Γερακαριό Κιλκίς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°6′16.02″N 22°55′21.74″E / 41.1044500°N 22.9227056°E / 41.1044500; 22.9227056

Γερακαριό
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Δήμος Κρουσσών
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός Κιλκίς
Υψόμετρο 354
Πληθυσμός 243 (2001)
Άλλα
Παλαιά ονομασία Δογάντσα
Άποψη του Γερακαριού από το λόφο "Κολώνα"
Δημοτική Βιβλιοθήκη

Το χωριό Γερακαριό βρίσκεται 11 χιλιόμετρα βόρειο-ανατολικά της πόλης του Κιλκίς. Ανήκει στο Δήμος Κρουσσών της επαρχίας Κιλκίς ανατολικά του νομού Κιλκίς. Οι κάτοικοι του χωριού είναι Σαρακατσάνοι και Πόντιοι (που αποτελούν πλέον την πλειοψηφία). Συγκεκριμένα, οι πρόσφυγες σπό τον Πόντο προέρχονται κυρίως από την περιοχή της Αργυρούπολης Πόντου και συγκεκριμένα από τα Ελληνικά χωριά της κοιλάδας Δερενας-Νίβενας.[1]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Δογάντζα. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο ιδρύθηκε κοντά στο χωριό, η μονή της Παναγίας της Κρουσσιώτισσας. Η μονή ήταν χτισμένη πάνω σε αρχαίο ναό του Διονύσου, ερείπια του οποίου απαντώνται ακόμα και σήμερα[εκκρεμεί παραπομπή]. Το χωριό κατά την Τουρκοκρατία κατοικούνταν από Τούρκους και λίγους χριστιανούς. Παρά την ίδρυση της Βουλγαρικής εξαρχίας το 1870 οι κάτοικοι της Δογάντζας παρέμειναν πιστοί στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το 1879 με την εγκατάσταση του Βούλγαρου ουνίτη επισκόπου στο Κιλκίς, Νείλου Ισβόρωφ, οι κάτοικοι του χωριού ασπάστηκαν την Ουνία. Το 1881 προκλήθηκαν επεισόδια όταν οι Ουνίτες αρνήθηκαν να παραδόσουν στη Μητρόπολη Πολυανής μέρος της συγκομιδής των σιτηρών από τα κτήματα της Μονής της Παναγίας της Κρουσσιώτισσας που καλλιεργούσαν. Επιτέθηκαν δε, κατά του Μητροπολίτη Πολυανής, Θεόκλητου με σκοπό να τον φονεύσουν. Το 1887 η μονή καταστράφηκε από Ουνίτες και Εξαρχικούς. Μετά το 1893, όταν ο νέος Βουλγαρουνίτης επίσκοπος, Λάζαρος Μλαντένωφ προσχώρησε στην Βουλγαρική εξαρχία, οι Δογαντζιώτες προσχώρησαν και αυτοί στη Βουλγαρική εκκλησία. Μετά την συνθήκη του Νεϊγύ, το 1919, και το Πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ του 1924 οι κάτοικοι αποχώρησαν στη Βουλγαρία.[2]

Στην τελευταία απογραφή (2001) το χωριό είχε πραγματικό πληθυσμό 354 κατοίκους.

Ασχολία κατοίκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μόνιμοι κάτοικοι του Γερακαριού ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι βασικές καλλιέργειες των γεωργών είναι το σιτάρι και ο καπνός.

Βιβλιοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1961 ιδρύθηκε στην κοινότητα βιβλιοθήκη με 6000 περίπου τόμους βιβλία. Η βιβλιοθήκη διαθέτει συλλεκτικές εκδόσεις, σπάνιας αξίας ιστορικά αρχεία και είναι ενταγμένη στο δίκτυο εθνικών βιβλιοθηκών.

Το «εθνικό» μυστηριώδες μεταλλείο του Γερακαριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με αρχαίους συγγραφείς το υπέδαφος της περιοχής είναι πολύ πλούσιο σε μεταλλεύματα. Στα έργα τους χαρακτηρίζεται η ευρύτερη περιοχή ως χρυσοφόρον «Δύσωρον».

Μια παράδοση λέει ότι την περίοδο της Τουρκοκρατίας γινόταν εκτεταμένη εκμετάλλευση κοιτασμάτων χρυσού. Το 1890 η τουρκική κυβέρνηση έδωσε εντολή στον Ούγγρο μηχανικό Λαδίσλαο Κασβίνσκυ να τοπογραφήσει τη Μακεδονία. Κατά τις εργασίες του στην περιοχή του Γερακαριού ισχυρίστηκε ότι βρήκε κοιτάσματα αντιμονίου. Ζήτησε και πήρε άδεια εκμετάλλευσης μεταλλείου αντιμονίου. Επειδή όμως εγκατέστησε μεταλλουργικό καμίνι και ζούσε πλουσιοπάροχα, κίνησε τις υποψίες όλων ότι βρήκε φλέβα χρυσού.[3] Οι Τούρκοι, αφού κήρυξαν έκπτωτο τον Ούγγρο μηχανικό, πήραν οι ίδιοι το δικαίωμα της εκμετάλλευσης. Στις έρευνες όμως που έκαναν δεν βρήκαν απολύτως τίποτα. Οι Νεότουρκοι χαρακτήρισαν εθνικό το μυστηριώδες αυτό μεταλλείο. Στη συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε το 1913 ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία το εξαίρεσαν από την παραχώρηση εδαφών κι έτσι δεν πέρασε στην κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου. Αργότερα, το 1920, ψηφίστηκε ο νόμος 2414 για την παραχώρησή του. Το ελληνικό Δημόσιο έδωσε χρήματα στον Κασβίνσκυ να κάνει νέες έρευνες. Και αυτή τη φορά όμως οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες. Οι προσπάθειες να βρεθεί η φλέβα χρυσού συνεχίσθηκαν για πολλές δεκαετίες χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.[4].  

Η περιοχή που διαδραματίζεται η όλη προσπάθεια μισού αιώνα περί εκμεταλλεύσεως του μεταλλείου αντιμονίου του Αβρέτ Χισάρ και του Λαντισλάβ Κασβίνσκυ συνορεύει περίπου με το σημερινό Γυναικόκαστρο αλλά και την ευρύτερη περιοχή των Κρουσσίων (Ποντοκερασιά, Βάθη και Γερακαριό) όπου το ΙΓΜΕ έχει ορίσει ως περιοχή  έρευνας χρυσοφόρων κοιτασμάτων. Κι ακόμη με την περιοχή του Δημόσιου Μεταλλευτικού Χώρου (ΔΜΧ) Βάθης –Γερακαρίου του Κιλκίς για τον οποίον προκηρύχθηκε Δημόσιος Διεθνής ανοικτός Πλειοδοτικός Διαγωνισμός το 2011-2012,  χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα[5].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σάββας Καλεντερίδης "Ανατολικός Πόντος" Σελ.314 - Εκδόσεις infognomon
  2. Αθανάσιος Α. Αγγελόπουλος, Αι ξέναι Προπαγάνδαι εις την επαρχίαν Πολυανής κατά την περίοδον 1870 - 1912, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ), Θεσσαλονίκη 1973, ανατύπωση 1993, σσ. 103, 104, 105, 106
  3. Περιοδικό ΠΡΙΣΜΑ Αλέκος Κοντοειδής "Το μεταλείο χρυσού Γερακαριού (Αβρέτ Ισάαρ)"
  4. Αλ. Κοντοειδή: Γερακαριό, Κιλκίς, στο περιοδικό "Το ποντιακό", τεύχος 10/1952
  5. «Το μεταλλείο Αβρέτ Χισάρ, ο Κασβίνσκυ και ο χρυσός του Μακεδονικού Κιλκίς». http://elladitsamas.blogspot.gr/2015/10/blog-post_26.html.