Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Κέρκυρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Κέρκυρας

Το Παράρτημα Κέρκυρας της Εθνικής Πινακοθήκης είναι ένα από τα τέσσερα υπάρχοντα παραρτήματα της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου Αθηνών και αποτελεί μουσείο τέχνης.

Η ιστορία του Παραρτήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παράρτημα ιδρύθηκε το 1993[1] και η μόνιμη έκθεσή του εγκαινιάστηκε το καλοκαίρι του 2007.[2] Η έκθεση φιλοξενεί περίπου 180 έργα που επιλέχθηκαν από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης Αθηνών. Η συλλογή καλύπτει την περίοδο από τον 18ο έως τα τέλη του 20ού αιώνα και σε αυτήν εκπροσωπούνται οι σημαντικότεροι καλλιτέχνες της νεοελληνικής ζωγραφικής. Βρίσκεται στην περιοχή της Κάτω Κορακιάνας,14 χλμ από την Κέρκυρα και στεγάζεται σε ένα από τα κτίρια του ιστορικού κτιριακού συγκροτήματος Καστέλλο, το Καστελλίνο.[3]

Το κτίριο και η ιστορία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ιστορικό κτιριακό συγκρότημα Καστέλλο καλύπτει έκταση 84 στρεμμάτων και αποτελείται από πολλά διαφορετικά κτίσματα: το Καστέλλο, το Καστελλίνο, το Καστελλέτο και άλλα τέσσερα βοηθητικά κτίρια.[3] Είναι προϊόν αναπαλαίωσης του μεσαιωνικού πύργου (γύρω στο 1600) που λέγεται ότι υπήρχε και ανήκε στην παλαιά κερκυραϊκή οικογένεια Πολυλά. Η αναπαλαίωση του κτιρίου ξεκίνησε το 1890, με τη φροντίδα του Ιταλού βαρώνου Λούκα Μιμπέλι από το Λιβόρνο και ολοκληρώθηκε το 1900. Ο Μιμπέλι αναπαλαίωσε το κτίριο σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια που ανακάλυψε στα αρχεία της Βενετίας και χάρισε στην περιοχή ένα ιδιαίτερο δείγμα αρχιτεκτονικής γοτθικού ρυθμού. Η βίλλα Μιμπέλι από τις αρχές έως τα μέσα του 20ού αιώνα φιλοξένησε στους πολυτελείς χώρους της σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, πολιτικούς, βασιλιάδες, αυτοκράτορες. Από τη βίλλα πέρασαν ο αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος Ιωσήφ, ο Κάιζερ της Γερμανίας Γουλιέλμος Β΄, ο βασιλιάς της Ιταλίας Βιττόριο Εμμανουήλ, ο βασιλιάς της Ελλάδας Γεώργιος Α΄, η βασίλισσα Ελισάβετ (Σίσσυ) της Αυστρίας, ο Ιωάννης Μεταξάς και άλλοι.

Στα τέλη της δεκαετίας του '60 τη βίλλα μίσθωσε για μία 25ετία ο Κερκυραίος επιχειρηματίας Σπύρος Μπούας, οπότε και την μετονόμασε σε Καστέλλο και έκτισε το Καστελλέτο και το Καστελλίνο , όπου σήμερα στεγάζεται το παράρτημα της Πινακοθήκης. Το Καστέλλο λειτούργησε ως πολυτελέστατο ξενοδοχείο έως το 1982. Τότε, πέρασε στα χέρια της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου και το 1992, μέρη του, το Καστελλίνο και το Καστελλέτο, παραχωρήθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου και ανακαινίστηκαν υπό την επίβλεψη του βουλευτή Κέρκυρας και πρώην πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη.

Στόχοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της Πινακοθήκης της Αθήνας «Ο θεσμικός ρόλος της Εθνικής Πινακοθήκης είναι η συλλογή, διαφύλαξη, συντήρηση, μελέτη και έκθεση έργων τέχνης, με σκοπό την αισθητική καλλιέργεια του κοινού, τη δια βίου εκπαίδευση μέσα από την τέχνη και την ψυχαγωγία που αυτή προσφέρει, αλλά και την αυτογνωσία των Ελλήνων με τη βοήθεια της ιστορίας της τέχνης, η οποία εκφράζει σε συμβολικό επίπεδο τον εθνικό βίο».[4]

Η μόνιμη έκθεση του Παραρτήματος της Εθνικής Πινακοθήκης στην Κέρκυρα έχει στόχο να χρησιμεύσει κυρίως ως παιδαγωγικό όργανο για τα σχολεία του τόπου, αλλά και για το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Μία μόνιμη συλλογή δίνει την ευκαιρία και το χρόνο στους δασκάλους, στους καθηγητές και τους μουσειοπαιδαγωγούς να προετοιμάσουν πολλαπλές επισκέψεις και να μελετήσουν κάθε φορά διαφορετικές περιόδους, τεχνοτροπίες και καλλιτέχνες.

Δράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Παράρτημα πραγματοποιούνται καθημερινά εκπαιδευτικά προγράμματα για όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης με στόχο την επαφή των παιδιών με τα θέματα, τα υλικά, τους καλλιτέχνες της έκθεσης, την εξοικείωσή τους με τις τάσεις της νεοελληνικής τέχνης, την ενεργό συμμετοχή, την παρατήρηση και τη συζήτηση γύρω από τα έργα. Μέσα από την περιήγηση και τις δημιουργικές δραστηριότητες που ακολουθούν, στόχος είναι η επίσκεψη στο μουσείο να γίνει μία εποικοδομητική εμπειρία.

Επίσης στο Παράρτημα πραγματοποιούνται, έπειτα από συνεννόηση, ξεναγήσεις για μεμονωμένους επισκέπτες αλλά και για οργανωμένες ομάδες ενηλίκων, όπως πολιτιστικοί σύλλογοι, όμιλοι, ομάδες εργαζομένων.

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης επιθυμεί, μέσα από τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, διαλέξεων, ημερίδων, περιοδικών εκθέσεων, συναντήσεων με εκπαιδευτικούς, δημιουργικών εργαστηρίων, σε συνεργασία με φορείς και ιδρύματα της Κέρκυρας, να γίνει ένας τόπος συνάντησης, δημιουργικού προβληματισμού και αισθητικής απόλαυσης των έργων, τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους επισκέπτες του νησιού.

Μόνιμη Έκθεση και Συλλογή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μόνιμη έκθεση καλύπτει το χρονικό διάστημα από τον 18ο έως τις μέρες μας και φιλοξενεί έργα από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες της νεοελληνικής ζωγραφικής. Ρεύματα που επηρέασαν τη δημιουργία των Ελλήνων καλλιτεχνών ήταν: ο ακαδημαϊσμός της Σχολής του Μονάχου, η ρομαντική τοπιογραφία που γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και συνεχίστηκε τον 19ο αιώνα, ο γαλλικός ρεαλισμός στοιχεία του οποίου ανιχνεύονται στην ελληνική ηθογραφία, ο οριενταλισμός, ο ιμπρεσιονισμός και τα γαλλικά μεταϊμπρεσιονιστικά ρεύματα (Φωβισμός και Ναμπί), ο μοντερνισμός, η άμορφη τέχνη και η αφαίρεση, η ποπ άρτ. Τέλος, οι πειραματισμοί των καλλιτεχνών της δεκαετίας του ’70 πάνω στη μορφή του έργου τέχνης οδήγησαν στην έξοδο του έργου τέχνης προς τον χώρο, γεγονός που έδωσε στο έργο τέχνης νέες λειτουργίες με πολλαπλές σημασίες. Η στάση αυτή των καλλιτεχνών απέναντι στα έργα τους διαμορφώθηκε μέσα σε μία δεκαετία έντονης αμφισβήτησης και μεγάλων πολιτικών αναταραχών σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι χρονικές περίοδοι και τα αντίστοιχα ρεύματά τους διανέμονται στους τρεις ορόφους του Παραρτήματος.

Ισόγειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ισόγειο του Παραρτήματος μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τον πρώτο διάλογο μεταξύ βυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης και επτανησιακής θρησκευτικής ζωγραφικής μέσα από έργα του εργαστηρίου του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, του Παναγιώτη Δοξαρά και του γιού του Νικολάου. Στον τομέα της αστικής προσωπογραφίας παρουσιάζονται έργα του Νικολάου Κουτούζη, του Νικολάου Καντούνη, του Παύλου Προσαλέντη, του Γεωργίου Άβλιχου, του Φραντσέσκο Πίτζε, του Διονυσίου Καλλιβωκά, του Νικολάου Κουνελάκη, του Περικλή Χέλμη και του Χαράλαμπου Παχή. Η ιστορική ζωγραφική εκπροσωπείται, στην έκθεση, από τον Θεόδωρο Βρυζάκη, τον Διονύσιο Τσόκο, τον Διονύσιο Βέγια (Βέγο), ενώ η τοπιογραφία στην πρώιμη μορφή της, από τον Πίτζε και τον Χαράλαμπο Παχή.

Η συλλογή μετρά, επίσης, αριθμό έργων των εκπροσώπων της Σχολής του Μονάχου: Νικηφόρος Λύτρας, Νικόλαος Γύζης, Γεώργιος Ιακωβίδης, Κωνσταντίνος Βολανάκης, Πολυχρόνης Λεμπέσης, Συμεών Σαββίδης, Ιωάννης Δούκας, Νικόλαος Ξυδιάς, Δημήτριος Γερανιώτης, Ιάκωβος Ρίζος και Περικλής Πανταζής. Τα έργα αυτών αποτελούν δείγματα ηθογραφίας και ορισμένα από αυτά, οριενταλισμού, καθώς επίσης και αστικής προσωπογραφίας -στην ώριμη πλέον μορφή της και νεκρής φύσης.

Τέλος, στην τοπιογραφία παρουσιάζονται τα πρώτα ιμπρεσιονιστικά σκιρτήματα μέσα από τους πίνακες του Ιωάννη Αλταμούρα, του Κωνσταντίνου Βολανάκη, του Θεόδωρου Ράλλη, του Γεωργίου Ιακωβίδη, του Βικέντιου Μποκατσιάμπη, του Παύλου Ροδοκανάκη, του Πάνου Αραβαντινού, του Γιώργου Σαμαρτζή, του Στέλιου Μηλιάδη, του Γεωργίου Ροϊλού, του Νικολάου Οθωναίου, της Θάλειας Φλωρά-Καραβία, του Μάρκου Ζαβιτζιάνου, του Εμμανουήλ Ζαΐρη και του Οδυσσέα Φωκά.

1ος όροφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες απόπειρες των ελλήνων ζωγράφων για μία υποκειμενική ερμηνεία και καταγραφή του ορατού κόσμου παρουσιάζονται στον πρώτο όροφο του μουσείου. Στην περίοδο που καλύπτει η συλλογή της Πινακοθήκης εδώ (1900-1922), αντιστοιχούν μοντερνιστικοί πίνακες στους οποίους ο ιμπρεσιονισμός εμφανίζεται περισσότερο ως μία νατουραλιστική ερμηνεία του πραγματικού, καθώς στην Ελλάδα δεν εκδηλώθηκαν όλες οι τάσεις του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Καλλιτέχνες που παρουσιάζονται στον όροφο είναι ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Νικόλαος Λύτρας, ο Μιχάλης Οικονόμου, ο Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, η Σοφία Λασκαρίδου, ο Γιάννης Αβραμίδης, ο Σπύρος Παπαλουκάς και ο Περικλής Λύτρας.

Στη συνέχεια, ο όροφος φιλοξενεί έργα της Γενιάς του '30, της περιόδου του Μεσοπολέμου. Παρουσιάζονται έργα του Κωνσταντίνου Παρθένη, του Γιάννη Τσαρούχη, του Γιάννη Μόραλη, του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, του Δημήτρη Γαλάνη, του Φώτη Κόντογλου, του Θεόφιλου (Χατζημιχαήλ), του Γεράσιμου Στέρη, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Περικλή Βυζάντιου, του Μίμη Βιτσώρη, του Σπύρου Παπαλουκά και του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου.

Ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να δει και άλλα έργα καλλιτεχνών που ανήκουν στη Γενιά του '30 αλλά και επιγόνων τους, στη συνέχεια του ορόφου. Η περίοδος είναι αυτή των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων, δηλαδή έχει ως αφετηρία τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Παρουσιάζονται πίνακες του Γιώργου Μπουζιάνη και του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη, Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, του Γιάννη Τσαρούχη, του Γιάννη Σπυρόπουλου, του Γιάννη Μόραλη, του Αλέκου Φασιανού, του Δημήτρη Μυταρά, του Νίκου Νικολάου, της Τίτσας Χρυσοχοΐδη, του Γιώργου Σικελιώτη και των γλυπτών Κλεάρχου Λουκόπουλου, της Άλεξ Μυλωνά και του Γεράσιμου Σκλάβου.

Τα τελευταία έργα του ορόφου που χρονολογούνται από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και μετά, δείχνουν την πορεία των Ελλήνων καλλιτεχνών, μέσα από πειραματισμούς, προς την αφαίρεση. Παρουσιάζονται έργα της Γιάννας Περσάκη, του Θανάση Τσίγκου, του Γιάννη Γαΐτη, του Xceron(Ξέρον)(Γιάννης Ξηροκώστας), του Γιώργου Μαυροΐδη και του Αλέκου Φασιανού. Εξπρεσιονιστικό χαρακτήρα έχει το ξεχωριστό έργο του Πάνου Σαραφιανού. Η αφαίρεση εκπροσωπείται από τον Αλέκο Κοντόπουλο, τον Βλάση Κανιάρη, τον Νίκο Κεσσανλή, τον Κώστα Τσόκλη, τον Θεόδωρο Στάμο, καθώς επίσης και από έργα των γλυπτών Φρόσως Ευθυμιάδη-Μενεγάκη και Γιάννη Αβραμίδη.

2ος όροφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O δεύτερος όροφος εμπεριέχει δείγματα και φωνές της ελληνικής σύγχρονης τέχνης. Μέσα από τις επιλογές αυτές γίνονται φανεροί οι κεντρικοί προβληματισμοί των καλλιτεχνών, των ιστορικών και κριτικών της τέχνης από την δεκαετία του 1960 και μετά. Ο επισκέπτης μπορεί να δει έργα και εγκαταστάσεις καλλιτεχνών όπως ο Λάζαρος Λαμέρας, ο Δανιήλ, ο Αχιλλέας Απέργης, ο Σταύρος Μπονάτσος, ο Παύλος (Παύλος Σάμιος), ο Κωνσταντίνος Ξενάκης, ο Δημήτρης Κωνσταντίνου, ο Μίμης Κοντός, ο Θεόδωρος Χίος, η Όπυ Ζούνη, η Μπία Ντάβου, ο Βαλέριος Καλούτσης, ο Γιώργος Λαζόγκας, ο Βασίλης Σκυλάκος, ο Τάκις, ο Αλέξης Ακριθάκης, ο Νίκος Παραλής, ο Χρόνης Μπότσογλου, ο Γιάννης Βαλαβανίδης, ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο, ο Στάθης Λογοθέτης, ο Θόδωρος, ο Δημήτρης Ράτσικας, ο Νίκος Κεσσανλής, ο Μανώλης Πολυμέρης, ο Τάσος Μαντζαβίνος, ο Γιώργος Ρόρρης, ο Παναγιώτης Τέτσης, ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης, ο Μιχάλης Μανουσάκης, ο Χρήστος Μπόκορος, ο Πάνος Χαραλάμπους, ο Μάριος Σπηλιόπουλος, ο Νίκος Αλεξίου, ο Παντελής Χανδρής, ο Θανάσης Μακρής και ο Θανάσης Σπηλιόπουλος.

Έργα της συλλογής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Κέρκυρας. Ελληνική Ζωγραφική, Μόνιμες Συλλογές. ISBN 978 960 7791 36 8
  2. Η ιστορία του Καστέλλο στην Κέρκυρα

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Παραρτήματα:Κέρκυρα». nationalgallery.gr. ΕΠΜΑΣ. Ανακτήθηκε στις 31/8/2016.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  2. «Μόνιμη έκθεση Παραρτήματος Κέρκυρας». nationalgallery.gr. ΕΠΜΑΣ. Ανακτήθηκε στις 31/8/2016.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  3. 3,0 3,1 «ΤΑΙΠΕΔ: Τουριστική αξιοποίηση του Καστέλο Μιμπέλι στην Κέρκυρα». kathimerini.gr. Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 1/8/2014.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  4. «National gallery». www.nationalgallery.gr. Ανακτήθηκε στις 2016-08-11. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]