Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βοβούσα Ιωαννίνων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 39°56′15.54″N 21°3′0.14″E / 39.9376500°N 21.0500389°E / 39.9376500; 21.0500389

Βοβούσα
Βοβούσα is located in Greece
Βοβούσα
Βοβούσα
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
Αποκεντρωμένη ΔιοίκησηΔιοίκηση Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας
ΠεριφέρειαΗπείρου
Περιφερειακή ΕνότηταΙωαννίνων
ΔήμοςΖαγορίου
Δημοτική ΕνότηταΒοβούσης
Γεωγραφία
Γεωγραφικό διαμέρισμαΉπειρος
ΝομόςΙωαννίνων
Υψόμετρο977 μέτρα
Πληθυσμός
Μόνιμος132
Έτος απογραφής2021
Πληροφορίες
Παλαιά ονομασίαΜπαϊεάσα
Βωβούσα
Ταχ. κώδικας440 14
Τηλ. κωδικός2656
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Βοβούσα[1], έως το 1940 γνωστή υπό την ορθογραφία Βωβούσα[2], είναι παραδοσιακός[3] οικισμός του δήμου Ζαγορίου στον νομό Ιωαννίνων της Ηπείρου.

Το χωριό γραφόταν επίσημα μέχρι το 1940 ως Βωβούσα[2], μορφή που εξακολουθεί να υφίσταται στον γραπτό λόγο, παράλληλα με την επίσημη[4]. Επιπλέον είναι γνωστό στα βλάχικα ως Μπαϊεάσα[5] ή Μπαϊάσα[6].

Τόσο οι ελληνικές όσο και οι βλάχικες μορφές προέρχονται από τη μεσαιωνική ονομασία του ποταμού Αώου, η οποία είναι άγνωστης ετυμολογίας, με την πιο διεξοδική μελέτη να την αναφέρει ως λατινικής προέλευσης[7].

Η Βοβούσα είναι κτισμένη σε υψόμετρο περίπου 1000 μέτρων[2], σε απόσταση 72 χιλιομέτρων βορειοανατολικά της πόλης των Ιωαννίνων. Ιστορικά και γεωγραφικά ανήκει στην περιοχή του Ανατολικού Ζαγορίου[8][9].

Κτισμένη εντός της κοιλάδας του Αώου, αποτελείται από δύο συνοικίες, ανάμεσα από τις οποίες διέρχεται ο ποταμός[10][11]. Διαχρονικά, το κυρίως χώριο είναι ανεπτυγμένο στη δεξιά ή ανατολική όχθη[10][12]. Γύρω από το ποτάμι υπάρχουν αξιόλογοι οικότοποι που φιλοξενούν πλούσια χλωρίδα και πανίδα.[13]

Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, η Βοβούσα διαθέτει 132 κατοίκους[14], ωστόσο υποστηρίζεται πως ο πραγματικός της πληθυσμός είναι κατά πολύ μικρότερος[15][16]. Οι κάτοικοί της ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα[17] (κυρίως την υλοτομία[18]) και τον τουρισμό.

Εκκλησιαστικά υπάγεται στη μητρόπολη Ιωαννίνων και ο κεντρικός ναός είναι αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο[19]. Στη δυτική συνοικία του χωριού υπάρχει ο ναός του Αγ. Αθανασίου, κτισμένος στη θέση παλαιότερου που καταστράφηκε επί Κατοχής[16][20].

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση η Βοβούσα προέκυψε από τη συνένωση τεσσάρων μικρότερων χωριών.[21] Επί Τουρκοκρατίας ήταν μέλος της αυτόνομης περιοχής του Ζαγορίου[22]. Γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και αξιόλογη εμπορική κίνηση, καθώς από εδώ διερχόταν σημαντικός εμπορικός δρόμος που συνέδεε το Αν. Ζαγόρι με τη Δυτική Μακεδονία[23].

Κατά τα παλαιότερα χρόνια, οι κύριες ασχολίες των κατοίκων της Βοβούσας περιστρέφονταν γύρω από την κτηνοτροφία, το εμπόριο και τις μεταφορές[18][24].

Το 1814 η κωμόπολη λεηλατήθηκε με εντολή του Αλή Πασά[25] και την ίδια χρονιά επλήγη από επιδημία[26]. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια μια σειρά ληστρικών επιδρομών, καθώς και η λεηλασία που υπέστη ο οικισμός από σουλτανικά στρατεύματα το 1829. Αυτές οι καταστροφές οδήγησαν σε σημαντική μείωση του πληθυσμού, καθώς αρκετές οικογένειες έφυγαν προς το ελληνικό βασίλειο, τη Μακεδονία και τη Θράκη[25]. Χαρακτηριστικά, ενώ το 1812 υπολογίζεται πως στη Βοβούσα ζούσαν 150 οικογένειες, μερικές δεκαετίες αργότερα (το 1856) καταγράφτηκαν[27] μόλις 42. Εκείνη την εποχή παρατηρείται και η στροφή της οικονομίας του χωριού από τη γεωργοκτηνοτροφία και τις μεταφορές προς την υλοτομία[24].

Στα τέλη του 19ου αιώνα παρουσιάστηκε διείσδυση ρουμανικών κύκλων στον οικισμό[28][29], ενώ σύμφωνα με την οθωμανική στατιστική του 1895, ο πληθυσμός της Βοβούσας ανερχόταν στους 497 κατοίκους (269 άνδρες και 228 γυναίκες), κατανεμημένους σε 58 φορολογικούς χανέδες.[30] Γύρω στο 1900, η Βοβούσα αποτελούσε τμήμα του λεγόμενου Βλαχοζάγορου, της ανατολικής περιοχής του Ζαγορίου όπου εξακολουθούσε να ομιλείται η βλάχικη γλώσσα.[31]

Η διαμάχη ανάμεσα στην ελληνική και τη ρουμανική μερίδα οδήγησε σε ποικίλες εντάσεις, στο πέρασμα των ετών[32][33]. Σε αυτές ενεπλάκησαν, στο πλευρό των λεγόμενων «ρουμανιζόντων», ο Απόστολος Μαργαρίτης (κατηγορώντας στις οθωμανικές αρχές τους πρόκριτους της Βοβούσας ως μέλη ελληνικών επαναστατικών οργανώσεων[29]) και ο Ιωάννης Μανάκης (υποστηρίζοντας τη ρουμανική πλευρά σε εκκλησιαστική διένεξη το Πάσχα του 1905[34]). Επιπλέον, παρατηρήθηκαν και σοβαρότερα περιστατικά[35], όπως η δολοφονία των αδελφών Μπελτζαίων από Ρουμάνους πράκτορες, ενέργεια την οποία αργότερα (1909) ανταπέδωσε το Ηπειρωτικό Κομιτάτο με την εξόντωση των ληστανταρτών Σκουμπραίων-Μποτασήδων που είχαν στρατολογηθεί στη ρουμανική πλευρά[28]. Ακόμη, το 1912 ένοπλοι του Ρουμανόβλαχου κομιτατζή Στ. Αποστολίνα, σκότωσαν τέσσερις υλοτόμους του χωριού[36].

Δρόμος εντός του χωριού.

Η Βοβούσα περιήλθε στο ελληνικό κράτος το 1913, στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ακολούθησε το 1917 η προσωρινή κατοχή της κοινότητας (μαζί με ένα μεγάλο μέρος της Ηπείρου) από τον ιταλικό στρατό στα πλαίσια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επανάκτηση της περιοχής από την Ελλάδα λίγο αργότερα, προκάλεσε την αντίδραση Ρουμανόβλαχων κατοίκων, οι οποίοι αφού αντιστάθηκαν ένοπλα στον ελληνικό στρατό[37], αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά τη Βοβούσα καθώς είχαν εκτεθεί ως ρουμανικής εθνικής συνείδησης, αλλά και ως συνεργάτες των Ιταλών.[38] Εκείνο το διάστημα υπολογίζεται πως κατέφυγαν στην Αλβανία περίπου 10 οικογένειες Ρουμανόβλαχων[37]. Παράλληλα, κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στον οικισμό ολιγάριθμες οικογένειες Σαρακατσάνων.[39]

Κατά τις πρώτες μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου, η Βοβούσα κατελήφθη στις 3 Νοεμβρίου από προκεχωρημένες δυνάμεις του ιταλικού στρατού[40][41]. Μάλιστα, αναφέρεται ως το ακρότατο σημείο της προέλασης του εντός ελληνικού εδάφους[11]. Ωστόσο οι Ιταλοί καθηλώθηκαν στο χωριό λόγω της αντίστασης που προέλαβαν οι μικρές ελληνικές δυνάμεις που βρέθηκαν εκεί συνεπικουρούμενες από τον ντόπιο πληθυσμό. Την επόμενη μέρα η Βοβούσα επανήλθε οριστικά σε ελληνικό έλεγχο[41][42][43].

Το χωριό κάηκε από τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής στις 23 Οκτωβρίου 1943.[44][χρειάζεται καλύτερη πηγή] Μεταπολεμικά, η Βοβούσα ανοικοδομήθηκε[16], ωστόσο η πλειοψηφία των κατοίκων της εγκαταστάθηκε στα αστικά κέντρα.[45]

Μέχρι και τη δεκαετία του 1970, η Βοβούσα συγκαταλεγόταν στην κατηγορία των οικισμών όπου οι κάτοικοί τους διακρίνονταν για την υψηλού επιπέδου γνώση ή κατανόηση της βλαχικής γλώσσας.[46] Το χωριό διατηρεί τα βλάχικα έθιμα και παραδόσεις. Αποτελεί μία από τις εισόδους προς τον Εθνικό Δρυμό της Βάλια Κάλντα.[47]

Από τη Βοβούσα κατάγονταν ο γραμματικός του Αλή Πασά, Αθανάσιος ή Αναγνώστης Χατζηγεωργίου Ρίζου και ο υποπρόξενος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στις Σέρρες κατά τον 19ο αιώνα, Κ. Κ. Κοντός.[48]

Το γεφύρι της Βοβούσας.

Σημείο αναφοράς της Βοβούσας αποτελεί το πέτρινο μονότοξο γεφύρι που ενώνει τις δυο όχθες του Αώου και τις γειτονιές του χωριού. Κτίστηκε το 1748 με δαπάνες του Μονοδενδρίτη Αλέξη Μίσιου[44][49], πιθανότατα στη θέση παλαιότερου γεφυριού. Αν και έχει υποστεί αρκετές αλλαγές, διακρίνεται για το ξύλινο στηθαίο του και έχει αναγνωριστεί από το 1964 ως νεότερο αρχαιολογικό μνημείο[20][50][51].

Ξεχωρίζουν ακόμα οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου (κτίσμα του 1814), της Αγίας Παρασκευής (όπου πραγματοποιείται η θεία λειτουργία κάθε 26η Ιουλίου) και το παραδοσιακό τριήμερο πανηγύρι της Βοβούσας και της Παναγίας κλπ.

Κοντά στον οικισμό βρίσκεται το πέτρινο μονότοξο γεφύρι του Ασπρορέματος ή Λα πόντικα («γεφυράκι» στα βλάχικα)[52]. Επιπλέον, η Βοβούσα αποτελεί μια από τις εισόδους προς τον Εθνικό Δρυμό της Βάλια Κάλντα και αφετηρία ή σταθμός διαδρόμων πεζοπορικών και ορειβατικών διαδρομών[53].

Διοικητικά στοιχεία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως οικισμός αναφέρεται, μετά την Τουρκοκρατία, γραμμένη ως Βωβούσα (με "ω") το 1919 στο ΦΕΚ 184Α - 19/08/1919 να ορίζεται έδρα της ομώνυμης νεοϊδρυθείσας κοινότητας. Το 1940 το όνομά της τροποποιήθηκε σε Βοβούσα (με "ο").[54] Σύμφωνα με το πρόγραμμα Καλλικράτης αποτελεί κοινότητα[55] που ανήκει στη Δημοτική Ενότητα Βοβούσης του Δήμου Ζαγορίου[14].

Απογραφές πληθυσμού

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Απογραφή 1895 1913 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011 2021
Πληθυσμός 497[30] 505[56] 387[2] 680[2] 106[2] 217[2] 135[2] 190[2] 136[2] 179[6] 115[6] 132[14]
  1. «Διοικητικές μεταβολές οικισμών: Βοβούσα (Ιωαννίνων)». eetaa.gr. ΕΕΤΑΑ. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2026.
  2. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 Σταματελάτος, Μιχαήλ· Βάμβα-Σταματελάτου, Φωτεινή (2012). Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδας. Α΄. ΤΑ ΝΕΑ. σελ. 139.
  3. Τουφεγγοπούλου 2014, σελ. 59.
  4. Ενδεικτικά:
  5. Κουκούδης 2000, σελ. 153.
  6. 1 2 3 «Βοβούσα». izagori.gr. Ζαγόρι, Φύση και Πολιτισμός - Ψηφιακός Οδηγός. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουνίου 2026.
  7. Δασούλας, Φάνης (22 Απριλίου 2019). «Τα βλάχικα τοπωνύμια της Βωβούσας - Ανθρωπολογικές και γλωσσολογικές επισημάνσεις». vlahoi.net. Βλάχοι.net. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2026.
  8. Τσέφος 2001, σελ. 13.
  9. Γκούτος 2023, σελ. 291.
  10. 1 2 Δημητρακόπουλος 1909, σελ. 21.
  11. 1 2 Ζαούσης 1987, σελ. 124-125.
  12. Γκούτος 2023, σελ. 292.
  13. Αρχειοθετήθηκε 2016-03-04 στο Wayback Machine., Αρχειοθετήθηκε 2016-03-04 στο Wayback Machine., Αρχειοθετήθηκε 2016-03-04 στο Wayback Machine., Αρχειοθετήθηκε 2021-08-05 στο Wayback Machine.
  14. 1 2 3 «ΦΕΚ αποτελεσμάτων ΜΟΝΙΜΟΥ πληθυσμού απογραφής 2021». σελ. 21687 (σελ. 105 του pdf).
  15. «Τοποθεσία». vovousafestival.gr. Φεστιβάλ Βωβούσας. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2026.
  16. 1 2 3 Εκσιέλ, Ρόμπυ (12 Ιανουαρίου 2023). «Βοβούσα: Στο χωριό του ανατολικού Ζαγορίου, πλάι στα γάργαρα νερά του Αώου». travel.gr. Travel. Ανακτήθηκε στις 6 Ιουνίου 2026.
  17. Τουφεγγοπούλου 2014, σελ. 457.
  18. 1 2 Αλεξάκη & Αθανασιάδης 2003, σελ. 132.
  19. «Ενορίες – Εφημέριοι». imioanninon.gr. Ιερά Μητρόπολις Ιωαννίνων. Ανακτήθηκε στις 6 Ιουνίου 2026.
  20. 1 2 Μαθιουδάκης, Βασίλης (2009). «Διαδρομές (Λιγκιάδες-Βωβούσα)». Ανακαλύψτε την Ελλάδα. Πράσινες αποδράσεις (Ζαγοροχώρια - Τζουμέρκα - Κόνιτσα - Γιάννινα - Μέτσοβο - Πωγώνι) (ΤΑ ΝΕΑ) (38): 47-48.
  21. Κουκούδης 2000, σελ. 162.
  22. Λαμπρίδης 1870.
  23. Μπαλοδήμου 2022, σελ. 180, 186 & 230.
  24. 1 2 Δαλκαβούκης 2001, σελ. 45.
  25. 1 2 Βακαλόπουλος 2003, σελ. 320.
  26. Κουκούδης 2000, σελ. 178-179.
  27. Κουκούδης 2000, σελ. 177.
  28. 1 2 Βακαλόπουλος 2003, σελ. 518.
  29. 1 2 Νικολαΐδου 1995, σελ. 145 & 156-157.
  30. 1 2 Κοκολάκης 2003, σελ. 265.
  31. Κουκούδης 2008, σελ. 15.
  32. Νικολαΐδου 1995, σελ. 157.
  33. Δαλκαβούκης 2001, σελ. 30-31.
  34. Σιώκης 2024, σελ. 294-295.
  35. Νικολαΐδου 1995, σελ. 280.
  36. Γκούτος 2023, σελ. 300.
  37. 1 2 Διβάνη 1995, σελ. 99.
  38. Δαλκαβούκης 2005, σελ. 43.
  39. Κουκούδης 2000, σελ. 154.
  40. Μαχάς 1967, σελ. 377.
  41. 1 2 Παπακωνσταντίνου 1966, σελ. 61.
  42. Ζαούσης 1987, σελ. 124-125 & 127.
  43. Δαλκαβούκης 2001, σελ. 33 & 321.
  44. 1 2 Μηνακάκης 2006, σελ. 139.
  45. Κολτσίδας 1998, σελ. 199.
  46. Κολτσίδας 1998, σελ. 197.
  47. Κιούσης, Ντίνος (12-11-2007). «Νομός Ιωαννίνων: Χειμωνιάτικες εξορμήσεις στα Ζαγόρια». Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 22-01-2011. Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate=, |date= (βοήθεια)[νεκρός σύνδεσμος]
  48. Κουκούδης 2000, σελ. 178-181.
  49. «Πέτρινο γεφύρι Βωβούσας». izagori.gr. Ζαγόρι, Φύση και Πολιτισμός - Ψηφιακός Οδηγός. Ανακτήθηκε στις 6 Ιουνίου 2026.
  50. Μπαλοδήμου 2022, σελ. 230.
  51. «ΥΠΠΟ-Διαρκής κατάλογος των κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων της Ελλάδας». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Ιουλίου 2017. Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2011.
  52. «Πέτρινο γεφύρι "Λα Πόντικα"». izagori.gr. Ζαγόρι, Φύση και Πολιτισμός - Ψηφιακός Οδηγός. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουνίου 2026.
  53. Τουφεγγοπούλου 2014, σελ. 424-425.
  54. «Πάπιγκον Ιωαννίνων». Διοικητικές μεταβολές των ΟΤΑ. Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης. Ανακτήθηκε στις 5 Απριλίου 2026.
  55. «e-nomothesia.gr | Τράπεζα Πληροφοριών Νομοθεσίας». support.e-nomothesia.gr. Ανακτήθηκε στις 5 Απριλίου 2026.
  56. Βασίλειον της Ελλάδος. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Στατιστικής, Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913, Εν Αθήναις, 1915, σελ. 59.

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]