Κοσμάς Ξενάκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κοσμάς Ξενάκης
Portrait of Cosmas Xenakis.png
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 2 Φεβρουαρίου 1925
Βραΐλα, Ρουμανία
Θάνατος 5 Φεβρουαρίου 1984
Αθήνα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα Αρχιτέκτων, πολεοδόμος, καλλιτέχνης
Οικογένεια
Σύζυγος Αριάδνη Ξενάκη
Αδέλφια Ιάννης Ξενάκης
Ιστοσελίδα

Ο Κοσμάς Ξενάκης (Βραΐλα Ρουμανίας, 2 Φεβρουαρίου 1925 - Αθήνα, 5 Φεβρουαρίου 1984) ήταν αρχιτέκτονας, διακεκριμένος πολεοδόμος και ένας από τους σημαντικούς έλληνες εικαστικούς καλλιτέχνες των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Από τους πρωτοπόρους της αφηρημένης ζωγραφικής στην Ελλάδα, ασχολήθηκε επίσης με τη μνημειακή γλυπτική και τη δημιουργία δρώμενων (happenings), τα οποία ονόμαζε «Πολύτεχνα» έργα[1].

Βιογραφικά στοιχεία[2][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Βραΐλα της Ρουμανίας το 1925. Ήταν ο μικρότερος αδελφός των Γιάννη Ξενάκη και Ιάσονα Ξενάκη. Η μητέρα τους πέθανε το 1927 και ο πατέρας τους, Κλέαρχος Ξενάκης έστειλε αρχικά, το 1932, τον Γιάννη και τον Ιάσονα στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών, ενώ ο Κοσμάς ακολούθησε το 1935. Το 1939 η οικογένεια Ξενάκη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ο Κοσμάς αποφοίτησε από τη Λεόντειο Σχολή. Την περίοδο της Κατοχής, τα αδέλφια Ξενάκη συμμετέχουν στην Εθνική Αντίσταση ως μέλη της ΕΠΟΝ. Το 1942 ο Κοσμάς ξεκινά σπουδές στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Παράλληλα, φοιτά στο Προκαταρτικό Τμήμα της Σχολής Καλών Τεχνών. Τον επόμενο χρόνο εγκαταλείπει τη Σχολή Καλών Τεχνών και σπουδάζει ζωγραφική κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη, μαζί με τους Ροζίτα Σώκου, Μίνω Αργυράκη κ.ά. Το 1948 παίρνει το πτυχίο του αρχιτέκτονα και εκθέτει στην πρώτη μεταπολεμική Πανελλήνια Έκθεση, στο Ζάππειο Μέγαρο. Τον επόμενο χρόνο γίνεται μέλος της ομάδας «Αρμός» και εκθέτει ξανά στο Ζάππειο. Το 1954, με υποτροφία από τη γαλλική κυβέρνηση, φεύγει για το Παρίσι, προκειμένου να μετεκπαιδευτεί στα νέα υλικά και τεχνικές οικοδομής. Θα παραμείνει στο Παρίσι έως το 1956, εργαζόμενος σε διάφορα αρχιτεκτονικά γραφεία (του Γιάννη Κανδύλη, του Jean Prouvé) και παράλληλα λαμβάνοντας μέρος σε σημαντικές εκθέσεις ζωγραφικής. Στα τέλη του 1956 επιστρέφει στην Αθήνα και εντάσσεται στο προσωπικό του αρχιτεκτονικού γραφείου Δοξιάδη. Τον Απρίλιο κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα, στην αίθουσα Πέην, με έργα από την περίοδο του Παρισιού, και λίγο αργότερα φεύγει για το Ιράκ. Θα παραμείνει στο Ιράκ τη διετία 1958-1960, εργαζόμενος για το γραφείο Δοξιάδη. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, το 1960, εκθέτει στην αίθουσα «Αρμός» και, το 1961, είναι από τα ιδρυτικά μέλη της ΟμάδαςΤέχνης α΄, μια καλλιτεχνική ένωση που στόχευε στην προβολή των σύγχρονων καλλιτεχνικών τάσεων. Τα χρόνια αυτά ο Ξενάκης ξεκινά και την ενασχόλησή του με τη μνημειακή γλυπτική, ενώ τη διετία 1964-65 εργάζεται στη Μαδρίτη, ως διευθυντής του γραφείου Doxiades Iberica. Το 1968 επιλέγεται να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη Μπιενάλε της Βενετίας, όμως λόγω της Απριλιανής Δικτατορίας αρνείται τη συμμετοχή του. Το 1970, με υποτροφία του ιδρύματος Ford πραγματοποιεί μεγάλο ταξίδι στις ΗΠΑ. Το 1972 εγκαταλείπει το γραφείο Δοξιάδη και στρέφεται συστηματικότερα προς τη μνημειακή γλυπτική και τη δημιουργία πινάκων μεγάλων διαστάσεων. Παράλληλα, εξακολουθεί να εκπονεί αρχιτεκτονικές μελέτες. Τον Φεβρουάριο του 1985, και ενώ στη γκαλερί Ζουμπουλάκη φιλοξενούνταν ατομική του έκθεση, πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδιο, σε ηλικία μόλις 59 ετών.

Μετά το θάνατό του διοργανώθηκαν εκθέσεις του έργου του (γκαλερί Τρίτο Μάτι, Φεβρουάριος 1985· Γαλλικό Ινστιτούτου Αθηνών, Φεβρουάριος 1985· Καλλιτεχνικό Κέντρο Ώρα, Φεβρουάριος 1987· Ακαδημία Αθηνών, 2001). Το 2001 το σωματείο «Φυρόγια» παρουσίασε στη Σίφνο έκθεση από τη συλλογή κεραμικών και παραδοσιακών εργαλείων του Ξενάκη, τα οποία μάζευε από τα πρώτα χρόνια που επισκέφτηκε το νησί. Ο Κοσμάς Ξενάκης τιμήθηκε επίσης, με τη διοργάνωση δύο σημαντικών αναδρομικών εκθέσεων. Η πρώτη διοργανώθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη, τον Απρίλιο του 1990 και η δεύτερη από το Μουσείο Μπενάκη, τον Μάρτιο του 2015. Με αφορμή την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη, κυκλοφόρησε το βιβλίο Κοσμάς Ξενάκης, από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (Αθήνα 2015)[3].

Το έργο του[4][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Κοσμά Ξενάκη απλώνεται σε μια σειρά από καλλιτεχνικές περιοχές. Υπήρξε ταυτόχρονα αρχιτέκτονας, ζωγράφος, γλύπτης και δημιουργός θεατρικών δρώμενων (Πολύτεχνα). Ασχολήθηκε επίσης –σε μικρότερο βαθμό– με τη χαρακτική (εκτύπωσε συστηματικά μονοτυπίες, ιδίως στα μέσα της δεκαετίας του ’60), καθώς και με τη σκηνογραφία. Ενδιαφέρθηκε, τέλος, και για τη λογοτεχνία: άφησε μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων[5], ενώ και ο ίδιος είχε γράψει μικρά θεατρικά έργα (Σκιές Αγαλμάτων).

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις πιο σημαντικές καλλιτεχνικές εργασίες του Ξενάκη υπήρξε η αρχιτεκτονική του δημιουργία, τόσο στο γραφείο Δοξιάδη όσο και αυτόνομα. Ήταν χάρη στην εργασία του στο γραφείο Δοξιάδη που ταξίδεψε και έζησε σε πολλές χώρες του κόσμου, στην Ευρώπη (Ισπανία), στην Ασία (Ιράκ), στην Αφρική (Γκάνα, Νιγηρία). Αρχιτέκτονας με σημαντικό πολεοδομικό έργο, για τον Δοξιάδη ο Ξενάκης ανέλαβε μελέτες για κατοικίες, για δημόσια κτήρια και για ρυθμιστικά πόλεων στο Ιράκ, τη διετία 1958-1960. Τα χρόνια 1963-1965, οπότε και ήταν διευθυντής του γραφείου Δοξιάδη στη Μαδρίτη, εκπόνησε το πολεοδομικό σχέδιο της πόλης Τσικλάνα στη νότια Ισπανία, τη χωροταξική μελέτη της επαρχίας Γκιπούθκοα στη Βόρεια Ισπανία, τη μελέτη εργοστασίου κονσερβοποιίας στην πόλη Αλκανίθ. Εκπόνησε, επίσης, τη μελέτη για την τουριστική ανάπτυξη του Σχοινιά (Μαραθώνα), και του Πόρτο Καράς (Χαλκιδική), την προμελέτη του Εθνικού τουριστικού σχεδίου της Κύπρου, τη ρυθμιστική μελέτη τουριστικής ανάπτυξης της παραλιακής ζώνης της Άκαμπα στην Ιορδανία -εργασίες που επιμελήθηκε την περίοδο 1966-1969. Μεταξύ 1971-1972 εκτελεί πολεοδομικά σχέδια για την ανέγερση 16 πόλεων στη Νιγηρία. Την τετραετία 1974-1978, αφού έχει φύγει από το γραφείο Δοξιάδη, συνεργάζεται με το γραφείο Ελληνική Τεχνική και εκπονεί πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές μελέτες για συγκροτήματα κατοικιών, συνεδριακών κέντρων και ουρανοξυστών προοριζόμενες κυρίως για τον αραβικό κόσμο (Ιράν, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, Ντουμπάι, Αίγυπτος).

Ζωγραφική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ξενάκης ξεκίνησε να ζωγραφίζει από την εφηβική ηλικία, ήδη στα χρόνια της Κατοχής. Τα πρώτα του θέματα ήταν νεκρές φύσεις, αυτοπροσωπογραφίες και πορτρέτα φίλων και συμμαθητών του. Πιο συστηματική γίνεται η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική αφότου εισέρχεται στο προπαρασκευαστικό τμήμα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και ιδίως μετά τη μαθητεία του κοντά στον Τσαρούχη. Ο Τσαρούχης, ως πρώτος του δάσκαλος, ασκεί έντονη επίδραση στο νεαρό Ξενάκη σε συνδυασμό με ηπιότερες επιρροές από το λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ, καθώς και από τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο. Από το 1945 και μετά, πυκνώνουν στο έργο του Ξενάκη οι σκηνές από λαϊκά μαγαζιά και κυρίως από τα χασάπικα, που σταδιακά εξελίσσονται στην πιο σπουδαία θεματική της πρώιμης αυτής περιόδου του. Επίσης, τον απασχολούν το γυναικείο γυμνό, αλληγορικές σκηνές εμπνευσμένες από τη μυθολογία και λιγότερο το τοπίο. Από το 1950 και μετά, η επίδραση του Τσαρούχη μειώνεται σταδιακά, καθώς ο Ξενάκης αναζητεί πρότυπα στην ευρωπαϊκή τέχνη. Ο Ματίς και ολοένα και περισσότερο ο Πικάσο γίνονται οδηγοί του, καθώς η ζωγραφική του Ξενάκη γίνεται ολοένα και απλούστερη, με έμφαση στο καθαρό χρώμα, το αδρό σχέδιο, τη σχηματοποίηση. Η στροφή προς τον κυβισμό είναι εμφανέστερη στα χρόνια 1952-1954, προτού ο ζωγράφος φύγει για το Παρίσι.

Η διετία του Παρισιού θα βοηθήσει τον Ξενάκη να αποτινάξει από πάνω του τις έως τότε επιρροές του. Εστιάζοντας σε δύο θέματα, το χασάπικο (και τη μορφή του χασάπη-μοσχοφόρου) και στις λουόμενες (που τους δίνει τον γενικό τίτλο «Γυναίκες στη θάλασσα»), απλοποιεί το σχέδιο και το χρώμα, καταλήγοντας σε λιτές συνθέσεις, με μορφές που θυμίζουν ικριώματα ή ιδεογράμματα. Τη ζωγραφική αυτής της περιόδου θα παρουσιάσει στην αίθουσα Πέην, το 1957, όπου θα δεχτεί αντικρουόμενες και περισσότερο αρνητικές κριτικές, καθώς η υφολογική του μεταστροφή είναι μεγάλη.

Τη διετία που ο Ξενάκης θα παραμείνει στο Ιράκ, θα εξακολουθήσει να πειραματίζεται ζωγραφικά, για να καταλήξει τελικά, στην αφαίρεση, χρησιμοποιώντας αυστηρές μαθηματικές αναλογίες και κανόνες οπτικής. «Με το πρώτο που έρχεται σε επαφή ο θεατής ενός έργου ζωγραφικής είναι το ανακλώμενο φως. Κι ύστερα το χρώμα, το σχήμα. […] Όταν η συνισταμένη ανάκλαση βρίσκεται στα όρια του ομαλού ως προς το μάτι, τότε τα χρώματα βρίσκονται στη μεγίστη τους πληρότητα και η εντύπωση από τους συνδυασμούς η πραγματική και η κρίση του εγκεφάλου ανεπηρέαστη κι η ψυχή απολαμβάνει, απορροφά […] Τα πιο κάτω είναι μια σκέψη μου που με βοήθησε και με βοηθεί. Δεν είναι τελική ούτε και η μόνη. Ο τόνος μιας χρωματιστής επιφάνειας είναι αντιστρόφως ανάλογος της έκτασής της»[6] σημείωνε ο ίδιος σε κείμενό του στο περιοδικό Ζυγός, το 1962. Όμως, η αρχικά αυστηρή αφηρημένη γλώσσα του Ξενάκη, σιγά-σιγά γίνεται πιο γλαφυρή, πιο ελεύθερη, και τα αφηρημένα του έργα, που καταρχήν θύμιζαν παραδοσιακά υφαντά, παραπέμπουν σε ψηφιδωτά[7], με πλούσια χρώματα που λειτουργούν σε αντίστιξη ή σε παράθεση. Μετά το ταξίδι του στην Αμερική, το 1970, ο Ξενάκης θα απλοποιήσει ακόμη περισσότερο τη ζωγραφική του και θα στραφεί προς τη μνημειακή κλίμακα. Με αναφορές στο μινιμαλισμό αλλά και αναμνήσεις από την αρχιτεκτονική του εργασία, θα δώσει μεγάλους καμβάδες που θα εκτεθούν στη γκαλερί Ζουμπουλάκη, το 1976 και το 1984, αλλά και στην έκθεση ΕΥΡΩΠΑΛΙΑ, το 1982, στις Βρυξέλλες.

Παράλληλα με την αφηρημένη του ζωγραφική, και έπειτα από ένα ταξίδι του στη Νιγηρία το 1970, ο Ξενάκης θα ξεκινήσει και μια σειρά παραστατικών έργων με γενικό τίτλο «Κορίτσια». Είναι συνθέσεις με αινιγματικό, όχι σπάνια ερωτικό, περιεχόμενο και έντονα θεατρική διάσταση. Στα έργα αυτά αφομοιώνονται τόσο η πρώιμη περίοδος του ζωγράφου (1943-1954), όσο και οι κατακτήσεις του από την αφαίρεση, ενώ συνεχίζεται ο διάλογος με τον Πικάσο και τον Ματίς, μολονότι τα «Κορίτσια» αποτελούν ένα από τα πιο εντυπωσιακά και εμφανώς προσωπικά τμήματα της δημιουργίας του, και τον απασχόλησαν από το 1970 έως και το θάνατό του, το 1984.

Γλυπτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ενασχόληση του Ξενάκη για τη γλυπτική ξεκινά από τα εφηβικά του χρόνια, οπότε χρονολογούνται οι πρώτες του γλυπτικές προσπάθειες σε πηλό. Στο Παρίσι θα φτιάξει ορισμένα γλυπτά από ξύλο και χρώμα, και το ενδιαφέρον του για τη συγκεκριμένη τέχνη θα αναζωπυρωθεί. Σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική του παιδεία, ο Ξενάκης θα εκμεταλλευτεί τις αρετές της γλυπτικής στρεφόμενος από νωρίς στη δημιουργία μεγάλων ανάγλυφων αφηρημένων συνθέσεων που εντάσσονταν σε κτήρια. Τα πρώτα ανάγλυφα έργα του χρονολογούνται ήδη από το 1960, ενώ δεν σταμάτησε να εκτελεί μνημειακά ανάγλυφα έως και το τέλος της ζωής του – ένα από τα τελευταία του μνημειακά έργα είναι το ανάγλυφο για το Μουσείο Βορρέ στην Παιανία (1982). Μετά το 1965, η γλυπτική θα αρχίσει να αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στις πειραματικές αναζητήσεις του Ξενάκη. Από το αφηρημένο ανάγλυφο, ο καλλιτέχνης θα περάσει σταδιακά στο ελεύθερο γλυπτό, ξεκινώντας τη σειρά με τα πρίσματα, στη δεκαετία του ’70, μικρά ορειχάλκινα έργα με γωνιώδεις απολήξεις, βαθιές εγκοπές και μια άγρια υφή. Στόχος του είναι να δημιουργήσει αφηρημένα σύνολα όπου η εναλλαγή του φωτός καλλιεργεί δραματικές εντάσεις μέσα ακριβώς από το παιχνίδι φωτός σκιάς. «Στη γλυπτική» σημείωνε ο ίδιος ο Ξενάκης, «η δυνατότητα επίτευξης οργανικής σύνθεσης γίνεται μεγαλύτερη όταν χρησιμοποιείται ένα μοναδικό στοιχείο που αλλάζει μορφές και πληθαίνει σε στοιχεία μικρά και μεγάλα, ψηλά και βαθιά, στρογγυλά-μυτερά, συνδυασμένα πυκνότερα ή αραιότερα σε σύνολα ή ομάδες. Αυτό δημιουργεί ρυθμό μέσα απ’ την εναλλαγή κλιμάκων και σχετικών μεγεθών. Τα βαθύτερα και ψηλότερα στοιχεία σχηματίζουν σκληρές και πυκνές εναλλαγές φωτοσκιάσεων, ενώ τα ρηχότερα και χαμηλότερα μαλακές κι αραιές. Με την κίνηση του φωτός, φυσικού ή τεχνητού, τα σύνολα, συνθεμένα σε αλυσιδωτή συνέχεια ή σε νησίδες, παραλλάσσουν την υφή τους συνεχώς, χωρίς να αλλάζει η βασική σύνθεση· ένας ευέλικτος κινητός κάναβος εναλλαγών προστίθεται πάνω στη στέρεη κι ακίνητη σύνθεση των στοιχείων κι επηρεάζει το χρωματισμό της ποιότητας της σύνθεσης»[8].

Γλυπτά του Ξενάκη ενταγμένα σε κτήρια - Μνημειακά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1960, ανάγλυφο από λευκό μπετόν, διαστάσεων 260 × 660 εκ., για το αίθριο κατοικίας στην περιοχή της Φιλοθέης
  • 1961, τοιχογραφία-ανάγλυφο διαστάσεων 3 × 15 μέτρα, για το εστιατόριο του ξενοδοχείου ΞΕΝΙΑ στην Κω
  • 1962, ανάγλυφο από μπετόν και λεπτομέρειες από αλουμίνιο, διαστάσεων 100 × 120 εκ., για το καθιστικό της οικίας του αρχιτέκτονα Κλέωνα Κραντονέλλη, Αθήνα
  • 1968, τοίχος-γλυπτό από μπετόν, διαστάσεων 3 × 40 μέτρα, και σύμπλεγμα με κρήνες, για την είσοδο του κτηρίου της φαρμακοβιομηχανίας ΑΒΒΟΤ στη Μαδρίτη
  • 1968, ανάγλυφο από γκρίζο μάρμαρο, διαστάσεων 270 × 700 εκ., για την είσοδο πολυκατοικίας στο Ψυχικό
  • 1969, ανάγλυφο από λευκό μάρμαρο, διαστάσεων 270 × 800 εκ., για την είσοδο πολυκατοικίας στη συμβολή των οδών Αμερικής και Ακαδημίας, στο κέντρο της Αθήνας
  • 1969, ανάγλυφο από πολυεστέρα, διαστάσεων 120 × 300 εκ., για διαμέρισμα στην περιοχή της Κυψέλης
  • 1970, ανάγλυφο από μπετόν, διαστάσεων 140 × 560 εκ., σε κήπο μονοκατοικίας στη Φιλοθέη
  • 1972, σύμπλεγμα ανάγλυφων συνθέσεων από μπετόν, διαστάσεων 2,7 × 22,5 μέτρα, για το κτήριο της Τράπεζας Πίστεως στον Πύργο Αθηνών
  • 1973, ανάγλυφο από μπετόν, διαστάσεων 4 × 15 μέτρα, για την είσοδο του εργοστασίου της φαρμακοβιομηχανίας ΦΑΜΑΡ, στο Καλαμάκι
  • 1975, γλυπτική σύνθεση από μπετόν, για τον τάφο του Κώστα Βάρναλη, στο Α΄ Νεκροταφείο
  • 1976, ανάγλυφος τοίχος από μπετόν, διαστάσεων 300 × 300 εκ., για διαμέρισμα στην Αθήνα
  • 1977, τρία μνημειακά ανάγλυφα από μάρμαρο, διαστάσεων 380 × 560 εκ., 380 × 380 εκ. και 300 × 1120 εκ., για την κεντρική είσοδο του μαιευτηρίου ΗΡΑ, στη λεωφόρο Μεσογείων
  • 1982, μνημειακή σύνθεση από μπετόν, διαστάσεων 7 × 14 μέτρα, στην είσοδο του Μουσείου Βορρέ στην Παιανία

Τα «Πολύτεχνα» έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιλογή του Ξενάκη να ασχοληθεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, με δρώμενα (happenings) και τη δημιουργία σύνθετων θεατρικών έργων, όπου συνδυάζονταν η αφήγηση, ο κινηματογράφος, η μουσική, ο χορός, ο σκηνικός χώρος, εντάσσεται στο πνεύμα των πειραματικών αναζητήσεων της εποχής και φανερώνει την ουσιαστική σύνδεσή του με πρωτοποριακούς κύκλους της αθηναϊκής καλλιτεχνικής ζωής. Από πολύ νωρίς, πιθανώς και λόγω της επίδρασης του Τσαρούχη, ο Ξενάκης είχε ενδιαφερθεί για τη σκηνογραφία. Το 1966, επιμελήθηκε τα κοστούμια και το σκηνικό για την παράσταση Ερρίκος Δ΄ του Πιραντέλλο, σε σκηνοθεσία του Σωκράτη Καραντινού για λογαριασμό του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, εμπειρία που του προσέφερε πολύτιμα διδάγματα για τη δημιουργία δικών του έργων. Ακολούθησε, το 1968, η συμμετοχή του στην προβολή του μουσικού έργου «Επίκυκλος» του Γιάννη Χρήστου, στο πλαίσιο της Τρίτης Ελληνικής Εβδομάδας Σύγχρονης Μουσικής. Στον «Επίκυκλο» ο Ξενάκης συμμετείχε με την προβολή ταινίας, όπου εικονίζονταν κινούμενα γλυπτά του, και η προβολή λειτουργούσε ως φόντο-σκηνικό. Κορύφωση της ενασχόλησης του Ξενάκη με τις σύνθετες δράσεις –που παρέπεμπαν σαν ιδέα στα «Πολύτοπα» του αδελφού του Γιάννη– υπήρξε η θεατρική παράσταση «Πολύτεχνο I, Επιβολή» που παρουσιάστηκε στο θέατρο ΡΕΞ τον Σεπτέμβριο του 1971, στην Τέταρτη Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής[9]. Φωτογραφίες, προβολές, χορευτική κίνηση, κοστούμια, σκηνικό, φωτισμοί συγκροτούσαν ένα θέαμα κατά βάση εικαστικό (ο λόγος είχε περιορισμένο ρόλο στο διάρκειας 25 λεπτών έργο), όπου ο καλλιτέχνης πραγματευόταν τη σύγκρουση των δύο φύλων και ευρύτερα τη σύγκρουση κοινωνικών ομάδων, μέσα από μια ποιητική οπτική. Ο Ξενάκης έγραψε τρία ακόμη «Πολύτεχνα» έργα, τα οποία όμως δεν ανέβηκαν ποτέ στη σκηνή. Μάλιστα, το 1977 δέχτηκε ανάθεση από το Υπουργείο Πολιτισμού για τη δημιουργία και το ανέβασμα ενός «πολύτεχνου» έργου, με τίτλο «Πολύτεχνο IV», ωστόσο σταμάτησε να το δουλεύει το 1982, καθώς δεν έλαβε ποτέ τη χρηματοδότηση.

Εκθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ατομικές εκθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1957, αίθουσα Πέην, Αθήνα (16-30 Απριλίου), με ελαιογραφίες και σχέδια από την περίοδο του Παρισιού (1955-1956)
  • 1960, αίθουσα Αρμός, Αθήνα (20 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου), με αφηρημένα ζωγραφικά έργα και δύο γλυπτά από χαλκό
  • 1962, Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτομ Αθήνα (Ιανουάριος), με αφηρημένα έργα
  • 1965, γκαλερί “El Bosco”, Μαδρίτη (12-31 Μαΐου), με αφηρημένα ζωγραφικά έργα και μονοτυπίες
  • 1966, Αίθουσα Τέχνης Αθηνών - Χίλτον (22 Φεβρουαρίου-9 Μαρτίου), με σχέδια, πίνακες και μικρά ανάγλυφα
  • 1971, γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα (18 Φεβρουαρίου-10 Μαρτίου), με γλυπτά από πολυεστέρα και μονοτυπίες
  • 1976, γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα (21-31 Οκτωβρίου), με αφηρημένους πίνακες, γλυπτά από χαλκό και συνθέσεις από τη σειρά «Κορίτσια»
  • 1976, γκαλερί Ζουμπουλάκη (οδός Κριεζώτου), Αθήνα (21-31 Οκτωβρίου), μια αναδρομική έκθεση με έργα των χρόνων 1946-1958
  • 1976, γκαλερί Ζήτα-Μι, Θεσσαλονίκη (21 Οκτωβρίου-13 Νοεμβρίου), μικρή αναδρομική
  • 1984, γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα (Ιανουάριος-Φεβρουάριος), με αφηρημένους πίνακες και γλυπτά από χαλκό

Συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1948, Πανελλήνια Έκθεση, Ζάππειο Μέγαρο (1 Νοεμβρίου-15 Δεκεμβρίου)
  • 1949, Καλλιτεχνική ομάδα «Αρμός», Ζάππειο Μέγαρο (10 Δεκεμβρίου 1949-25 Ιανουαρίου 1950)
  • 1950, Καλλιτεχνική ομάδα «Αρμός», αίθουσα Εμπορικού Επιμελητηρίου της Θεσσαλονίκης (9-27 Μαΐου)
  • 1952, Δ΄ Πανελλήνια Έκθεση, Ζάππειο Μέγαρο (11 Απριλίου-31 Μαΐου)
  • 1952, Καλλιτεχνική ομάδα «Αρμός», Ζάππειο Μέγαρο (10 Δεκεμβρίου 1952-10 Ιανουαρίου 1953)
  • 1953, Mostra di Pittura Ellenica Contemporanea (Έκθεσις Έργων Συγχρόνου Ελληνικής Ζωγραφικής), Galleria Nazionale dArte Moderna, Valle Giulia, Ρώμη (29 Μαρτίου-12 Απριλίου)
  • 1955, Nutida Grekisk Konst (Σύγχρονη Ελληνική Τέχνη), Konstmuseum, Γκέτεμποργκ (Μάιος)
  • 1955, Artistes Étrangers en France (Ξένοι Καλλιτέχνες στη Γαλλία), Petit Palais, Παρίσι (καλοκαίρι)
  • 1956, Première Exposition de l’Art Plastique Contemporain (Πρώτη Έκθεση Σύγχρονης Τέχνης), Musée des Beaux Arts de la Ville de Paris, Παρίσι (14-29 Ιανουαρίου)
  • 1956, Nutida Grekisk Konst, Πινακοθήκη της Στοκχόλμης (Απρίλιος)
  • 1956, Artistes Grecs de Paris (Έλληνες καλλιτέχνες του Παρισιού), Galerie L’Ecuyer, Βρυξέλλες (Μάιος)
  • 1963, Νέοι Έλληνες Καλλιτέχνες, σε επιμέλεια του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Τεχνοκριτών (AICA), Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Αθήνα (25 Ιουλίου-8 Αυγούστου)
  • 1964, Six Greek Painters, Drian Galleries, Λονδίνο (Ιανουάριος)
  • 1977, Από τη ζωγραφική της γενιάς του Μεσοπολέμου, επιμέλεια: Χρύσανθος Χρήστου, διοργάνωση: Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία «Τέχνη», Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος)
  • 1977, Έκθεση Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, Κεντρικό Γραφείο Εικαστικών Εκθέσεων, Βαρσοβία (Δεκέμβριος)
  • 1978, 13 grekiska konstnarer (13 Έλληνες Καλλιτέχνες), Konstakademien, Στοκχόλμη (2-29 Οκτωβρίου)
  • 1981, τρίτη υπαίθρια έκθεση του Συλλόγου Γλυπτών, Ωδείο Αθηνών (16-30 Σεπτεμβρίου)
  • 1981, Έκθεση Νεοελληνικής Γλυπτικής, ΙΣΤ΄ Δημήτρια, κήπος του Λευκού Πύργου, Θεσσαλονίκη (24 Οκτωβρίου-22 Νοεμβρίου)
  • 1981, Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα: Αφαίρεση, γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα (Δεκέμβριος). Η έκθεση παρουσιάστηκε και στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, στη Θεσσαλονίκη, το 1982
  • 1982, De la peinture à lenvironment, Palais des Beaux-Arts, Βρυξέλλες (31 Οκτωβρίου-28 Νοεμβρίου), στο πλαίσιο της έκθεσης ΕΥΡΩΠΑΛΙΑ 1982
  • 1983, πέμπτη υπαίθρια έκθεση του Συλλόγου Γλυπτών, Ωδείο Αθηνών (15 Σεπτεμβρίου-15 Οκτωβρίου)

Μεταθανάτιες εκθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1985, γκαλερί Το Τρίτο Μάτι (5-23 Φεβρουαρίου), με έργα από τη σειρά «Τα κορίτσια»
  • 1985, Πίνακες και γλυπτά του Κοσμά Ξενάκη, Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (26 Φεβρουαρίου-1 Μαρτίου)
  • 1987, Κοσμάς Ξενάκης. Ζωγραφική της περιόδου 1943-1955, Πνευματικό και Καλλιτεχνικό Κέντρο ΩΡΑ (2-20 Φεβρουαρίου)
  • 1990, Αναδρομική έκθεση σε επιμέλεια Νέλλης Μισιρλή, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου (25 Απριλίου-27 Μαΐου)
  • 2001, Συλλογή Κοσμά Ξενάκη - Κεραμικά της Σίφνου, σωματείο «Φυρόγια»-ιστορικό σχολείο του Κάστρου Σίφνου (15 Ιουλίου-17 Αυγούστου)
  • 2002, Κοσμάς Ξενάκης. Ζωγραφική, σε επιμέλεια Παναγιώτη Τέτση, κτήριο της Ακαδημίας Αθηνών (19 Νοεμβρίου-9 Δεκεμβρίου)
  • 2015, Αναδρομική έκθεση σε επιμέλεια Γιώργου Χατζημιχάλη-Δημήτρη Ξενάκη, Μουσείο Μπενάκη, κτήριο οδού Πειραιώς (19 Απριλίου-10 Μαΐου)

Κείμενα του Κοσμά Ξενάκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Μερικές σκέψεις», περ. Ζυγός, 76 (Μάρτιος 1962), σελ. 11-12
  • «Αρχιτεκτονική και Γλυπτική. Μερικές σκέψεις», περ. Θέματα Εσωτερικού Χώρου, 1 (1970), σελ. 62-72
  • «Έρευνα: περιεχόμενο και στόχοι των εικαστικών τεχνών στη χώρα μας», περ. Θέματα Χώρου + Τεχνών, 6 (1975), σελ. 126-127
  • «Έρευνα: η λειτουργία της Σχολής Καλών Τεχνών», περ. Θέματα Χώρου + Τεχνών, 7 (1976), σελ. 126-127
  • «Έρευνα: το “πρόσωπο” της ελληνικής τέχνης», περ. Θέματα Χώρου + Τεχνών, 8 (1977), σελ. 136-137

Επιλεγμένη βιβλιογραφία (χρονολογικά)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Περιοδικό Ζυγός, τεύχ. 76 (Μάρτιος 1962), αφιέρωμα στον Κοσμά Ξενάκη με κείμενα των Μ. Καλλιγά, Α. Ξύδη, Ε. Βακαλό και Κ. Ξενάκη
  • Χρύσανθος Χρήστου (εισαγωγή-επιμέλεια), Από τη ζωγραφική της γενιάς του Μεσοπολέμου, κατάλογος έκθεσης, Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία «Τέχνη», Θεσσαλονίκη 1977
  • Ελένη Βακαλό, Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα: Αφαίρεση, Αθήνα 1981
  • Χρύσανθος Χρήστου-Μυρτώ Κουμβακάλη-Αναστασιάδη, Νεοελληνική Γλυπτική 1800-1940, Αθήνα 1982
  • Αλέξανδρος Ξύδης (εισαγωγή), Κοσμάς Ξενάκης, ζωγραφική, κατάλογος έκθεσης, γκαλερί Το Τρίτο Μάτι, Αθήνα 1985
  • Συλλογικό, Κοσμάς Ξενάκης, εκδ. Πολιορκία/Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1989
  • Νέλλη Μισιρλή (επιμέλεια), Κοσμάς Ξενάκης, κατάλογος έκθεσης, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 1990
  • Λίζα Σκουζέ Πετρίδη, Κουβεντιάζοντας με ανθρώπους που σημάδεψαν τη ζωή μου, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1993
  • Ελένη Βακαλό, Κριτική Εικαστικών Τεχνών, 1950-1974 (επιμ. Όλγα Δανιηλοπούλου), Αθήνα 1996
  • Χρύσανθος Χρήστου (εισαγωγή), Κοσμάς Ξενάκης, κατάλογος έκθεσης, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2002
  • Μαρίνος Καλλιγάς, Τεχνοκριτικά, πρόλογος-εισαγωγικό σημείωμα Άγγελος Δεληβορριάς, Αθήνα 2003
  • Βασιλική Σαρακατσιάνου, Η Αφαίρεση στη νεώτερη ελληνική τέχνη, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (δκτλ.), Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2004
  • Γιώργος Πετρής, Επιθεώρηση Τέχνης. τεχνοκριτικά κείμενα, 1953-1986, εισαγωγή-επιμέλεια Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Ηράκλειο 2008, σελ. 267-268)
  • Σπύρος Μοσχονάς, Καλλιτεχνικά σωματεία και ομάδες τέχνης στην Ελλάδα κατά το α΄ μισό του 20ού αιώνα: η σημασία και η προσφορά τους, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (δκτλ.), Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2010
  • Ευγενία Αλεξάκη, Συνεργασία τεχνών: το πολύτεχνο όραμα του Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης, Αθήνα 2015
  • Γ. Χατζημιχάλης-Δ. Καψάλης (επιμ.), Κοσμάς Ξενάκης 1925-1984, εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2015

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Μουσείο Μπενάκη:Κοσμάς Ξενάκης 1925-1984». 
  2. Για ένα αναλυτικότερο βιογραφικό σημείωμα του Κοσμά Ξενάκη βλ. Σπύρος Μοσχονάς, «Εργοβιογραφία Κοσμά Ξενάκη», στο: Γ. Χατζημιχάλης-Δ. Καψάλης (επιμ.), Κοσμάς Ξενάκης 1925-1984, εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2015, σελ. 11-31. Επίσης, βλ. Κοσμάς Ξενάκης, εκδ. Πολιορκία/Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1989.
  3. Κοσμάς Ξενάκης, 1925-1984. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. 2015. ISBN 978-960-250-636-3. 
  4. Αναλυτικά για το έργο του Κοσμά Ξενάκη βλ. Σπύρος Μοσχονάς, «Ο "πολύτεχνος" Κοσμάς Ξενάκης», στο: Γ. Χατζημιχάλης-Δ. Καψάλης (επιμ.), Κοσμάς Ξενάκης 1925-1984, εκδόσεις Μορφωτικου΄Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2015, σελ. 35-68.
  5. Γκαρθία Λόρκα, Φεντερίκο (2015). Το κοινό – Κωμωδία χωρίς τίτλο. μετάφραση Κοσμά Ξενάκη. Εκδόσεις Άγρα. ISBN 978-960-505-179-2. 
  6. Κοσμάς Ξενάκης, «Μερικές σκέψεις», περ. Ζυγός, τεύχ. 76 (Μάρτιος 1962), σελ. 12.
  7. Γιώργος Πετρής, «Η ζωγραφική του Ξενάκη», εφημ. Η Αυγή, 4 Μαρτίου 1966.
  8. Κοσμάς Ξενάκης, «Αρχιτεκτονική και γλυπτική. Μερικές σκέψεις», περ. θέματα εσωτερικού χώρου, τεύχ. 1 (1970), σελ. 62.
  9. Ευγενία Αλεξάκη, Συνεργασία Τεχνών: το πολύτεχνο όραμα του Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, Αθήνα 2015, σελ. 42-44.