Ελαιογραφία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Παραδοσιακή ξύλινη παλέτα για τη μείξη των χρωμάτων.

Ως ελαιογραφία ορίζεται η διαδικασία της ζωγραφικής με χρωστικές ουσίες ανακατεμένες με ξηραινόμενο έλαιο, συνήθως λινέλαιο[1], σε ειδικά προετοιμασμένο καμβά. Διαφορετικά έλαια προσδίδουν διάφορες ιδιότητες στο χρώμα, όπως η φωτεινότητα ή ο διαφορετικός χρόνος ξήρανσης. Ορισμένες διαφορές επίσης σχετίζονται με τη λάμψη των χρωμάτων, ανάλογα με το έλαιο. Ο ζωγράφος μπορεί να χρησιμοποιήσει πολλά διαφορετικά έλαια στο ίδιο έργο ανάλογα με τις ειδικές χρωστικές ουσίες και τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελαιογραφία είναι ήδη γνωστή από την αρχαιότητα. O Πλίνιος ο πρεσβύτερος αναφέρει πως ο Απελλής έκανε χρήση ξηραινόμενων ελαίων στο 35ο βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας (Naturalis Historia)[2]. Ο Αέτιος ο Αμιδηνός στα τέλη του 5ου αρχές του 6ου αι. αναφέρει τη χρήση του καρυδέλαιου ως στεγνωτικού και προστατευτικού μέσου των έργων που παράγονταν με τη μέθοδο της εγκαυστικής[3].

Το λάδι ως στεγνωτικό μέσο φαίνεται, επίσης, πως χρησιμοποιήθηκε στις βουδιστικές τοιχογραφίες Ινδών και Κινέζων ζωγράφων στο δυτικό Αφγανιστάν, ανάμεσα στον πέμπτο και δέκατο αιώνα[4]. Ωστόσο, δεν έγινε δημοφιλής στην Ευρώπη έως τον τον 16ο αιώνα.

Η τεχνική της ελαιογραφίας εφαρμόστηκε στη δυτική τέχνη της βόρειας Ευρώπης κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα κατά τον 12ο αιώνα και έγινε σταδιακά το κύριο μέσο για τη δημιουργία έργων τέχνης. Η μετάβαση ξεκίνησε με την πρώιμη φλαμανδική ζωγραφική στη βόρεια Ευρώπη με ζωγράφους όπως οι αδελφοί βαν Άικ και κατά την περίοδο της αναγέννησης αντικατέστησε σχεδόν ολοκληρωτικά την τεχνική της τέμπερας στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Λανθασμένα η «επινόηση» της ελαιογραφίας είχε αποδοθεί στον Γιαν βαν Άικ[5], όπως φαίνεται άλλωστε από το χειρόγραφο του Θεόφιλου του πρεσβύτερου Schedula diversarum artium ("Κατάλογος διαφόρων τεχνών") που συντέθηκε μεταξύ του 1100 και του 1120 καταρρίπτοντας τον μύθο που αποδίδει την πατρότητα της ελαιογραφίας στους αδελφούς βαν Άικ[6].

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Editors of Encyclopædia Britannica. «Oil painting». Encyclopædia Britannica. http://www.britannica.com/EBchecked/topic/426194/oil-painting. 
  2. Lock Eastlake, Sir Charles (2014). Methods and Materials of Painting of the Great Schools and Masters. Massachusetts: Courier Corporation, σελ. 14. ISBN 978-0486417264. 
  3. Gettens, R. J.. Stout, G. L. (2012). Painting Materials: A Short Encyclopedia. NY: Dover Publications. ISBN 9780486215976. 
  4. Barry, Carolyn. «Earliest Oil Paintings Found in Famed Afghan Caves». National Geographic Society. http://news.nationalgeographic.com/news/2008/02/080205-afghan-paintings_2.html. Ανακτήθηκε στις 7 January 2013. 
  5. Jones, Susan (Οκτώβριος, 2002). «Painting in Oil in the Low Countries and Its Spread to Southern Europe». Heilbrunn Timeline of Art History. New York: The Metropolitan Museum of Art. http://www.metmuseum.org/toah/hd/optg/hd_optg.htm. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. 
  6. Gotlieb, Marc, "The Painter's Secret: Invention and Rivalry from Vasari to Balzac", p. 473, The Art Bulletin, Vol. 84, No. 3 (Sep., 2002), pp. 469-490, JSTOR

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]