Κοκοφοινικέλαιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για το έλαιο που εξάγεται από τους καρπούς του ελαιοφοίνικα, δείτε: φοινικέλαιο.
Κοκοφοινικέλαιο
Coconut and oil.jpg
Κοκοφοινικέλαιο εμφιαλωμένο και κομμένη καρύδα στο φόντο
Σύσταση
Λιπαρά συστατικά
Κορεσμένα 82,5%
Λαυρικό οξύ:48%
Μυριστικό οξύ:16%
Παλμιτικό οξύ:9,5%
Ολικά ακόρεστα >16,5%
Μονοακόρεστα 6,3%
Ελαϊκό οξύ: 6%
Πολυακόρεστα 1,7%
Ιδιότητες
Ενέργεια ανά 100γρ. 890 kcal
Σημείο τήξης 23-26 °C
Σημείο καπνού 194°C [1]
Πυκνότητα σε 15°C 0,919 - 0,937 kg/l [1]
Ιξώδες σε 40°C 23 - 28 cP [2][3]
Δείκτης διάθλασης 1,448-1,450 [4]
Αριθμός Ιωδίου 5- 13 [2][5]
Αριθμός σαπωνοποίησης 246-265 [5][6]

Το κοκοφοινικέλαιο είναι εδώδιμο φυτικό έλαιο που εξάγεται από τον καρπό ή την ψίχα των ώριμων καρύδων του κοκοφοίνικα. Επειδή έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά, αργεί να οξειδωθεί και είναι ανθεκτικό στην τάγγιση, με διάρκεια ζωής έως και 6 μήνες σε 24°C χωρίς να χαλάσει.[7]

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοκοφοινικέλαιο εξάγεται με ξηρή ή υγρή επεξεργασία.

Ξηρή επεξεργασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδοσιακή τεχνική παρασκευής κοκοφοινικέλαιο με μύλο κινούμενο από βόδι στις Σεϋχέλλες

Στην ξηρή επεξεργασία τον ψαχνό του καρπού χωρίζεται από το περίβλημα και αφήνεται να αποξηρανθεί από τον ήλιο ή με θέρμανση σε καμίνια, οπότε λαμβάνεται η αποξηραμένη σάρκα (καρυδόψιχα) που ονομάζεται «κόπρα».[8] Κατόπιν σύνθλιψης και εκχύλισης της κόπρας με διαλύτες λαμβάνεται το κοκοφοινικέλαιο και ένας πολτός με μεγάλη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες και φυτικές ίνες. Ο πολτός είναι ακατάλληλος για ανθρώπινη κατανάλωση και χρησιμοποιείται για σίτιση μηρυκαστικών. Δεν υπάρχει τρόπος εξαγωγής της πρωτεΐνης από τον πολτό. 

Υγρή επεξεργασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην υγρή επεξεργασία χρησιμοποιούνται ωμές καρύδες αντί για αποξηραμένη κόπρα, και οι πρωτεϊνες της καρύδας βρίσκονται στο περιεχόμενο γαλάκτωμα ελαίων και ύδατος.[9] Το στάδιο ανάκτησης του ελαίου από το γαλάκτωμα είναι δύσκολο, παλαιά γινόταν με παρατεταμένο βράσιμο αλλά έτσι παραγόταν ένα αποχρωματισμένο και καθόλου οικονομικό προϊόν. Οι σύγχρονες τεχνικές περιλαμβάνουν φυγοκέντριση και στάδια προετοιμασίας με ψύξη, θέρμανση, οξέα, άλατα, ένζυμα, ηλεκτρόλυση, μαλάξεις, απόσταξη με υδρατμούς ή συνδυασμό μεθόδων. Η ξηρή επεξεργασία αποδίδει κατά 10–15% περισσότερο από την υγρή, και ως εκ τούτου θεωρείται πιο βιώσιμη. Οι υγρές μέθοδοι επεξεργασίας με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα απαιτούν μεγάλες οικονομικές επενδύσεις σε αγορά εξοπλισμού, ενέργειας και  κόστη λειτουργίας.[10]

Η καλή συγκομιδή των καρύδων (οι ώριμες καρύδες είναι 2 έως 20 μηνών) επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της ελαιοπαραγωγής. Η κόπρα που προέρχεται από ανώριμους καρπούς είναι δύσχρηστη στην επεξεργασία και παράγει υποδεέστερα προϊόντα με μικρότερες αποδόσεις.[11]

Οι συμβατικές μηχανές επεξεργασίας ελαίων χρησιμοποιούν εξάνιο ως διαλύτη για να εξάγουν έως 10% περισσότερο έλαιο από ότι λαμβάνεται με απλούς μύλους και ελαιοτριβεία. Κατά τον εξευγενισμό το έλαιο καθαρίζεται από τα ελεύθερα λιπαρά οξέα για να ταγγίζει λιγότερο. Η διάρκεια ζωής του προϊόντος αυξάνεται με: περιεχόμενη υγρασία στην κόπρα <6%, περιεχόμενη υγρασία στο έλαιο <0,2%, θέρμανση του ελαίου σε 130-150 C και προσθήκη άλατος ή κιτρικού οξέος.[12]

Το παρθένο κοκοφοινικέλαιο παράγεται από φρέσκο γάλα καρύδας, ψαχνό ή υπολείμματα. Η παραλαβή από το ψαχνό γίνεται με υγρή άλεση ή αποξήρανση του υπολείμματος και πίεση σε ελαιοτριβείο. Εναλλακτικά παραλαμβάνεται με σύνθλιψη του ψαχνού, αποξήρανση προς περιεχόμενη υγρασία 10-12% και πίεση σε ελαιοτριβείο. Η παραλαβή από το γάλα της καρύδας γίνεται με σύνθλιψη της καρύδας και ανάμιξη με νερό, από όπου αντλείται το έλαιο. Εναλλακτικά γίνεται με ζύμωση του γάλατος για 36-48 ώρες, αφαίρεση του ελαίου, και θέρμανση της κρέμας για περαιτέρω διαχωρισμό ελαίων. Η τρίτη επιλογή περιλαμβάνει φυγοκέντριση για διαχωρισμό των λιπαρών από τα υπόλοιπα υγρά. Κοκοφοινικέλαιο μπορεί να εξαχθεί και από τα ξηρά υπολείμματα που αφήνει η παραγωγή γάλατος καρύδας.

Χίλιες ώριμες καρύδες ζυγίζουν περίπου 1.440 κιλά και παράγουν 170 κιλά κόπρας από τα οποία εξάγονται 70 λίτρα κοκοφοινικέλαιου.[13]

Εξευγενισμένο έλαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εξευγενισμένο, αποχρωματισμένο και άοσμο έλαιο συνήθως παρασκευάζεται από κόπρα, αποξηραμένους καρπούς καρύδων, που πιέζονται υπό θέρμανση σε υδραυλικό πιεστήριο για εξαγωγή του ελαίου. Πρακτικά έτσι λαμβάνεται όλο το έλαιο, συνολικά πάνω από 60% του ξηρού βάρους των καρύδων. Το ακατέργαστο έλαιο είναι ακατάλληλο για κατανάλωση επειδή περιέχει προσμείξεις και πρέπει να εξευγενιστεί και να καθαριστεί. [14]

Άλλη μέθοδος εξαγωγής του κοκοφοινικέλαιου περιλαμβάνει ενζυματική δράση της άλφα-αμυλάσης, πολυγαλακτουρονασών και πρωτεασών σε εκχυλισμένο πολτό καρύδας.[15]

Το εξευγενισμένο κοκοφοινικέλαιο δεν έχει γεύση και άρωμα καρύδας όπως το παρθένο κοκοφοινικέλαιο. Χρησιμοποιείται ως μαγειρικό λάδι, στην επεξεργασία τροφίμων, και σε βιομηχανικές, καλλυντικές και φαρμακευτικές εφαρμογές. 

Υδρογόνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εξευγενισμένο κοκοφοινικέλαιο μπορεί να υποβληθεί σε περαιτέρω επεξεργασία που περιλαμβάνει μερική ή πλήρη υδρογόνωση του ελαίου ώστε να αυξηθεί το σημείο τήξης του. Τα παρθένα και εξευγενισμένα έλαια έχουν σημείο τήξης 24 °C , και τα τρόφιμα στα οποία περιέχονται λιώνουν σε θερμά περιβάλλοντα. Για τις ζεστές περιοχές επιδιώκεται ένα υψηλότερο σημείο τήξης που επιτυγχάνεται με υδρογόνωση. Το σημείο τήξης του υδρογονωμένου κοκοφοινικέλαιου είναι 36-40 °C.

Στη διεργασία υδρογόνωσης, τα ακόρεστα λιπαρά (μονοακόρεστα και πολυακόρεστα) αντιδρούν με υδρογόνο σε μία καταλυτική αντίδραση κορεσμού. Το κοκοφοινικέλαιο περιέχει μόνο 6% μονοακόρεστα και 2% πολυακόρεστα λιπαρά. Κατά την υδρογόνωση μερικά από αυτά μετατρέπονται σε τρανς λιπαρά οξέα.[16]

Κλασμάτωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διαχωρισμένο φοινικέλαιο μπορεί να κλασματοποιηθεί περαιτέρω ώστε να διαχωριστούν ορισμένα από τα λιπαρά οξέα. Το λαυρινικό οξύ, λιπαρό οξύ με 12 άνθρακες, συνήθως απομονώνεται για χρήση σε σημαντικές βιομηχανικές και ιατρικές εφαρμογές.[17] Με εκχύλιση λαμβάνονται καπρυλικό οξύ και καπρικό οξύ που είναι τριγλυκερίδια μεσαίας αλυσίδας και χρησιμοποιούνται σε ιατρικές εφαρμογές, ειδικές δίαιτες και καλλυντικά, και μερικές φορές ως συστατικά αρωμάτων. 

Στατιστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το Αμερικάνικο Υπουργείο Γεωργίας για την παγκόσμια παραγωγή κοκοφοινικέλαιου ισχύουν τα αναφερόμενα στον ακόλουθο πίνακα. Έκαστο έτος αναφοράς διαρκεί 1 Οκτωβρίου - 30 Σεπτεμβρίου:[18]

Παγκόσμια παραγωγή κοκοφοινικέλαιου  (εκατομμύρια τόνοι)
Έτος 2005–06 2006–07 2007–08 2008–09 2009–10 2010–11 2011–12 2012–13 2013–14 2014–15 2015–16
Ολική παραγωγή 5.84 5.47 5.85 5.62 6.66 6.11 6.01 6.13 5.55 5.46 5.40

Η παραγωγή κοκοφοινικέλαιου αποτελεί περί το 2,5% της παγκόσμιας παραγωγής φυτικών ελαίων.

Πρότυπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κώδικας Τροφίμων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που δημοσιεύτηκε από τη Διεθνή Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας περιλαμβάνει οδηγίες για το φαητό, την παραγωγή του φαγητού και την ασφάλεια των τροφίμων, και πρότυπα για τους εμπορικούς συνεργάτες που παράγουν κοκοφοινικέλαιο για ανθρώπινη κατανάλωση.[19]

Η Κοινότητα Κοκοφοίνικα Ασίας και Ειρηνικού (APCC), της οποίας τα 18 μέλη παράγουν το 90% των εμπορικά διαθέσιμων καρύδων,[20] δημοσίευσε τα πρότυπα για παρθένο κοκοφοινικέλαιο, ορίζοντας ως παρθένο το κοκοφοινικέλαιο που λαμβάνεται από φρέσκους, ώριμους καρπούς καρύδας με μεθόδους που δεν "αλλοιώνουν το έλαιο". [21]

Σύσταση και σύγκριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατά προσέγγιση περιεκτικότητα του κοκοφοινικέλαιου σε λιπαρά οξέα:

Περιεκτικότητα του κοκοφοινικέλαιου σε λιπαρά οξέα
Λιπαρό οξύ pct
Καπρυλικό κορεσμένο C8
  
7%
Δεκανοϊκό κορεσμένο C10
  
8%
Λαυρικό κορεσμένο C12
  
48%
Μυριστικό κορεσμένο C14
  
16%
Παλμιτικό κορεσμένο C16
  
9.5%
Ελαϊκό μονοακόρεστο C18:1
  
6.5%
Άλλα
  
5%
Μαύρο: Κορεσμένα; Γκρίζο: Μονοακόρεστα; Μπλε: Πολυακόρεστα

Ο παρακάτω πίνακας παρέχει πληροφορίες για τη σύσταση του κοκοφοινικέλαιου συγκριτικά με άλλα φυτικά έλαια.

Φυτικά έλαια[22][23]
Έλαιο Επεξεργασία Κορεσμένα
λιπαρά
Μονοακόρεστα Πολυακόρεστα Σημείο

Καπνού

Ολικά Ελαϊκό

οξύ
(ω-9)

Ολικά α-Λινολενικό οξύ
(ω-3)
Λινελαϊκό οξύ
(ω-6)
Αβοκάντο[24] 11,6 70,6 13,5 1 12,5 249 °C [25]
Κανόλα[26] 7,4 63,3 61,8 28,1 9,1 18,6 238 °C [27]
Κοκοφοίνικας[28] 82,5 6,3 6 1,7 175 °C
Αραβόσιτος[29] 12,9 27,6 27,3 54,7 1 58 232 °C [30]
Βαμβακόσποροι[31] 25,9 17,8 19 51,9 1 54 216 °C
Λιναρόσποροι[32] 9.0 18,4 18 67,8 53 13 107 °C
Σπόροι κάνναβης[33] 7,0 9,0 9.0 82 22 54 166 °C [34]
Ελιές[35] 13,8 73,0 71,3 10,5 0,7 9,8 193 °C
Φοίνικας[36] 49,3 37,0 40 9,3 0,2 9,1 235 °C
Αραχίδες[37] 20,3 48,1 46,5 31,5 31,4 232 °C
Κνήκος[38] 7,5 75,2 75,2 12,8 0 12,8 212 °C
Σόγια[39] 15,6 22,8 22,6 57,7 7 51 238 °C
Ηλιέλαιο (< 60% λινελαϊκό)[40] 10,1 45,4 45,3 40,1 0,2 39,8 227 °C
Ηλιέλαιο (> 70% ελαϊκό)[41] 9,9 83,7 82,6 3,8 0,2 3,6 227 °C
Βαμβακόσποροι[42] Υδρογονωμένο 93,6 1,5 0,6 0,3
Φοίνικας[43] Υδρογονωμένο 88,2 5,7 0
Σόγια[44] Μερικά υδρογονωμένο 14,9 43,0 42,5 37,6 2,6 34,9
Values as percent (%) by weight of total fat.

Υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί οργανισμοί υγείας συνιστούν να αποφεύγεται η κατανάλωση κοκοφοινικέλαιου επειδή περιέχει μεγάλες ποσότητες κορεσμένων λιπαρών, όπως ο Αμερικάνικος Οργανισμός Φαρμάκων και Τροφίμων,[45] ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας,[46] το Αμερικάνικο Υπουργείο Υγείας,[47] ο Αμερικάνικος Σύλλογος Διατροφολόγων,[48] ο Αμερικάνικος Σύλλογος Καρδιολόγων,[49][50] το Βρετανική Σύστημα Υγείας,[51] το Βρετανικό Ίδρυμα Σίτισης,[52] και οι Καναδοί Διατροφολόγοι.[53]

Για πολλούς η κατανάλωση κοκοφοινικέλαιου είναι υγιής επειδή περιέχει άφθονα τριγλυκερίδια μεσαίας αλυσίδας, ωστόσο αυτά αποτελούν μικρό μόνο μέρος (4%) των ολικών περιεχόμενων τριγλυκεριδίων.[54] Το κοκοφοινικέλαιο περιέχει μεγάλη ποσότητα λαυρικού οξέος, ένα κορεσμένο λιπαρό οξύ που αυξάνει την ολική χοληστερόλη του αίματος, αυξάνοντας τις χοληστερόλες των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL) και των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL).[54] Μολονότι θεωρείται βελτίωση στα επίπεδα χοληστερόλης, δεν αποκλείεται η πιθανότητα να αυξάνεται ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου από την πρόσληψη λαυρικού οξέος [54][55] Επειδή η πλειονότητα των κορεσμένων λιπαρών στο κοκοφοινικέλαιο είναι λαυρικό οξύ,[55] ίσως προτιμάται από τα μερικά υδρογονωμένα φυτικά έλαια όταν απαιτούνται στερεά λίπη στη διατροφή.[56]

Λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας σε κορεσμένα λιπαρά που συνεπάγονται μεγάλο θερμιδικό φορτίο, η συχνή κατανάλωση κοκοφοινικέλαιου ίσως προάγει την αύξηση του σωματικού βάρους.[57]

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διατροφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοκοφοινικέλαιο αποτελείται κατά 99% από λιπαρά, εκ των οποίων τα 82% είναι κορεσμένα. Τα 100 γραμ. παρέχουν ενέργεια ίση με 890 χιλιοθερμίδες. Τα κορεσμένα λιπαρά είναι: λαυρικό οξύ 41,8%, 16,7% μυριστικό οξύ, 8,6% παλμιτικό οξύ και 6,8% καπρυλικό οξύ.[58] Από τα ολικά λιπαρά τα 6% είναι μονοακόρεστα και τα 2% είναι πολυακόρεστα. Το κοκοφοινικέλαιο περιέχει φυτοστερόλες, ενώ η παρουσία μικροθρεπτικών συστατικών είναι αμελητέα.

Στα τρόφιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στερεό λίπος κοκοφοίνικα

Παρά τη μεγάλη περιεκτικότητά του σε κορεσμένα λιπαρά χρησιμοποιείται στην αρτοποιϊα, τη ζαχαροπλαστική, και το σωτάρισμα, αφήνοντας μία "χαρακτηριστική καρυοειδή" γεύση με ήπια γλυκύτητα.[59] Χρησιμοποιείται από τις αλυσίδες κινηματογράφων για την παρασκευή ποπ κορν, προσθέτει άφθονα κορεσμένα λιπαρά και θερμίδες στα σνάκ ενισχύοντας τη γεύση, διεγείροντας όμως την επιθυμία για κατανάλωση περισσότερων σνακ με πολλές θερμίδες και ανεπιθύμητη αύξηση του σωματικού βάρους.[57][59][60]

Στη μαγειρική, στο ψήσιμο και τη ζαχαροπλαστική, αντικαθιστά τα στερεά λίπη που προέκυψαν με υδρογόνωση. Το υδρογονωμένο ή μερικά υδρογονωμένο κοκοφοινικέλαιο χρησιμοποιείται συχνά σε μη-γαλακτοκομικά υποκατάστατα της κρέμας γάλακτος. Στο τηγάνισμα, το σημείο καπνού είναι 177177 °C (351 °F).

Μαλλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοκοφοινικέλαιο χρησιμοποιείται σε προϊόντα περιποίησης των μαλλιών.[61]

Βιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοκοφοινικέλαιο δοκιμάστηκε για χρήση ως βιοντίζελ σε κινητήρα ντίζελ, ως καύσιμο για παροχή ενέργειας. Επειδή το καθαρό κοκοφοινικέλαιο έχει υψηλή θερμοκρασία ζελατινοποίησης (22–25 °C), μεγάλο ιξώδες, και ελάχιστη θερμοκρασία ανάφλεξης 500500 °C (932 °F) (προς αποφυγή πολυμερισμού του καυσίμου), κανονικά τρανσεστεροποιείται προς παραγωγή βιοντίζελ. Η χρήση του B100 (100% βιοντίζελ) είναι δυνατή μόνο σε εύκρατα κλίματα, όπου το σημείο ζελατινοποίησης είναι 1010 °C (50 °F). Το έλαιο πρέπει να πληρεί τα κριτήρια του προτύπου Βάιενστεφαν  [62] για χρήση φυτικών ελαίων ως καύσιμα. Μία μη τροποποιημένη μηχανή θα υποστεί μέτρια έως σοβαρή ζημιά από ανθράκωση και φράξιμο. 

Χειροποίητο κοκοφοινικέλαιο

Στις Φιλιππίνες, το Βανουάτου, το Σαμόα, και άλλες χώρες τροπικών νησιών χρησιμοποιούν κοκοφοινικέλαιο ως καύσιμο για κίνηση αυτοκινήτων, φορτηγών και λεωφορείων, και για παραγωγή ενέργειας.[63] Τα μέσα μεταφοράς στις Φιλιππίνες κινούνται με βιοντίζελ από κοκοφοινικέλαιο.[64][65] Στα νησιά του Ειρηνικού διερευνώνται οι δυνατότητες χρήσης του για παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά μάλλον δεν συμφέρει οικονομικά λόγω των δαπανών εργασίας και περιορισμών στην προμήθεια.[66]

Το κοκοφοινικέλαιο δοκιμάστηκε για χρήση ως λιπαντικό μηχανών [67] και μονωτικό έλαιο.[68] Αυτό και τα παράγωγά του χρησιμοποιούναι ως πρώτες ύλες για την παρασκευή επιφανειοδραστικών όπως τα cocamidopropyl betaine, cocamide MEA, και cocamide DEA.

Τα οξέα που εξάγονται από το κοκοφοινικέλαιο είναι ζιζανιοκτόνα.[69] Είναι κατάλληλο για χρήση ως φωτιστικό έλαιοl.[70]

Το κοκοφοινικέλαιο είναι καλό βασικό συστατικό για την παρασκευή σαπουνιών. Γενικά τα σαπούνια είναι σκληρά και αφρίζουν ευκολότερα,[71] είναι διαυγή σε υγρή κατάσταση και λευκά σε στερεή κατάσταση.[72]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Bayerisches Staatsministerium für Landesentwicklung und Umwelfragen: Pflanzenölbetriebene Blockheizkraftwerke. Teil 1, 2002, S. 11, 18, online In: lfu.bayern.de, abgerufen am 30. April 2017 (PDF; 2,12 MB).
  2. 2,0 2,1 Biokraftstoffe Basisdaten Deutschland. FNR, Oktober 2009 (PDF; 526 kB).
  3. Jens Schaak: Emissionen aus der dieselmotorischen Verbrennung von Pflanzenölen und… Dissertation, Techn. Univ. Braunschweig, Cuvillier, 2012, ISBN 978-3-95404-173-2, S. 364.
  4. Alfred Thomas, Ullmann's Encyclopedia of Industrial Chemistry, Release 2002, 6th Edition , Fatty Fatty Oils , Wiley-VCH Verlag GmbH & Co.
  5. 5,0 5,1 William M. Haynes: CRC Handbook of Chemistry and Physics. 97th Edition, CRC Press, 2017, ISBN 978-1-4987-5429-3, Kapitel 7-15.
  6. C. L. Alsberg, A. E. Taylor: The Fats and Oils. Stanford University Press, 1928, S. 18.
  7. «Coconut oil». Transport Information Service, German Insurance Association, Berlin. 2015. 
  8. Grimwood, BE. Ashman F. Dendy DAV. Jarman CG. Little ECS. Timmins WH (1975). Coconut Palm Products – Their processing in developing countries. Rome: FAO, σελ. 49–56. ISBN 978-92-5-100853-9. https://books.google.com/books?id=fY5hLeJ–WW4C&pg=PA49. 
  9. Hamid, M.A.; Sarmidi, M.R.; Mokhtar, T.H.; Sulaiman, W.R.W.; Aziz, R.A. (2011). «Innovative Integrated Wet Process for Virgin Coconut Oil Production». Journal of Applied Sciences 11 (13): 2467. doi:10.3923/jas.2011.2467.2469. http://www.cheme.utm.my/cheme/images/Research/Journal_Articles/2011/journal-83-2011.pdf. 
  10. Grimwood et al., 1975, pp. 193–210.
  11. Grimwood et al., 1975, p. 29.
  12. Kurian. Peter KV (2007). Commercial Crops Technology: Vol.08. Horticulture Science Series. New India Publishing, σελ. 202–6. ISBN 81-89422-52-9. https://books.google.com/books?id=2VFYqwA–Mn4C&pg=PA202. 
  13. Bourke, RM. Harwood T (2009). Food and Agriculture in Papua New Guinea. Australian National University, σελ. 327. ISBN 978-1-921536-60-1. https://books.google.com/books?id=p92MsquxOEwC&pg=PA327. 
  14. Foale, M. (2003). «The Coconut Odyssey: The Bounteous Possibilities of the Tree of Life» (PDF). Canberra: Australian Centre for International Agricultural Research. σελίδες 115–116. 
  15. «Coconut oil extraction by a new enzymatic process». J Food Sci 51 (3): 695–697. 1986. doi:10.1111/j.1365-2621.1986.tb13914.x. 
  16. Foster, R., Williamson, C.S. and Lunn, J. (2009). «BRIEFING PAPER: Culinary Oils And Their Health Effects». Nutrition Bulletin 34 (1): 4–47. doi:10.1111/j.1467-3010.2008.01738.x. 
  17. Gervajio, G. C. (2005). «Fatty Acids and Derivatives from Coconut Oil». Bailey's Industrial Oil and Fat Products. doi:10.1002/047167849X.bio039. ISBN 047167849X. 
  18. «Table 19: World: Palm Oil, Coconut Oil, and Fish Meal Supply and Distribution» (PDF). United States Department of Agriculture. 2011-04-08. Ανακτήθηκε στις 2011-04-14. 
  19. «Codex Standard for Named Vegetable Oils (Codex Stan 210-1999, Revision 3)» (PDF). Codex Alimentarius. Food and Agriculture Organization. 2009. Ανακτήθηκε στις 2011-08-09. 
  20. «About us». Asian and Pacific Coconut Community. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2011-08-29. Ανακτήθηκε στις 2011-08-09. 
  21. «APCC Standards for Virgin Coconut Oil» (PDF). Jakarta, Indonesia: Asian and Pacific Coconut Community. 2003. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 2011-08-12. Ανακτήθηκε στις 2011-08-09. 
  22. "US National Nutrient Database, Release 28". United States Department of Agriculture. May 2016.
  23. "Fats and fatty acids contents per 100 g (click for "more details") example: avocado oil; user can search for other oils". Nutritiondata.com, Conde Nast for the USDA National Nutrient Database, Standard Release 21. 2014. Retrieved 7 September 2017.
  24. "Avocado oil, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  25. What is unrefined, extra virgin cold-pressed avocado oil?, The American Oil Chemists’ Society
  26. "Canola oil, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  27. Katragadda, H. R.; Fullana, A. S.; Sidhu, S.; Carbonell-Barrachina, Á. A. (2010). "Emissions of volatile aldehydes from heated cooking oils". Food Chemistry. 120: 59. doi:10.1016/j.foodchem.2009.09.070.
  28. "Coconut oil, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  29. "Corn oil, industrial and retail, all purpose salad or cooking, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  30. Wolke, Robert L. (May 16, 2007). "Where There's Smoke, There's a Fryer". The Washington Post. Retrieved March 5, 2011.
  31. "Cottonseed oil, salad or cooking, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  32. "Linseed/Flaxseed oil, cold pressed, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  33. "Efficacy of dietary hempseed oil in patients with atopic dermatitis". Journal of Dermatological Treatment. 2005. Retrieved 25 October 2017.
  34. https://www.veghealth.com/nutrition-tables/Smoke-Points-of-Oils-table.pdf
  35. "Olive oil, salad or cooking, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  36. "Palm oil, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  37. Vegetable Oils in Food Technology (2011), p. 61.
  38. "Safflower oil, salad or cooking, high oleic, primary commerce, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  39. "Soybean oil, salad or cooking, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  40. "Sunflower oil, less than 60% of total fats as linoleic acid, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  41. "Sunflower oil, high oleic - 70% or more as oleic acid, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  42. "Cottonseed oil, industrial, fully hydrogenated, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  43. "Palm oil, industrial, fully hydrogenated, filling fat, fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  44. "Soybean oil, salad or cooking, (partially hydrogenated), fat composition, 100 g". US National Nutrient Database, Release 28, United States Department of Agriculture. May 2016. Retrieved 6 September 2017.
  45. «Around the Block Nutrition Facts at a Glance: More on Nutrients to Get Less Of». Food and Drug Administration. 2012-09-05. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2014-02-01. Ανακτήθηκε στις 2014-01-25. 
  46. «Avoiding Heart Attacks and Strokes» (PDF). World Health Organization. Ανακτήθηκε στις 2011-04-06. 
  47. «Dietary Guidelines for Americans 2010» (PDF). Department of Health and Human Services. Ανακτήθηκε στις 17 March 2011. 
  48. «American Dietetic Association and Dietitians of Canada Offer Up-to-Date Guidance on Dietary Fat». American Dietetic Association. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-03-19. Ανακτήθηκε στις 2011-03-16. 
  49. «Tropical Oils». American Heart Association. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2011-06-02. Ανακτήθηκε στις 2011-03-16. 
  50. Sacks, Frank M.; Lichtenstein, Alice H.; Wu, Jason H.Y.; Appel, Lawrence J.; Creager, Mark A.; Kris-Etherton, Penny M.; Miller, Michael; Rimm, Eric B. και άλλοι. (2017). «Dietary Fats and Cardiovascular Disease: A Presidential Advisory from the American Heart Association». Circulation: CIR.0000000000000510. doi:10.1161/CIR.0000000000000510. http://circ.ahajournals.org/content/circulationaha/early/2017/06/15/CIR.0000000000000510.full.pdf?download=true. 
  51. «Lower your cholesterol». National Health Service. Ανακτήθηκε στις 2011-03-16. 
  52. Foster R, Williamson CS, Lunn J (2009). «Culinary oils and their health effects». British Nutrition Foundation, Nutrition Bulletin 34: 4–47. https://www.nutrition.org.uk/attachments/113_Culinary%20oils%20and%20their%20health%20effects.pdf. 
  53. «Heart Healthy Eating: Cholesterol». Dietitians of Canada. 2010-09-01. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2013-09-21. Ανακτήθηκε στις 2013-07-05. 
  54. 54,0 54,1 54,2 Eyres, L; Eyres, MF; Chisholm, A; Brown, RC (April 2016). «Coconut oil consumption and cardiovascular risk factors in humans». Nutrition Reviews 74 (4): 267-80. doi:10.1093/nutrit/nuw002. PMID 26946252. 
  55. 55,0 55,1 «Effects of dietary fatty acids and carbohydrates on the ratio of serum total to HDL cholesterol and on serum lipids and apolipoproteins: a meta-analysis of 60 controlled trials» (PDF). Am J Clin Nutr 77 (5): 1146–55. May 2003. PMID 12716665. http://www.ajcn.org/content/77/5/1146.full.pdf+html. 
  56. Tarrago-Trani, MT; Phillips, KM; Lemar, LE; Holden, JM (2006). «New and existing oils and fats used in products with reduced trans-fatty acid content» (PDF). Journal of the American Dietetic Association 106 (6): 867–880. doi:10.1016/j.jada.2006.03.010. PMID 16720128. http://www.ars.usda.gov/SP2UserFiles/Place/12354500/Articles/JADA106_867-880.pdf. 
  57. 57,0 57,1 Lockyer S, Stanner S (2016). «Coconut oil - a nutty idea?». Nutrition Bulletin 41 (1): 42–54. doi:10.1111/nbu.12188. http://onlinelibrary.wiley.com/enhanced/doi/10.1111/nbu.12188. 
  58. «Coconut oil; Nutrient content per 100 g». USDA National Nutrient Database, Standard Release 28. May 2016. Ανακτήθηκε στις 1 September 2017. 
  59. 59,0 59,1 Clark, M (2011-03-01). «Once a Villain, Coconut Oil Charms the Health Food World». The New York Times. https://www.nytimes.com/2011/03/02/dining/02Appe.html. Ανακτήθηκε στις 2011-03-02. 
  60. «Two Thumbs Down' for Movie Theater Popcorn». Center for Science in the Public Interest. 2009-11-18. Ανακτήθηκε στις 2011-04-24. 
  61. Gavazzoni Dias, Maria Fernanda Reis (2015). «Hair Cosmetics: An Overview». International Journal of Trichology 7 (1): 2–15. doi:10.4103/0974-7753.153450. ISSN 0974-7753. PMID 25878443. 
  62. «Weihenstephan vegetable oil fuel standard (German Rapeseed Fuel Standard)». Ανακτήθηκε στις 2011-08-09. 
  63. «In Vanuatu, A Proving Ground for Coconut Oil As An Alternative Fuel». One Country. Ανακτήθηκε στις 2011-08-09. 
  64. «Coconut fuel». The World. Public Radio International. Ανακτήθηκε στις 2011-08-09. 
  65. Watson, Todd (1 August 2013). «Coconut biodiesel drives the Philippines». Inside Investor. Ανακτήθηκε στις 11 August 2013. 
  66. Koo, Sung Mo (July 6, 2018). «Coconut Oil : Spotlight Fades Away». Tridge. https://www.tridge.com/stories/coconut-oil-spotlight-fades-away. Ανακτήθηκε στις July 6, 2018. 
  67. Romares-Sevilla, J (2008-01-17). «Davao-based firm sees expansion of bio-tech oil market». Sun.Star Superbalita Davao. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2008-01-21. https://web.archive.org/web/20080121082827/http://www.sunstar.com.ph/static/dav/2008/01/17/bus/davao.based.firm.sees.expansion.of.bio.tech.oil.market.html. Ανακτήθηκε στις 2008-07-14. 
  68. DC, Abeysundara; Weerakoon, C; Lucas, JR; Gunatunga, KAI; Obadagee, KC (2001) (PDF). Coconut Oil As An Alternative To Transformer Oil. ERU Symposium. http://www.elect.mrt.ac.lk/Coconut_oil_eru_2001.pdf. 
  69. James, TK; Rahman A (2005). «Efficacy of several organic herbicides and glyphosate formulations under simulated rainfall» (PDF). New Zealand Plant Protection 58: 157–163. http://www.nzpps.org/journal/58/nzpp_581570.pdf. 
  70. Brady, GS. Clauser, HR. Vaccari, JA (2002). Materials Handbook – An encyclopedia for managers, technical professionals, purchasing and production managers, technicians, and supervisors (15 έκδοση). McGraw-Hill, σελ. 250–251. ISBN 978-0-07-136076-0. 
  71. Alsberg, CL. Taylor AE (1928). The Fats and Oils – A General Overview (Fats and Oils Studies No. 1). Stanford University Press, σελ. 86. ISBN 0-8047-0330-2. 
  72. Browning, M (2003). 300 Handcrafted Soaps – Great Melt & Pour Projects. Sterling Publishing, σελ. 9. ISBN 978-1-4027-0797-1. https://books.google.com/books?id=Ck3uInPi9fgC&pg=PA9.