκρίνουν επιβλαβή υγρά. Επίσης, τρώνε τρωκτικά, κουνέλια μικρά πουλιά, σαύρες και φυτά, κυρίως ρίζες και καρπούς.[16]

Το φενέκ κυνηγάει κατά τη διάρκεια της νύχτας όταν οι θερμοκρασίες πέφτουν. Οι παλ χρωματισμοί του σώματος χρησιμεύουν για να παρέχουν καμουφλάζ στο ζώο, όταν κινείται στα αμμώδη ενδιαιτήματά του. </ref>nationalzoo.si.edu</ref> Είναι ικανό να εκτελέσει άλματα 60 εκ. σε ύψος και 120 εκ. σε μήκος, για να πιάσει το θήραμα ή/και να ξεφύγει από πιθανούς θηρευτές. [26] Όταν κυνηγούν, οι αλεπούδες με μεγάλα ωτικά πτερύγια όπως το φενέκ, παρατηρούνται να κοιτάζουν επίμονα το έδαφος, ενώ περιστρέφουν το κεφάλι τους τους από τη μία πλευρά στην άλλη. Αυτό συμβαίνει διότι, προσπαθούν να εντοπίσουν με την βοήθεια της οξύτατης ακοής τους, τυχόν θηράματα κρυμμένα κάτω από την επιφάνεια, κάτι που τελικά πετυχαίνουν.

Υπάρχουν αναφορές για άτομα που αναρριχώνται σε χουρμαδιές, για αναζήτηση καρπών. Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί θεωρούν κάτι τέτοιο δύσκολο, εκτός αν υπάρχουν χαμηλά κλαδιά διαθέσιμα για στήριξη του σώματός τους. [27]

Τα φενέκ κυνηγούν μοναχικά. Η λεία αποκαλύπτεται κατά κύριο λόγο από τον ήχο, και, όταν είναι κρυμμένη στην άμμο, έρχεται στην επιφάνεια με σκάψιμο και με τα 4 πόδια. [28] Τα περισσότερα θηράματα θανατώνονται με δάγκωμα στο λαιμό. Τα φενέκ είναι ικανά να σκοτώνουν ζώα με μεγαλύτερο μέγεθος από το δικό τους, όπως ενήλικα κουνέλια.[22] Τα θηλαστικά καταναλώνονται από το κεφάλι, ενώ τα πουλιά τρώγονται με τα φτερά. Μερικές φορές, η τροφή μπορεί να αποθηκευτεί προσωρινά για κατοπινή κατανάλωση, μέσα σε μια τρύπα που σκάβεται στην άμμο, όπως κάνουν και άλλες αλεπούδες. Αυτή η μέθοδος συνηθίζεται περισσότερο στα θηλυκά.[22]

Λόγω της εξειδικευμένης μορφής των ενδιαιτημάτων του, το φενέκ δεν αποτελεί δυνητικό ανταγωνιστή της κόκκινης αλεπούς και, πιθανώς, ούτε της αλεπούς του Ρούπελ (Vulpes rueppelli). [29] Όμως, κατοικίδιες γάτες μπορούν να ανταγωνιστούν τα φενέκ για εξεύρεση τροφής, σε ορισμένες περιοχές.[28] Το φενέκ δεν είναι συμπατρικό είδος με την αλεπού του Μπλάνφορντ (Vulpes cana). [29]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φενέκ έχει τα μεγαλύτερα ωτικά πτερύγια από όλες τις αλεπούδες, σε σχέση με το σώμα του.

Η βασική κοινωνική «μονάδα» του είδους αποτελείται από ένα ζευγάρι με τους απογόνους του. Απόγονοι της προηγούμενης γενιάς μπορεί να παραμένουν με την ομάδα της οικογένειας,[22] ενώ έχουν παρατηρηθεί και ομάδες μέχρι 10 άτομα.[16] Το παιχνίδι είναι συνηθισμένο στα κουτάβια, ακόμη και με την ίδια την τροφή τους, ενώ τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα συνηθίζουν να εξασκούνται σε παιχνίδια επιλεκτικού προσανατολισμού (object-oriented). Τα αρσενικά είναι λιγότερο «παιχνιδιάρικο» κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής και, αντιθέτως, εμφανίζουν υψηλά επίπεδα επιθετικότητας.[22]

Τα φενέκ είναι κυρίως νυκτόβια, αλλά μερική δραστηριότητα κατά την ώρα του λυκόφωτος, μπορεί να παρατηρηθεί.[16] Κατά τη διάρκεια της ημέρας, καταφεύγουν στα λαγούμια τους που έχουν ανασκαφεί στην άμμο,[22] τα οποία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθούν για να ξεφύγουν από τους θηρευτές τους.[28] Τα αρσενικά μπορούν να σηματοδοτούν διάφορα αντικείμενα με ούρα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής. Άτομα σε αιχμαλωσία εμφανίζουν επίσης εξειδικευμένη αφόδευση σε συγκεκριμένες θέσεις.[22]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φενέκ αρθρώνουν ποικιλία φωνών και καλεσμάτων, μερικά από τα οποία είναι «μαλακά» γαβγίσματα που χρησιμοποιούνται ως προειδοποιητικές κλήσεις, υψίσυχνα γαβγίσματα, πουρπουρίσματα όπως των αιλουροειδών όταν είναι ευχαριστημένα, αλλά και «απειλητικά» φωνήματα.[22][20]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζωτικός χώρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής, τα αρσενικά γίνονται πιο επιθετικά και, συχνά, σηματοδοτούν διάφορα αντικείμενα με τα ούρα τους. [22] Οι ερωτοτροπίες περιλαμβάνουν παιχνίδια και διαρκούν 2-3 ημέρες. Σε αιχμαλωσία, τα αρσενικά υπερασπίζονται τα θηλυκά πριν και κατά τη διάρκεια του τοκετού. Μετά τον τοκετό, το αρσενικό υπερασπίζεται την φωλιά, αλλά ποτέ δεν μπαίνει μέσα. [30] Το φενέκ είναι μονογαμικό θηλαστικό και τα ζευγάρια που σχηματίζονται παραμένουν μαζί σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο. [31]

Φωλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φενέκ χρησιμοποιούν ως φωλιές, λαγούμια που σκάβουν με τα νύχια των μπροστινών ποδιών τους, τα οποία μπορεί να φθάσουν μέχρι και 10 μ. σε μήκος και 1 μ. σε βάθος. Συνήθως, τα λαγούμια βρίσκονται στα χαμηλότερα σημεία μιας τοποθεσίας, επειδή εκεί συγκεντρώνεται περισσότερη υγρασία, ενώ πολλά από αυτά μπορεί να βρίσκονται κοντά ή και να επικοινωνούν μεταξύ τους. Τα φενέκ σκάβουν ταχύτατα και μπορούν να ολοκληρώσουν ένα λαγούμι βάθους 40 εκ. μέσα σε λιγότερο από 10 λεπτά.[22]

Γέννα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεαρό φενέκ

Τα φενέκ δίνουν συνήθως μόνο μία (1) γέννα κάθε έτος, αλλά εάν αυτή χαθεί, επακολουθεί και δεύτερη ή και τρίτη.[30] Ο οίστρος διαρκεί 1-2 ημέρες.[22] Σε αιχμαλωσία, η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα ως επί το πλείστον από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο, [32] αλλά μπορεί και να συμβεί το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο. Η γέννα πραγματοποιείται συνήθως Φεβρουάριο-Ιούνιο, ύστερα από κυοφορία 50-51 ημερών και αποτελείται από (1-) 2 έως 5 (-6) κουτάβια.

Τα κουτάβια γεννιούνται με τα μάτια κλειστά και πλήρες τρίχωμα, έχουν μήκος 10-11 εκατοστά και ζυγίζουν 40-45 γραμμάρια, περίπου. Ανοίγουν τα μάτια τους μετά 8-11 ημέρες και αποκτούν κινητικότητα μετά από 14 ημέρες.[32] Ο θηλασμός πραγματοποιείται μέσα στο λαγούμι μέχρι την 20ή ημέρα, περίπου, ενώ αργότερα έξω από αυτό. Αρχίζουν να τρέφονται με κρέας στις 3 εβδομάδες, αλλά ο απογαλακτισμός τους πραγματοποιείται αρκετά αργότερα, στις 60-70 ημέρες.[30] Τα κουτάβια εξημερώνονται εύκολα πριν την ηλικία των 3 εβδομάδων. Αρχίζουν να δείχνουν κυνηγετική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της 7ης εβδομάδας.[22] Το μέγεθος των ενηλίκων και η σεξουαλική ωριμότητα αποκτάται σε 9-11 μήνες. [30]

Θηρευτές και προσδόκιμο ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φενέκ μπορεί να θανατωθούν από μπούφους, σκυλιά, τσακάλια, καρακάλ και ύαινες, με τους μπούφους να αποτελούν τους κυριότερους θηρευτές του. Ενδοειδικές διαμάχες μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε θάνατο κάποια γηραιά αρσενικά κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου.[30] Ωστόσο, οι σκύλοι και οι άνθρωποι είναι η πιο σοβαρή απειλή για τα φενέκ σήμερα.[28] Θηρεύονται εντατικά από τους ανθρώπους σε περιοχές της Σαχάρας, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των πληθυσμών τους σε μερικά μέρη της βορειοδυτικής Αφρικής. Άτομα σε αιχμαλωσία μπορούν να φτάσουν σχεδόν τα 13 χρόνια ζωής. [33]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια απειλή για το είδος φαίνεται να είναι η παγίδευσή του για εμπορική χρήση . Στις αμμώδεις περιοχές που συνήθως επισκέπτονται οι τουρίστες, το φενέκ είναι ευρέως γνωστό, ωστόσο, επειδή είναι δύσκολο να παρατηρηθεί συλλαμβάνεται σε παγίδες και εκτίθεται προς πώληση στους τουρίστες. Αν και περιορίζεται σε περιθωριακές περιοχές, καινούργιοι, μόνιμοι ανθρώπινοι οικισμοί όπως αυτοί στο Ν. Μαρόκο, έχουν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση του θηλαστικού από αυτούς τους τομείς.[18] Τα φενέκ εκτρέφονται ως κατοικίδια ζώα από ιδιώτες, αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμα αρχεία.[2]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος κατατάσσεται στα Ελαχίστης Ανησυχίας (LC), σύμφωνα με την λίστα της IUCN,[2] αλλά δεν υπάρχουν αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με το μέγεθος των πληθυσμών του. Γενικά, θεωρείται σχετικά διαδεδομένο στις αμμώδεις, ερημικές και ημιερημικές περιοχές της βόρειας Αφρικής. Προς το παρόν, δεν υπάρχουν γνωστές σημαντικές απειλές που πιστεύεται ότι οδηγούν σε μείωση του συνολικού πληθυσμού και θα δικαιολογούσαν την καταχώριση του είδους στα απειλούμενα.[2]

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το είδος εντάσσεται στο Παράρτημα ΙΙ της CITES, όπου απαντά σε προστατευόμενες περιοχές στην Αλγερία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, τη Μαυριτανία, τον Νίγηρα και την Τυνησία.
  • Επίσης, προστατεύονται νομικά στο Μαρόκο (συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Σαχάρας), την Αλγερία, την Τυνησία και την Αίγυπτο.
  • Ενώ οι μελέτες αιχμαλώτων ατόμων σε ζωολογικούς κήπους έχουν βελτιώσει τις γνώσεις μας για αυτό το ελάχιστα γνωστό είδος (κυρίως σε ό, τι αφορά την αναπαραγωγή του), εν πολλοίς παραμένει άγνωστη η βασική του οικολογία και η συμπεριφορά του στην άγρια φύση. Οι εργασίες για τους αιχμάλωτους πληθυσμούς ενθαρρύνεται, αλλά η εις βάθος μελέτη του είδους, με ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση των ενδιαιτημάτων και της δυναμικής του πληθυσμού σε άγρια κατάσταση, έχει καθυστερήσει. Μελέτες πεδίου σε εξέλιξη, στην Τυνησία, αρχίζουν να αντιμετωπίζουν αυτή την κατάσταση, αλλά αναμφίβολα χρειάζεται περισσότερη δουλειά.[2]

Κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φενέκ είναι το Εθνικό Ζώο της Αλγερίας, ενώ και η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της χώρας έχει το προσωνύμιο «Τα Φενέκ», [34]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Alderton, Davis. Foxes, Wolves, and Wild Dogs of the World. London: Blandford, 1998. ISBN 081605715X.
  • Al-Robbae, K. 1982. Northeast extension of the geographic distribution of fennec fox Fennecus zerda (Zimmermann) in the Arabian Peninsula. Bulletin Basrah Natural History Museum 5: 61-64.
  • Baillie, J. and Groombridge, B. (eds). 1996. 1996 IUCN Red List of Threatened Animals.In: J. Baillie and B. Groombridge (eds), IUCN, Gland, Switzerland.
  • Bauman, K. L. 2002. Fennec fox (Vulpes zerda) North American Regional Studbook. Saint Louis Zoological Park, St. Louis, Missouri, USA.
  • Bekoff, M. 1975. Social behavior and ecology of the African Canidae: a review. Pp. 120–142 in The wild canids: their systematics, behavioral ecology and evolution (M. W. Fox, ed.). Robert E. Krieger Publishing Company, Malabar, Florida.
  • Coetzee, C. G. 1977. Order Carnivora. Part 8. In: J. Meester and H. W. Setzer (eds), The Mammals of Africa: An Identification Manual, pp. 42 pp.. Smithsonian Institution Press, Washington, DC, USA.
  • Cuzin, F. 1996. Répartition actuelle et statut des grands mammifères sauvages du Maroc (Primates, Carnivores, Artiodactyles). Mammalia 60: 101-124.
  • Dayan, T., E. Tchernov, Y. Yom-Tov, and D. Simberloff. 1989. Ecological character displacement in Saharo-Arabian Vulpes: outfoxing Bergmann’s rule. Oikos 55:263–272.
  • Dobroruka, L. J. 1967. La dure´e de vie de quelques mammiferes du Parc Zoologique de Prague. Mammalia 31:515–517.
  • Dorst, J. and Dandelot, P. 1970. A field guide to the large mammals of Africa. Collins, London, UK.
  • Dragesco-Joffe, A. 1993. Le chat des sables, un redoutable chasseur de serpents [The sand cat - a formidable snake hunter]. La Vie Sauvage du Sahara, pp. 129 pp.. Delachaux et Niestlé, Lausanne, Switzerland.
  • Gangloff, L. 1972. Breeding fennec foxes Fennecus zerda at Strasbourg Zoo. International Zoo Yearbook 12:115–116.
  • Gasperetti, J., Harrison, D. L. and Büttiker, W. 1985. The carnivora of Saudi Arabia. In: W. Büttiker and F. Krupp (eds), Fauna of Saudi Arabia, pp. 397-461. Pro Entomologica c/o Natural History Museum Basel, Basel, Switzerland.
  • Gauthier-Pilters, H. 1967. The fennec. African Wild Life 21: 117–125.
  • Geffen, E., A. Mercure, D. J. girman, D. W. Macdonald, and R. K. Wayne. 1992b. Phylogenetic relationships of the foxlike canids: mitochondrial DNA restriction fragment, site and cytochrome b sequence analysis. Journal of Zoology, London 228:27–39
  • Granjon, L., Cosson, J.-F., Cuisin, J., Tranier, M. and Colas, F. 1995. Les mammifères du littoral mauritanien. 2. Biogéographie et écologie. Actes du Colloque Environnement et littoral mauritanien, pp. 73-81. Nouakchott, Mauritania.
  • Groombridge, B. (ed.). 1994. 1994 IUCN Red List of Threatened Animals. IUCN, Gland, Switzerland.
  • Harrison, D.L. and Bates, P.J.J. 1991. The Mammals of Arabia. Harrison Zoological Museum, Sevenoaks, UK.
  • Harrison, D.L. 1968. The mammals of Arabia: Carnivora, Artiodactyla, Hyracoidea. Ernest Benn Limited, London, United Kingdom 2:1–381.
  • Hildebrand, M. 1954. Comparative morphology of the body skeleton in recent Canidae. University of California Press, Berkeley.
  • IUCN. 1990. 1990 IUCN Red List of Threatened Animals. IUCN, Gland, Switzerland and Cambridge, UK.
  • Kingdon, J. 1990. Arabian mammals: a natural history. Academic Press, London, United Kingdom.
  • Koenig, L. 1962. Zur fortpflanzung und jugendentwicklung des wustenfuchses (Fennecus zerda Zimm. 1780). Zeitschrift fur Tierpsychologie 27:205–246.
  • Kowalski, K., and B. Rzebik-Kowalska. 1991. Mammals of Algeria. Polish Academy of Sciences, Institute of Systematics and evolution of Mammals, Krakow, Poland.
  • Maloiy, G.M.O., J.M.Z. Kamau, A. Shkolnik, M. Meir, and R. Arieli. 1982. Thermoregulation and metabolism in a small desert carnivore: the fennec fox (Fennecus zerda) (Mammalia). Journal of Zoology, London 198:279–291.
  • nationalzoo.si.edu/Animals/SmallMammals/fact-fennecfox.cfm
  • Nobleman, Marc Tyler (2007). Foxes. Benchmark Books (NY). pp. 35–36. ISBN 978-0-7614-2237-2.
  • Noll-Banholzer, U. 1979. Water balance and kidney structure in the fennec. Comparative Biochemistry and Physiology 62: 593-597.
  • Noll-Banholzer, U. 1979a. Body temperature, oxygen consumption, evaporative water loss and heart rate in the fennec. Comparative Biochemistry and Physiology, A. Comparative Physiology 62:585–592.
  • Noll-Banholzer, U. 1979b: «Water balance and kidney structure in the fennec. Comparative Biochemistry and Physiology, A. Comparative Physiology 62:593–597.
  • Nowak, R. M. 1991. Walker’s mammals of the world. Fifth edition. Johns Hopkins University Press, Baltimore, Maryland 2: 1–1629.
  • Saleh, M. A. and Basuony, M. 1998: A contribution to the mammalogy of the Sinai Peninsula. Mammalia 62: 557–575.
  • Sheldon, J. W. 1992: Wild dogs: the natural history of the nondomestic Canidae. Academic Press, Νέα Υόρκη.
  • Sillero-Zubiri, C., Hoffmann, M. and Macdonald, D. W. (eds). 2004: Canids: Foxes, Wolves, Jackals and Dogs. Status Survey and Conservation Action Plan. IUCN/SSC Canid Specialist Group, IUCN, Gland, Switzerland and Cambridge, UK.
  • Thesiger, W. 1949. A further journey across the empty quarter. Geographical Journal 113: 21-46.
  • Wayne, R.K., E. Geffen, D.J. Girman, K.P. Koepfli, L. M.Lau, and C.R. Marshall. 1997. Molecular systematics of the Canidae. Systematic Biology 46:622–653
  • Wrenin, Eddie (24 Ιουνίου 2009): «Gotta catch them all! The Pokémon cubs receive their first public showing at Tokyo Zoo». Daily Mail