Μετάφραση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Rosetta Stone BW.jpeg

Ως μετάφραση μπορεί να οριστεί η διαδικασία κατά την οποία γίνεται απόπειρα ανασύνθεσης της ακριβέστερης ισοδύναμης προσέγγισης του μηνύματος της γλώσσας-πηγής στην γλώσσα-στόχο, πρώτα σε επίπεδο εννοιών και κατόπιν σε επίπεδο ύφους.[1] Σκοπός της μετάφρασης είναι να επιτευχθεί μία σχέση ισοδυναμίας όσον αφορά τον σκοπό μεταξύ γλώσσας-πηγής και γλώσσας-στόχου. Δηλαδή, αμφότερα τα κείμενα πρέπει να μεταδίδουν το ίδιο μήνυμα στον μεγαλύτερο βαθμό που τους το επιτρέπουν οι φυσικοί περιορισμοί. Τέτοιοι περιορισμοί είναι το συγκείμενο, οι γραμματικοί κανόνες και των δύο γλωσσών, το συντακτικό, οι συγγραφικές συμβάσεις, οι αντίστοιχοι ιδιωτισμοί και τα παρόμοια.

Ο όρος μετάφραση και τα «ισοδύναμά» του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά-φρασις ουσιαστικά σημαίνει μετα-φορά της ομιλίας. Στην Λατινική γλώσσα, ο ισοδύναμος όρος είναι translatio, από το transferre, το οποίο κυριολεκτικά σημαίνει μεταφέρω. Όλες οι σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν κάποιον ισοδύναμο όρο ο οποίος να αντιστοιχεί στην έννοια του λατινικού. Από την άλλη μεριά, ο ελληνικός όρος μετάφραση έχει δώσει στην αγγλική γλώσσα το metaphrase, το οποίο αναφέρεται σε μία λέξη προς λέξη απόδοση της γλώσσας-πηγής στην γλώσσα-στόχο, σε αντιδιαστολή με την παράφραση («paraphrase»), δηλαδή την διατύπωση με διαφορετικό λόγο.

Η φύση της μετάφρασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μετάφραση είναι ταυτόχρονα επιστήμη, δεξιότητα και τέχνη. Είναι επιστήμη, διότι η μεθοδολογία της μπορεί να μελετηθεί και να περιγραφεί συστηματικά. Είναι δεξιότητα, διότι το επίπεδο της μετάφρασης εξαρτάται από την εμπειρία του μεταφραστή. Είναι τέχνη, διότι μόνον ο καλλιτέχνης μπορεί να μεταδώσει αποτελεσματικά κάθε επικοινωνιακή χροιά και πτυχή ενός μηνύματος. Επομένως, η μετάφραση είναι ταυτόχρονα αντικειμενική και υποκειμενική.

Αντίθετα με την κοινή άποψη, η μετάφραση δεν αποτελεί ακριβή επιστήμη. Δηλαδή, δεν υφίσταται ποτέ ακριβής αντιστοιχία μεταξύ λέξεων ή φράσεων μεταξύ των γλωσσών. Κατά συνέπεια, η μετάφραση δεν μπορεί ποτέ να είναι προδιαγεγραμμένη.

Οι απόψεις μεταξύ των μεταφραστών διίστανται αναφορικά με το ποια είναι η ελάχιστη μεταφραστική μονάδα. Σύμφωνα με την σχολή του Παρισιού, «σημασία έχει μόνον το μήνυμα. Όσο για τις λέξεις, θα βρουν την θέση τους μόνες τους» [2][3]. Απεναντίας, ο Peter Newmark δήλωσε: «Πολλοί μεταφραστές υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να μεταφράζεις μεμονωμένες λέξεις, αλλά φράσεις, ιδέες και μηνύματα. Εγώ λέω ότι [...] τα κείμενα της ΓΠ [γλώσσας-πηγής] αποτελούνται μόνον από λέξεις. Αν ρίξεις μια ματιά στο χαρτί, θα δεις ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο» [4].

Μεταφραστική Θεωρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προβληματική της μετάφρασης ανάγεται στην αρχαιότητα: από την στιγμή που μία μονόγλωσση γλωσσική κοινότητα επεδιώξε να επικοινωνήσει με μία άλλη μονόγλωσση γλωσσική κοινότητα. Η πρώτη περίοδος θεωρητικής σκέψης είναι εξ ολοκλήρου εμπειρικά προσανατολισμένη, καθώς ξεκινά από την μετάφραση συγκεκριμένων έργων και καταλήγει σε αυτά.

Για πρώτη φορά συναντούμε αναφορά σε βασικές αρχές, όπως η «λέξη προς λέξη» ή η «νόημα προς νόημα» μετάφραση στο έργο του Κικέρωνα, όπου ο ίδιος ο Κικέρων υπερασπίζεται την «νόημα προς νόημα» ή «ελεύθερη» μετάφραση λόγω του είδους των κειμένων τα οποία μετέφραζε (Αισχίνης, Δημοσθένης). Ορόσημο στην ιστορία την μετάφρασης αποτελεί η μετάφραση της Βίβλου από τον Άγιο Ιερώνυμο (St. Jerome) τον 4ο αιώνα μ.Χ. [5] Ο Άγιος Ιερώνυμος υπήρξε υποστηρικτής της «κατά γράμμα πιστότητας» όσον αφορά την μετάφραση της Αγίας Γραφής αν και μεταφράζοντας ο ίδιος, μάλλον υποχώρησε προς την δυναμική ισοδυναμία.

Δυστυχώς, το αίτημα αυτό του Άγιου Ιερώνυμου για κατά λέξη μετάφραση μεταφέρθηκε και στον μεσαίωνα προκαλώντας οπισθοδρόμηση στην προβληματική της μετάφρασης μέχρι την Μεταρρύθμιση και την μετάφραση της Αγίας Γραφής στα Γερμανικά από τον Λούθηρο. Ο Λούθηρος υποστήριξε και προώθησε της αποκόλληση από τις δομές του κειμένου της γλώσσας-πηγή και της προσαρμογής στην καθημερινή χρήση της γλώσσας-στόχος[6].

Το σκηνικό, ωστόσο, αλλάζει κατά την περίοδο της Αναγέννησης, οπότε και εμφανίζονται οι «ωραίες άπιστες». Τα κείμενα μεταφράζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσαρμοστούν στα ήθη και τα έθιμα της εποχής και της χώρας για να φτάσουν στον αναγνώστη βελτιωμένα, θυσιάζοντας έτσι την πιστότητα για χάρη της εύκολης κατανόησης και της ευχάριστης ανάγνωσης. Το πρόβλημα των «ωραίων απίστων» φαίνεται να επιλύει ο Σλάιερμαχερ, ο οποίος υποστήριξε στις αρχές του 19ου αιώνα ότι στόχος του μεταφραστή είναι να φέρει τον αναγνώστη κοντά στον συγγραφέα του πρωτοτύπου και να εξασφαλίσει ότι ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τις σκέψεις και τα αισθήματα του συγγραφέα, χωρίς να καταπατηθούν τα όρια της γλώσσας του[7]. Σύμφωνα με τον Σλάιερμαχερ ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί είτε φέρνοντας τον αναγνώστη κοντά στον συγγραφέα (foreignization/διεθνοποίηση) είτε φέρνοντας τον συγγραφέα κοντά στον αναγνώστη (naturalization/πολιτογράφηση).

Συναντούμε έπειτα υποστηρικτές της διεθνοποίησης, όπως ο Ορτέγα ι Γκασέτ και ο Ουόλτερ Μπέντζαμιν αλλά και οπαδούς της πολιτογράφησης, όπως για παράδειγμα ο Βιλάμοβιτς[8], ο οποίος τονίζει την ανάγκη του να λαμβάνουμε υπόψιν το κοινό για το οποίο προορίζεται η μετάφραση. Ο τελευταίος μάλιστα ορίζει ως κριτήριο της πιστής μετάφρασης την επίτευξη της ίδιας απήχησης («effect») στο αναγνωστικό της κοινό, όπως εκείνη του πρωτότυπου κειμένου.

Με τον φον Χούμπολτ, η μετάφραση αρχίζει να εξετάζεται από φιλοσοφική σκοπιά. Η συμβολή του φον Χούμπολτ έγκειται στην σύλληψη της έννοιας της εσωτερικής μορφής της γλώσσας η οποία αντικατοπτρίζει την εξωγλωσσική πραγματικότητα της εκάστοτε γλωσσικής κοινότητας[9]. Η μελέτη της σχέσης μεταξύ γλώσσας και πολιτισμού εμβαθύνθηκε ακόμη περισσότερο από τους Σαπίρ και Ουόρφ.

Τέλος, έναν αιώνα μετά τον Χούμπολτ, ο Τσόμσκι και η Γενετική Μετασχηματιστική Γραμματική επανέρχεται στις «βαθείες δομές» των γλωσσών και τα γλωσσικά καθολικά, θέτοντας ξανά το ζήτημα της μεταφρασιμότητας ή του αμετάφραστου. Η Γ.Μ.Γ. παρόλα αυτά αδυνατεί να συνδέσει ένα σύστημα «καθολικών βαθειών δομών» με ένα ικανοποιητικό μεταφραστικό μοντέλο με αποτέλεσμα να αφήνει το πρόβλημα της φύσης της μετάφρασης στην καρδιά της προβληματικής του ανθρώπινου λόγου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. E. A. Nida and C.R. Taber, The Theory and Practice of Translation (Leiden: Brill, 1974), σελ. 77.
  2. Danica Seleskovich, Sense and Language (1978)
  3. Jean Delisle Translation: An Interpretative Approach (Translation Studies 8; Ottawa: University of Ottawa Press, 1988)
  4. P. Newmark, A Textbook of Translation (New York: Prentice Hall, 1988), σελ. 36
  5. TIHOF - St. Jerome: Patron Saint of Translators
  6. Martin Luther, 1530, Sendbrief vom Dolmetschen.
  7. «Über die verschiedenen Methoden des Übersetzens», στο H.J. Störig (εκδ.), Das Problem des Übersetzens, Darmstadt, 1969, (Wilss1982, σ.31).
  8. Wilamovitz-Möllendorf, Ulrich von, 1891, “Was ist Übersetzen?”
  9. Humbolt, W. von, 1816, “Einleitung zu Aeschylos Agamemnon metrische Übersetzungen”, στο: Stoerig H.J. (εκδ.) “Das problem des Übersetzens”, Darmstadt, Wiss. Buchges., (2) 1969, σσ. 71-96.

Ελληνική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • George Steiner, Μετά τη Βαβέλ (2004), μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη, επιμέλεια Άρη Μπερλή, Αθήνα: SCRIPTA
  • Κεντρωτής, Γιώργος (1996), Θεωρία και Πράξη της Μετάφρασης, Αθήνα: Δίαυλος.
  • Κουτσιβίτης, Βασίλης (1994), Θεωρία της Μετάφρασης, Αθήνα: Ελληνικές Πανεπιστημιακές Εκδόσεις
  • Μπατσαλιά, Φ. - Σελλά-Μάζη Ε. (1997), Γλωσσολογική προσέγγιση στη θεωρία και διδακτική της μετάφρασης, Αθήνα: Έλλην.

Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]