Γιάννης Χρήστου (συνθέτης)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γιάννης Χρήστου (8 Ιανουαρίου 19268 Ιανουαρίου 1970) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και φιλοσόφους της μουσικής του 20ού αιώνα, διεθνώς γνωστός ως Jani Christou. Κύριο χαρακτηριστικό της ζωής και του έργου του ήταν οι έντονες φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ανησυχίες, τις οποίες συσχέτιζε άμεσα με την μουσική, προσπαθώντας να αναδείξει την πανανθρώπινη θρησκευτική, μεταφυσική και μυστικιστική της διάσταση, πέραν από ιστορικές περιόδους, τεχνοτροπίες, πολιτισμούς και συγκεκριμένα θρησκευτικά δόγματα. ‘Έχοντας βαθιές γνώσεις φιλοσοφίας, ψυχολογίας, θρησκειολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, Ιστορίας της Τέχνης αλλά και αποκρυφισμού, ανέπτυξε το δικό του φιλοσοφικό σύστημα και τη δική του ορολογία για μια μεταφυσική της μουσικής και προσπάθησε ιδιαίτερα με τα τελευταία του έργα να υλοποιήσει τις ιδέες του σε ένα ευρύτερο «μεταμουσικό» πλαίσιο, όπου η μουσική ήταν κάτι πέρα από μουσική, συνεργαζόμενη με πολλές τέχνες με έναν νέο, υπερβατικό και λυτρωτικό τρόπο.


Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιάννης Χρήστου γεννήθηκε στη συνοικία «Ηλιούπολις» του Καΐρου στις 8 Ιανουαρίου του 1926 και μεγάλωσε στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου πήρε και τα πρώτα μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών. Ο πατέρας του, Ελευθέριος (Τέρης) Χρήστου, ήταν εύπορος βιομήχανος της ελληνικής παροικίας, ιδιοκτήτης εργοστασίου σοκολατοποιίας, και η μητέρα του, Καλλιόπη (Λιλίκα) Ταβερνάρη, κυπριακής καταγωγής, ήταν ποιήτρια αλλά και πνευματίστρια, γεγονός που συνέβαλε στις μετέπειτα καλλιτεχνικές, φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ανησυχίες. Ο μουσικοκριτικός και μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος καταφέρεται με μένος εναντίον της μητέρας του συνθέτη και υποστηρίζει ότι η προσωπικότητά της ήταν «προβληματικότατη», τραυματίζοντας καθοριστικά τον ψυχισμό και των δύο παιδιών της [1].

Ο Χρήστου συνέχισε τις μουσικές του σπουδές με την διάσημη πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ, ενώ φοιτούσε στα καλύτερα αγγλόφωνα σχολεία της Αλεξάνδρειας. Το 1939 οι γονείς του χώρισαν και ο δεκατριάχρονος Γιάννης μαζί με τον αδελφό του παρέμειναν με τον πατέρα τους, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή. Τελειώνοντας το σχολείο, ο πατέρας του τον έστειλε στην Αγγλία για να σπουδάσει οικονομικά, ελπίζοντας να αναλάβει στη συνέχεια τις οικογενειακές επιχειρήσεις, κάτι που δε συνέβη. Ο Χρήστου, αν και πήρε τελικά το πτυχίο του στα οικονομικά, προτίμησε να σπουδάσει φιλοσοφία με τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν και τον Μπέρτραντ Ράσελ στο Καίμπριτζ, καθώς και ανώτερα θεωρητικά της μουσικής με διάφορους δασκάλους, ανάμεσα στους οποίους και ο Χανς Ρέντλιχ, μαθητής και βιογράφος του Άλμπαν Μπεργκ. Τις μουσικές του σπουδές τις συνέχισε στην Ιταλία (Σιένα, Γκάβι και Ρώμη, 1949-1953) με τους Βίτο Φράτσι και Μπρούνο Λαβανίνο, ενώ την ίδια χρονική περίοδο ασχολήθηκε σε βάθος και με την αναλυτική ψυχολογία, επηρεαζόμενος και από τον αδερφό του, ο οποίος σπούδαζε εκείνη την εποχή στο Ινστιτούτο Γιουνγκ στη Ζυρίχη.

Επιστρέφοντας στην Αίγυπτο αφοσιώθηκε στην σύνθεση, δουλεύοντας αρκετές ώρες την ημέρα. Το 1956 παντρεύτηκε την παιδική του φίλη Θηρεσία (Σία) Χωρέμη, ζωγράφο, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Την ίδια χρονιά σκοτώθηκε ο πολυαγαπημένος του αδερφός σε τροχαίο δυστύχημα, γεγονός που θα τον σημάδευε αφάνταστα για όλη του τη ζωή, προοιωνιζόμενο ταυτόχρονα και ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας για τον ίδιο. Το 1960, με τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια, όπως και οι περισσότεροι εύποροι Έλληνες της Αιγύπτου. Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Χίο, όπου είχε επίσης αρκετή οικογενειακή περιουσία. Τα τελευταία του χρόνια διέμενε κυρίως στην Αθήνα, όπου και ασχολήθηκε, εκτός από την σύνθεση, με την προώθηση της πρωτοποριακής ελληνικής μουσικής. Η οικονομική του άνεση του προσέφερε τη δυνατότητα να μην χρειαστεί ποτέ να αναζητήσει εργασία σε Ωδεία (τα οποία δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα ως εκπαιδευτικό θεσμό) ή σε άλλους μουσικούς φορείς, ούτε να αναλάβει ποτέ θέση ευθύνης σε οποιοδήποτε μουσικό ίδρυμα ή επιτροπή, με εξαίρεση μία και μοναδική φορά, το 1962, ως μέλος κριτικής επιτροπής διαγωνισμού σύγχρονης μουσικής, τον οποίο διοργάνωνε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ο Γιάννης Χρήστου σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα τη νύχτα της 8ης Ιανουαρίου 1970, κατά την επιστροφή του στο σπίτι από εορτασμό των γενεθλίων του όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η σύζυγός του Θηρεσία πλαγιολίσθησε και ο Χρήστου πέθανε ακαριαία από πρόσκρουση σε στύλο. Στο ίδιο δυστύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα και η γυναίκα του, η οποία εξέπνευσε δέκα ημέρες αργότερα[2], αφήνοντας τα τρία τους παιδιά ορφανά, καθώς και η σύζυγος του συνθέτη Στέφανου Βασιλειάδη.

Μουσικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους μουσικολόγους Γ. Γ. Παπαϊωάννου και Άννα Μ. Λουτσιανό, στο έργο του Χρήστου διακρίνονται σαφώς έξι περίοδοι, περιοδολόγηση που έχει γίνει ευρύτερα αποδεκτή.

Πρώτη περίοδος (1949-1953)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξώφυλλο από τον πρώτο δίσκο της σειράς "Γιάννης Χρήστου" της δισκογραφικής εταιρείας "Σείριος"

Τα πρώτα έργα του συνθέτη είναι σε ελεύθερο ατονικό ιδίωμα, με τίτλους που παραπέμπουν σε δυτικές παραδοσιακές μορφές, όπως η Συμφωνία αρ. 1 (1951) για ορχήστρα και μεσόφωνο και η Λατινική Λειτουργία (1951) για μικτή χορωδία, χάλκινα πνευστά και κρουστά. Το σημαντικότερο όμως έργο της πρώτης περιόδου είναι η Μουσική του Φοίνικα (1949) για ορχήστρα, το οποίο ο ίδιος ο συνθέτης αναγνώριζε ως opus 1, απορρίπτοντας κάποια εφηβικά πρωτόλεια.

Η Μουσική του Φοίνικα (Phoenix Music), όχι μόνο δεν παρουσιάζει τις συνήθεις αδυναμίες που χαρακτηρίζουν τα πρώτα έργα πολλών συνθετών, αλλά φανερώνει εκπληκτική συνθετική, ενορχηστρωτική και αισθητική ωριμότητα, ενώ ταυτόχρονα περιέχει εν σπέρματι τα σημαντικότερα φιλοσοφικά και μουσικά στοιχεία που επανέρχονται στο έργο του Χρήστου, όπως:

  • Η απόρριψη της ανάπτυξης ως συνθετικής τεχνικής και η προτίμηση της παραλλαγής ενός συγκεκριμένου δομικού μοτίβου, το οποίο υπόκειται σε εσωτερικές μεταλλαγές και μεταμορφώσεις. Οι διαδικασίες αυτές αντιμετωπίζονται από τον Χρήστου ως φιλοσοφικο-αισθητικά φαινόμενα και όχι ως θέμα και παραλλαγές.
  • Η «Αρχή του Φοίνικα», που συμβολίζει τον κύκλο γέννηση – εξέλιξη – δραματική κορύφωση – τέλος (θάνατος) – νέα αρχή. Η Μουσική του Φοίνικα, που εκφράζει και δίνει το όνομά της σε αυτήν την «αρχή», δεν ήταν απλώς ένα συμφωνικό ποίημα, όπως θεωρήθηκε από τους κριτικούς της εποχής. Ο τίτλος δεν παραπέμπει σε εξωμουσικό περιεχόμενο, αλλά χρησιμοποιεί το μύθο του Φοίνικα για να περιγράψει την πορεία του ίδιου του μουσικού υλικού, που αναγεννιέται συνεχώς μέσω των μεταμορφώσεών του.
  • Στη Μουσική του Φοίνικα υπάρχουν ασυνήθιστες εκφραστικές ενδείξεις , όπως espressivo assai esagerato, con accentuazioni isteriche, con furore, ostinato ed angoscioso, που παραπέμπουν σε έντονα φορτισμένες ψυχολογικές καταστάσεις, οδηγώντας τον εκτελεστή στα όρια της θεατρικότητας και προοιωνιζόμενες με αυτόν τον τρόπο χαρακτηριστικά έντονα το μεταγενέστερο έργο του Χρήστου.

Δεύτερη περίοδος (1953-1958)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος αυτή δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα σε ύφος. Εντείνονται όμως οι μεταφυσικές και μυστικιστικές ανησυχίες του συνθέτη σε σχέση με τη μουσική. Οι ανησυχίες του αυτές εκδηλώνονται σε έργα φωνητικής μουσικής, κυρίως όπερες και ορατόρια, οι παρτιτούρες των οποίων έχουν μυστηριωδώς χαθεί. Επίσης, με τη Συμφωνία αρ. 2 (1956-57) ανέπτυξε ακόμα περισσότερο την «Αρχή του Φοίνικα», αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας το πυραμιδικό σχήμα αργό-γρήγορο-αργό και ένα παρόμοιο μοτίβο-θεματικό κύτταρο με αυτό της Μουσικής του Φοίνικα.

Το σημαντικότερο όμως έργο της περιόδου και από τα γνωστότερα του Χρήστου που έχουν διασωθεί είναι τα Εξι τραγούδια σε ποίηση Τ. Σ. Έλιοτ, τα οποία γράφτηκαν το 1955 αρχικά για μεσόφωνο και πιάνο και αργότερα, το 1957, ενορχηστρώθηκαν. Η ιδέα για την σύνθεσή τους χρονολογείται από την Πρώτη Συμφωνία (1950), όπου υπάρχει ενσωματωμένο το "Eyes that Last I saw in Tears". Τα Εξι τραγούδια σε ποίηση Τ. Σ. Έλιοτ θεωρούνται αριστουργηματικά για την υποβλητική τους ενορχήστρωση και τον τρόπο με τον οποίο έχουν αποδοθεί μουσικά τα ποιητικά νοήματα.

Τρίτη περίοδος (1959-1964)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτήν την περίοδο ο Χρήστου αναπτύσσει μια προσωπική τεχνική οργάνωσης της ατονικότητας, την οποία ονομάζει «μετα-σειραϊκή», προσπαθώντας να αποφύγει τις δεσμεύσεις και τα αδιέξοδα του σειραϊσμού. Με τον όρο "μετα-σειραϊκός" (“meta-serial”) ο Χρήστου εννοούσε «πέρα από τον σειραϊσμό» αισθητικά και όχι χρονολογικά, διαφορά που γίνεται σαφέστερη από τους αγγλικούς όρους “meta-serial” και “post-serial”, που μεταφράζονται το ίδιο στα ελληνικά. Στο πλαίσιο αυτό εισάγει νέες συνθετικές τεχνικές με δική του ορολογία, τις οποίες εφαρμόζει για πρώτη φορά στο έργο Patterns and Permutations για ορχήστρα (1960), γνωστό ως Μετατροπές στα ελληνικά. Τα στοιχεία που απαρτίζουν τις νέες αυτές τεχνικές είναι:

  1. Τα «απλά πρότυπα» (“simple patterns”)
  2. Τα «σύνθετα πρότυπα» (“complex patterns”)
  3. Τα «ισόχρονα» (“isochrones”)
  4. Τα «μεγα-εκθέματα» (“megastatements”)
  5. Οι «ηχητικές συνέχειες» (“continuums”)

Το κορυφαίο έργο της περιόδου αυτής είναι οι Πύρινες Γλώσσες (1964), ένα ορατόριο της Πεντηκοστής, για χορωδία, ορχήστρα και σολίστες που αναπαριστά την αγωνιώδη προσμονή των πρώτων χριστιανών για το θαύμα της Πεντηκοστής. Επίσης, στο έργο Προμηθέας Δεσμώτης κάνει για πρώτη φορά χρήση μαγνητοταινίας, εφαρμόζοντας τεχνικές της λεγόμενης «συγκεκριμένης μουσικής» με έναν δικό του όμως τρόπο.

Τέταρτη περίοδος (1965-1966)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το «Σεληνιακό Πρότυπο»

Η περίοδος αυτή αποτελεί σταθμό στο έργο του Χρήστου. Η «Αρχή του Φοίνικα» διευρύνεται με το «Σεληνιακό Πρότυπο» και την «Σεληνιακή Εμπειρία» (“Lunar Pattern” και “Lunar Experience”). Το «Σεληνιακό Πρότυπο» είναι η διαδοχή των σεληνιακών φάσεων ως αρχέγονο σύμβολο διαρκούς φθοράς και ανανέωσης όλων των βιο-κοσμικών διαδικασιών. Κατ’ επέκταση, η «Σεληνιακή Εμπειρία» αναφέρεται στην προσδοκία του ανθρώπου για την τήρηση του «Σεληνιακού Προτύπου», εμπεριέχει όμως και τον πρωτογενή φόβο για την απρόσμενη διακοπή του κύκλου της ανανέωσης, που αντιστοιχεί με την «απειλή» της σεληνιακής έκλειψης.

Η σημαντικότερη εξέλιξη όμως είναι ότι ο συνθέτης διευρύνει τα όρια της τέχνης του εισάγοντας την έννοια της «μεταμουσικής», ως υπέρβασης της μουσικής με την καθιερωμένη σημασία του όρου, με τη συνεργασία πολλών τεχνών (κυρίως μουσικής, θεάτρου και χορού) και σε απόλυτη ένωση με τη φιλοσοφία. Στο πνεύμα αυτό εισάγει επίσης τις έννοιες της «Πράξης» και της «Μεταπράξης», τις οποίες εξηγεί ο ίδιος με απλά λόγια:[3]

  • Πράξη (praxis): π.χ. ένας βιολιστής κάνει αυτό που αναμένεται από αυτόν, δηλαδή παίζει βιολί.
  • Μεταπράξη (metapraxis): ο βιολιστής ενεργεί πέρα από το λογικώς προβλέψιμο, π.χ. ξεσπά σε άγριες κραυγές.

Για να εκφράσει τις νέες του ιδέες δημιουργεί και μια νέα, προσωπική μικτή σημειογραφία που δίνει επιπλέον λεκτικές και γραφικές οδηγίες στους εκτελεστές για το τι πρέπει να κάνουν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, ως «πράξη» ή ως «μεταπράξη». Τα πρώτα έργα που εφαρμόζει τις ιδέες αυτές είναι η Πράξη για 12 (1966), για 11 έγχορδα και έναν πιανίστα-μαέστρο. Το έργο αυτό, σε συνδυασμό και με το κείμενό του «Ένα Πιστεύω για τη Μουσική», που δημοσιεύτηκε τον ίδιο χρόνο, σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας φιλοσοφικής, αισθητικής και μεταφυσικής αντίληψης για τη μουσική, φανερή και στο ορατόριό του Μυστήριον (1965-66).

Το κείμενό του «Ένα Πιστεύω για τη Μουσική» έχει τη μορφή μανιφέστου φιλοσοφίας, αισθητικής και μεταφυσικής της μουσικής σε δέκα σημεία. Σε αυτό ο Γιάννης Χρήστου εκφράζει κυρίως τις πεποιθήσεις του για τη σημασία των «μεταμορφώσεων ακουστικών ενεργειών σε μουσική», της συνειδητοποίησης δηλαδή ενός ακουστικού (ή μη) αντικειμένου εκτός του συνηθισμένου χωροχρόνου, από «άλλες περιοχές εμπειρίας». Παράλληλα, ο συνθέτης εκφράζει την αγωνία του για τον μηδαμινό, διακοσμητικό ρόλο που παίζει η μουσική στις σύγχρονες κοινωνίες, αλλά και την απόρριψή για τον τρόπο με τον οποίο οι αισθητικές αξίες μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, αναγνωρίζοντας τις μεθόδους πρόκλησης σοκ (εννοώντας πιθανώς τα μουσικά «χάπενινγκ» του κινήματος Fluxus της εποχής) ως συμπτώματα για την προσπάθεια απελευθέρωσης από τα παραδεδομένα αισθητικά πρότυπα.

Πέμπτη περίοδος (1966-1968)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην συγκεκριμένη περίοδο ο Χρήστου, επεκτείνοντας τη φιλοσοφική-μουσική του σκέψη, συνέλαβε τις εξής έννοιες:

  • Η «Πρωτοεκτέλεση», δηλαδή η διαδικασία μεταφοράς βασικών σχηματισμών της ζωής, ψυχολογικά και φιλοσοφικά ερμηνευμένων, σε μεταμουσικά – μουσικοθεατρικά έργα.
  • Η «Αναπαράσταση» είναι ένα είδος «πρωτοεκτέλεσης» πρωτόγονων, προϊστορικών, μυστηριακών και ονειρικών τελετουργιών μεταφερμένων σε μια νέα πραγματικότητα, με έναν ψυχοδραματικό τρόπο.

Ο συνθέτης είχε σχεδιάσει περίπου 130 «Αναπαραστάσεις», από τις οποίες πρόλαβε να ολοκληρώσει μόνο τις τέσσερις, με πιο γνωστές την Αναπαράσταση Ι και την Αναπαράστραση ΙΙΙ (ο Πιανίστας).

Στο ίδιο ψυχοδραματικό πνεύμα εντάσσεται και το γνωστότερο έργο του Χρήστου αυτής της περιόδου, και από τα πιο πολυπαιγμένα σε Ελλάδα και εξωτερικό, Η Κυρία με τη Στρυχνίνη (1967). Πηγή έμπνευσης του έργου ήταν η Ψυχολογία και Αλχημεία του Καρλ Γιουνγκ, αλλά και ένα από τα όνειρα του Χρήστου (ο συνθέτης κατέγραφε λεπτομερώς τα όνειρά του για κάποια περίοδο και οι σημειώσεις του έχουν σωθεί σε ένα αρχείο με το όνομα Dream Files). Η Κυρία με τη Στρυχνίνη αρχίζει με μια ανακοίνωση ότι η παράσταση ακυρώνεται για τεχνικούς λόγους και μια ηθοποιός μεταμφιεσμένη σε θεατή διαμαρτύρεται, προσπαθώντας να προκαλέσει αναταραχή. Στη συνέχεια τέσσερις ηθοποιοί με ένα κόκκινο πανί προχωρούν σε τελετουργικές πράξεις πάνω στη σκηνή, στις οποίες συμμετέχει και το οργανικό σύνολο, π.χ. οι τρομπετίστες περιβάλλουν με τελετουργικό τρόπο τη σολίστ της βιόλας, η οποία παραμένει απαθής στα δρώμενα.

Έκτη περίοδος (1968-1970)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μόνα ολοκληρωμένα έργα της περιόδου αυτής είναι η Εναντιοδρομία (1968), βασισμένη στη σύλληψη του Ηράκλειτου για το παιχνίδι των αντιθέσεων, και η σκηνική μουσική για τον Οιδίποδα Τύραννο (1969), την οποία έγραψε ως «χάρη» για τον φίλο του Κάρολο Κουν, διακόπτοντας την εργασία του πάνω στην Ορέστεια. Η Ορέστεια, αν είχε ολοκληρωθεί, θα ήταν ένα έργο κολοσσιαίων διαστάσεων, στο οποίο ο Γιάννης Χρήστου σκόπευε να ενσωματώσει την ως τότε εμπειρία του συνοψίζοντας το σύνολο των ιδεών του φιλοσοφικού-μουσικού του συστήματος. Δυστυχώς, ο τόσο πρόωρος και άδικος χαμός του δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει τα σχέδιά του, που πιθανώς να επηρέαζαν σε σημαντικό βαθμό την μετέπειτα πορεία της σύγχρονης μουσικής δημιουργίας και φιλοσοφίας σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Μουσική του Φοίνικα για ορχήστρα σε πέντε συνεχή μέρη (1949)
  • Συμφωνία αρ. 1 για μεσόφωνο και ορχήστρα σε τρία συνεχή μέρη (1951)
  • Λατινική Λειτουργία για μικτή χορωδία, χάλκινα και κρουστά (1951) Ακούστε ένα απόσπασμα
  • Έξι Τραγούδια σε ποίηση Τ. Σ. Έλιοτ για μεσόφωνο και πιάνο (1955), μεταγραφή για μεσόφωνο και ορχήστρα (1957)
  • Συμφωνία αρ. 2 για μικτή χορωδία και ορχήστρα σε τρία μέρη (1956-57)
  • Μετατροπές (Patterns and Permutations) για ορχήστρα (1960)
  • Τοκάτα για πιάνο και ορχήστρα (1962)
  • Αισχύλου Προμηθέας Δεσμώτης για ηθοποιούς, χορό, ορχήστρα και μαγνητοταινία (1963)
  • Greece: The inner world (1964), πρόγραμμα για την αμερικανική τηλεόραση με αποσπάσματα από τις τραγωδίες: Ευριπίδη Εκάβη, Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος και Αισχύλου Προμηθέας Δεσμώτης
  • Πύρινες Γλώσσες για μεσόφωνο, τενόρο, βαρύτονο, μικτή χορωδία και ορχήστρα (1964)
  • Αισχύλου Αγαμέμνων για ηθοποιούς, χορό και ορχήστρα (1964)
  • Αισχύλου Πέρσες για ηθοποιούς, χορό, ορχήστρα και μαγνητοταινίες (1965)
  • Μυστήριον για αφηγητή, ηθοποιούς, 3 χορωδίες, ορχήστρα και μαγνητοταινία (1965-66)
  • Πράξη για 12 για 11 έγχορδα και έναν πιανίστα-μαέστρο (υπάρχει επίσης και εκδοχή με 44 έγχορδα) 1966
  • Αριστοφάνη Βάτραχοι για ηθοποιούς, χορό, ορχήστρα και μαγνητοταινίες (1966)
  • Η Κυρία με τη Στρυχνίνη για γυναίκα σολίστα βιόλας, 5 ηθοποιούς, οργανικό σύνολο, μαγνητοταινίες, διάφορα ηχητικά αντικείμενα και ένα κόκκινο πανί (1967)
  • Οιδίπους Τύραννος ως μουσική για φιλμ (1968)
  • Αναπαράσταση Ι (αστρωνκατοιδανυκτερωνομηγυριν) για βαρύτονο, βιόλα και οργανικό σύνολο (1968)
  • Αναπαράσταση ΙΙΙ (Ο Πιανίστας) για ηθοποιό, οργανικό σύνολο και μαγνητοταινίες (1968)
  • Επίκυκλος για continuum και σύνθετο σύνολο εκτελεστών για το continuum και χορευτών για τα «χάπενινγκς» (1968)
  • Εναντιοδρομία για ορχήστρα (1968)
  • Οιδίπους Τύραννος για μαγνητοταινία (1969)

Ενδεικτική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κείμενα του Γιάννη Χρήστου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Ένα Πιστεύω για τη Μουσική», Εποχές, τ. 34, Φεβρουάριος 1966, σ. 146
  • Σχόλιο στην ορχηστρική παρτιτούρα της Εναντιοδρομίας στο Source, No. 6 , Η.Π.Α., Καλιφόρνια (Σακραμέντο): 1969
  • «Ο Γιάννης Χρήστου μιλάει για τη σύγχρονη μουσική», Δημιουργίες, τ. 1, σ. 6, 1970
  • “A Greek’s Wild Revolt against Musical Form”, συνέντευξη με την Marilyn Tucker, San Francisco Chronicle, 17 Φεβρουαρίου 1969.

Επιλεγμένες Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Lucciano, Anna-Martine, Jani Christou, The Works and Temperament of a Greek Composer, δ.δ. του 1983, αγγλ. μτφρ. Catherine Dale, Harwood Academic Publishers, 2000 (ελ. μτφρ. Γιώργου Λεωτσάκου, Γιάννης Χρήστου – Έργο και Προσωπικότητα ενός Έλληνα Συνθέτη της Εποχής μας, εκδ. Βιβλιοσυνεργατική, Αθήνα: 1987)
  • Angermann, Klaus, επ., Jani Christou – Im Dunkeln Singen, πρακτικά συμποσίου, Wolke, Αμβούργο: 1993
  • Παπαϊωάννου, Γιάννης Γ., "Ο Γιάννης Χρήστου και η Μεταφυσική της Μουσικής" (πληροφοριακό σημείωμα), Ε.Σ.ΣΥ.Μ. 1970
  • Ρωμανού, Καίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Έντεχνης Μουσικής, Κουλτούρα: Αθήνα, 2000

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γιώργος Λεωτσάκος, Γιάννης Χρήστου: Προφήτης της χρεοκοπίας του ανθρώπου, άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα, 22 Δεκεμβρίου 1999 και εδώ
  2. Μουσικό Ημερολόγιο, στο:Χρονικό 1970 Καλλιτεχνική-πνευμτική ζωή, Ετήσια έκδοση κριτικής ενημέρωσης, σελ.95
  3. Από το βιβλίο της Anna Martine Lucciano Γιάννης Χρήστου. Μετάφραση: Γιώργος Λεωτσάκος.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]