Βασίλειος Ζούρκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βασίλειος Ζούρκας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1844
Νυμφαίο Φλώρινας
Εθνικότητα Έλληνες
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα επαναστάτης
Κλέφτης

Ο Βασίλειος Ζούρκας (1844 - ;) ήταν Έλληνας οπλαρχηγός της Μακεδονικής επανάστασης του 1878.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασίλειος Ζούρκας γεννήθηκε στο Νυμφαίο Φλώρινας το 1844. Ήταν γόνος σπουδαίας οικογένειας του Νυμφαίου με συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες ήδη από το 1821 (οι πλέον γνωστοί αγωνιστές του 1821, της οικογενείας Ζούρκου ή Ζούρκα, ήταν οι αδελφοί Βασίλειος Μεσολογγίτης και Αντώνιος). Από νωρίς η οικογένειά του μετακόμισε στην Καστοριά για λόγους ασφαλείας, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Το 1870 μη μπορώντας να αντέξει την Οθωμανική καταπίεση, άρχισε την ένοπλη κλέφτικη δράση. Έδρασε σε όλη την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, καθώς και στη Θεσσαλία. Συγκεκριμένα, στην Καστοριά, Τζώρτζια Ασπροποτάμου, Μοναστήρι, Αχρίδα, Δίβρη, Βέροια, Άγιο Όρος, Κατερίνη και Λάρισα, υπερασπιζόμενος πάντα τους χριστιανούς έναντι των αυθαιρεσιών των Τουρκικών αρχών. Αναγκάστηκε να προσφύγει στα ελεύθερα εδάφη και συγκεκριμένα στη Σούρπη αφήνοντας πίσω του μεγάλη περιουσία, την οποία απέκτησε από την κλέφτικη δράση του.

Κατά τη Θεσσαλομακεδονική επανάσταση του 1878, ανέπτυξε έντονη δράση στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας (και ιδιαίτερα στα Κορέστια, τις Πρέσπες και την Αχρίδα) και συνεργάστηκε με τον Μακεδόνα Κωνσταντίνο Ισχόμαχο και άλλους αξιωματικούς του Ελληνικού τακτικού στρατού. Χρηματοδότησε μόνος του το σώμα το οποίο διατηρούσε, αρνούμενος να δεχτεί χρήματα από την Ελληνική κυβέρνηση.

Η κλέφτικη δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1870 με τον νεώτερο αδερφό του Πέτρο και τον κοινό φίλο τους Δημήτριο Νταλίπη φιλοξενούνταν στο Καλαμίτσι των Γρεβενών από τον οικογενειακό φίλο του πατρός τους και ιερέα του χωριού, Δημήτριο Αναγνώστου. Εκεί γίναν μάρτυρες του βιασμού της θυγατέρας του παπα-Δημήτρη, Μαριγώς από το διερχόμενο Τουρκαλβανό λήσταρχο Αλήαγα. Ο Βασίλειος Ζούρκας συνεπλάκη με τον Αλήαγα και τον σκότωσε με πυροβολισμό. Στη συμπλοκή έσπευσαν και πέντε χωριανοί Τούρκοι, καθώς και ο Πέτρος και ο Δ. Νταλίπης. Ο Βασίλης Ζούρκας σκότωσε τρεις Τούρκους και μαζί με τον αδερφό του και τον Δ. Νταλίπη διέφυγαν στα βουνά. Έτσι παράτησε την εύπορη ζωή που του εξασφάλιζε η καταγωγή του και ξεκίνησε τη ζωή του κλέφτη. Το 1871 βρέθηκε στην Αχρίδα όπου ο τοπικός δικαστής (καδής) καταδυνάστευε τους χριστιανούς και έκαψε την οικία του. Ο καδής προσπάθησε να μεταφέρει τη γυναίκα του σε ασφαλές μέρος αλλά ο Ζούρκας σκότωσε τρεις από τη δεκαμελή φρουρά της και την έστειλε ολόγυμνη στον άντρα της με απειλιτικό σημείωμα. Έκτοτε οι χριστιανοί της Αχρίδας απαλλάχτηκαν από την αυθαιρεσία του. Τα επόμενα χρόνια, μαζί με το πρωτοπαλίκαρό του Δημήτριο Νταλίπη, ο Βασίλειος Ζούρκας βρέθηκε στη Τζώρτζια Ασπροποτάμου όπου οι Τούρκοι ληστές Τζηπλάκος και Σιέρος είχαν απαγάγει τη σύζυγο του Έλληνα Νάκου Μπράντζιτσα κατ' εντολήν του Αγά Αλήμπεη της Πόιανης Κορυτσάς. Ο Βασίλειος Ζούρκας ενέδρευσε με το Δημήτριο Νταλίπη και σκότωσε τους δύο ληστές. Έστειλε δε, απειλητικό σημείωμα στον Αγά Αλήμπεη, ώστε να μη διαπράξει ξανά απαγωγές Ελληνίδων. Έτσι η Τζώρτζια απαλλάχτηκε από τους βίαιους εξισλαμισμούς των γυναικών.[1]

Η επαναστατική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιανουάριο του 1878 ο Βασίλειος Ζούρκας μετέβη στην ελεύθερη Ελλάδα με 160 μαχητές, απ' όπου παρέλαβε πολεμοφόδια και μία σημαία (δεν δέχτηκε χρήματα) από τον Κωνσταντίνο Ισχόμαχο. Στις 18 Ιανουαρίου του 1878 συγκρούστηκε με 1.000 Οθωμανούς κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας Ξενίας (μεταξύ Σούρπης και Αλμυρού) κοντά στην τότε Ελληνοτουρκική μεθόριο. Προς βοήθειά του έσπευσε και ο υπολοχαγός Αξελός. Αφού οι Έλληνες πολιορκήθηκαν εντός της μονής για μία ημέρα, μεσολάβησε ο Άγγλος πρέσβυς και επήλθε λύση της πολιορκίας. Στις συμπλοκές αυτές σκοτώθηκαν 10 Έλληνες και 440 Τούρκοι. Στη συνέχεια ενώθηκε με τα σώματα των οπλαρχηγών Αχ. Βελέντζα, Νικολαΐδη, Θρασ. Βελέντζα και Μήτρα, και σχηματίστηκε έτσι σώμα 700 μαχητών. Έτσι στις 3 και 4 Φεβρουαρίου του 1878 το ενωμένο σώμα των Ελλήνων έδωσε μάχες με 7.000 Οθωμανούς μεταξύ του Αλμυρού και Πλατάνου. Στις μάχες αυτές σκοτώθηκαν 17 Έλληνες, ενώ οι απώλειες από την Τουρκική πλευρά ήταν 800 νεκροί και τραυματίες. Στις αρχές Μαρτίου του ίδιου έτους ο Βασίλειος Ζούρκας με 160 μαχητές, ο Μήτσας με 350 και ο Βασίλειος Φαρμάκης (από τη Σλήμνιτσα Καστοριάς)[2] με 100 μαχητές κινήθηκαν προς την Αγιά. Εκεί ενώθηκαν με τα σώματα του Θεόδωρου Τσελιοπίτσαρη και Λεωνίδα Βούλγαρη που αποτελούνταν συνολικά από 300 άνδρες. το σώμα των Ελλήνων (δύναμης 900 ανδρών περίπου) συγκρούστηκε στην Αγιά με 9.000 Οθωμανούς. Η μάχη κράτησε από το πρωί της 2ας Μαρτίου έως τη δύση του ηλίου και οι απώλειες για τους Έλληνες ήταν 40 (νεκροί και τραυματίες) ενώ για τους Τούρκους 1.300 (νεκροί και τραυματίες). Μετά τη μάχη οι επαναστάτες κατέφυγαν στη Μακρυνίτσα όπου ενώθηκαν με το σώμα του οπλαρχηγού Μπασδέκη. Εκεί τους επιτέθηκε αιφνιδιαστικά Οθωμανικό απόσπασμα και στη μάχη που ακολούθησε οι Έλληνες υπέστησαν πανωλεθρία. Το σώμα του Θρασύβουλου Βελέντζα συνετρίβη. Οι απώλειες για τους Έλληνες ήταν 40 νεκροί και για Τούρκους 1.300.[3]

Μετά την καταστροφή της Μακρυνίτσας ο Βασίλειος Ζούρκας ξεκίνησε προς τη Μακεδονία. Στις 18 Απριλίου έδωσε μάχη με 60 Τουρκαλβανούς στη μονή Δεντούση (κοντά στην Καλαμπάκα), όπου σκοτώθηκαν 23 εκ των Τουρκαλβανών. Στις 23 Απριλίου (ανήμερα του Αγίου Γεωργίου) στο Καρπερό (Δημηνίτσα) όπου είχε προσφύγει για να εκκλησιαστεί, περικυκλώθηκε από Τουρκικό απόσπασμα 1.600 ανδρών υπό τον Αλβανό Ρουσάμπεη. Στη συμπλοκή που ακολούθησε ο Ζούρκας και οι άνδρες του έτρεψαν σε άτακτο γυφή τους Οθωμανούς, σκοτώνοντας 26 εξ αυτών. Στις 26 Απριλίου του 1878 στη θέση Έξι Ρέματα κοντά στο Μέτσοβο προσέβαλε την πομπή (αποτελούμενη από 50 άνδρες) του επάρχου (καίμακάμη) Ιωαννίνων και σκότωσε τον ίδιο, δυο ανηψιούς του και 3 στρατιώτες. Στις 2 Μαΐου του ίδιου έτους στην Ιεροπηγή (Κωστενέτσι) Καστοριάς επιτέθηκε κατά των Τουρκαλβανών ληστών Μάλιο και Αμπεντίν μπέη, οι οποίοι ζητούσαν φόρο από τους χωρικούς. Σκότωσε το Μάλιο και 35 από τους ληστές και απελευθέρωσε 2 ομήρους που είχαν απαγάγει από το Μοναστήρι. Ο Αμπεντίν μπέης διέφυγε τραυματισμένος. Στις 28 Μαΐου κατατρόπωσε 600 στρατιώτες κοντά στη Ζεμύρδαινη (Μελάνθιο) Καστοριάς που είχαν ξεκινήσει από την Καστοριά για να τον συλλάβουν. Στις 29 Ιουνίου κοντά στο Πισοδέρι συνεπλάκη με Οθωμανικά αποσπάσματα από το Μοναστήρι και τη Φλώρινα (συνολικής δύναμης 250 πεζών και 200 ιππέων) που είχαν εντολές να τον εξοντώσουν. Στη συμπλοκή το σώμα του Β. Ζούρκα 43 στρατιώτες, αιχμαλώτισε 8 και άρπαξε 28 άλογα και 8 φορτία πολεμοφόδια. Στις 10 Ιουλίου στο Πετρωτο Τρικάλων προσέβαλε ομάδα Τουρκαλβανών ληστών που είχαν απαγάγει την κόρη του παπα-Αντώνη, σκότωσε 16 ληστές και απελευθέρωσε την κοπέλα. Στις 18 Ιουλίου του 1878 το σώμα του Βασίλειου Ζούρκα σκότωσε τον Οθωμανό Κιατίπ και τους 23 συντρόφους του, οι οποίοι συγκέντρωναν υπογραφές από Τούρκους προκρίτους προκειμένου να θανατωθούν οι κάτοικοι των χριστιανικών χωριών διότι υποστήριζαν τους επαναστάτες. Στη συνέχεια ο Ζούρκας έστειλε επιστολή στον πασά Γεωργίτσας Γόργιανης ώστε να σταματήσουν τα τουρκικά αντίποινα σε άμαχους χριστιανούς.[4]

Στις 22 Ιουλίου, στη Σβέδα Σιδηροκάστρου (Δεμίρ Χισάρ) Πελαγονίας συγκρούστηκε με Οθωμανικό απόσπασμα 500 ανδρών υπό τον Δερβίς μπέη. Στη μάχη σκοτώθηκε ο Δερβίς μπέης και 60 Οθωμανοί στρατιώτες. Στη συνέχεια κατευθήνθηκε προς την Αχρίδα, όπου και συγκρούστηκε με σώμα 1.800 Γκέκηδων στις 12 Αυγούστου. στη μάχη σκοτώθηκαν 90 Γκέκηδες, ανώ από την πλευρά των Ελλήνων σκοτώθηκαν 2. Ο ένας μάλιστα, που έμοιαζε με το Βασίλειο Ζούρκα, αποκεφαλίστηκε από τους Οθωμανούς και η κεφαλή του περιφέρονταν πανηγυρικά στο Μοναστήρι με την εσφαλμένη αντίληψη ότι επρόκειτο για τον Βασίλειο Ζούρκα. Στις 27 Αυγούστου όμως, σε μάχη του σώματος του Βασίλειου Ζούρκα με Οθωμανούς στο Διαβατό Μοναστηρίου, όπου σκοτώθηκαν 18 Οθωμανοί, διαπιστώθηκε ότι ο Έλληνας επαναστάτης ζει.[5]

Στις 8 και 17 Σεπτεμβρίου συγκρούστηκε με Οθωμανικές δυνάμεις κοντά στη Μικρή Πρέσπα, όπου σκοτώθηκαν συνολικά 10 Οθωμανοί στρατιώτες. Στις 20 Οκτωβρίου συνεπλάκη με το σώμα του κλέφτη Αμπεντίν μπέη, του οποίου το σώμα αποτελούνταν από 500 στρατιώτες, τακτικούς και ατάκτους. Στη μάχη σκοτώθηκε ένας σύντροφος του Ζούρκα και 29 εκ των αντιπάλων του.[6]

Κατά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα προσβλήθηκε την 1η Νοεμβρίου του 1878 στη Βλαχάβα Τρικάλων από σώμα του Οθωμανού Αλή πασά, αποτελούμενο από 1.600 στρατιώτες. Μετά από τρίωρη μάχη, υποχώρησε αφήνοντας 7 νεκρούς από τους αντιπάλους του. Στις 8 Νοεμβρίου έφτασε στη Φουρνά Ευρυτανίας με 90 άνδρες, όπου παρέδωσε τα όπλα στις εκεί στρατιωτικές αρχές και μετέβη στη Λαμία.[7]

Η μετέπειτα δράση του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ίδιο μήνα (Νοέμβριος του 1878) μετέβη στην Αθήνα, όπου ήρθε σε επαφή με τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, σχετικά με το ζήτημα της αποκατάστασης των προφύγων που συνέρρεαν από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, ως αποτέλεσμα των αντιποίνων των Οθωμανών εξαιτίας της Μακεδονικής Επανάστασης του 1878. Στη συνέχεια μετέβη στα ελληνο-οθωμανικά σύνορα, όπου περισυνέλεξε τους πρόσφυγες με τις οικογένειές τους, και συνέδραμε στην εγκατάστασή τους στον Πτελεό Αλμυρού της Μαγνησίας.[8]

Την ίδια εποχή, ο Βασίλειος Ζούρκας έμαθε ότι στις φυλακές Γρεβενών, ο Βελήμπεης κρατούσε δέκα γυναίκες συγγενείς του. Ο Ζούρκας αρχικά προσπάθησε να τις εξαγοράσει αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό. Έτσι την 1η Ιανουαρίου του 1879 και μετά από επιστολές των γυναικών που του εξέθεταν τα βασανιστήρια στα οποία τις υπέβαλαν, συγκρότησε ένοπλο σώμα με πρωτοπαλίκαρο τον Νικόλαο Κορδίστα (επίσης από το Νυμφαίο) και αποτελούμενο από 40 μαχητές. Στη συνέχεια επιτέθηκε στην έπαυλη του Εμίν πασά της Λάρισας που φρουρούνταν από 160 στρατιώτες. Μετά από σφοδρή μάχη και το θάνατο 16 στρατιωτών του Εμίν πασά, η φρουρά του διασκορπίστηκε και ο Ζούρκας εισέβαλε εντός της έπαυλης. Ο Εμίν πασάς είχε καταφέρει να διαφύγει κι έτσι ο Ζούρκας απήγαγε τη σύζυγό του, το γιο του και μία υπηρέτρια και τους μετέφερε σε μια σπηλιά στη θέση "Γιατάκια των Κλεφτών", κοντά στην Κουρφάλη (Κρόκιο) της περιοχής Αλμυρού. Κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, προσέφερε στον Εμίν πασά ανταλλαγή των αιχμαλώτων, αλλά αυτός αρνήθηκε. Στη συνέχεια ο Εμίν πασάς κάλεσε το Ζούρκα σε κατ' ιδίαν διαπραγματεύσεις στην Δαουτσιά (Πέρδικα), με σκοπό να τον παγιδεύσει. Ο Ζούρκας αντιλαμβανόμενος την παγίδα, άφησε μόνο 4 συντρόφους του να φυλούν τους αιχμαλώτους και μετέβη με όλο του το σώμα. Εκεί, μετά από σκληρή μάχη με 200 στρατιώτες του Εμίν, κατάφερε να τους διασκορπίσει αφού άφησε και 28 εξ αυτών νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Στη συνέχεια ο Εμίν πασάς της Λάρισας συγκέντρωσε το στρατό της Λάρισας, του Βόλου και του Δομοκού και με επικεφαλής τον Σιδέρ πασά εκστράτευσε κατά του Ζούρκα με 5.000 στρατιώτες. Η μεγάλη μάχη σημειώθηκε στις 20 Φεβρουαρίου στην Κότσιαλη από τις πρώτες πρωινές ώρες έως το σούρουπο. Οι απώλειες ήταν 200 στρατιώτες του Σιδέρ πασά και 2 από τους 45 του σώματος του Ζούρκα. Με τον ερχομό της νύχτας οι Έλληνες κρύφτηκαν και ο Βασίλειος Ζούρκας διέφυγε μέσα από τις γραμμές του εχθρού και έφτασε έως τη Γούρα (Ανάβρα), στη θέση "Σπηλιά". Από εκεί, έγραψε στον Εμίν πασά, προτείνοντας και πάλι ανταλλαγή αιχμαλώτων. Στη συνέχεια μετέβη στη Λαμία και τελικά στη Στυλίδα για να περιθάλψει τα τραύματα των ποδιών του. Από εκεί κατευθύνθηκε στο Αχλάδι Φθιώτιδας, όπου συνελήφθη από τον αξιωματικό Λιακόπουλο και παρέδωσε τα όπλα του. Έστειλε νέα επιστολή στον Εμίν πασά διά μέσου της αιχμάλωτης υπηρέτριας, όπου όριζε τελεσίγραφο 10 ημερών για την ανταλλαγή, αλλιώς θα σκότωνε τους αιχμαλώτους. Τότε, ο Εμίν αποφάσισε να δεχτεί και στις 20 Μαρτίου του 1879 οι σύντροφοι του Ζούρκα παρέλαβαν τις συγγενείς γυναίκες του Ζούρκα στη Μονή Ξενιάς.[9]

Οι κατηγορίες και ο εγκλεισμός του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασίλειος Ζούρκας κατηγορήθηκε για εγκληματικές πράξεις στις 16 και 17 Ιουλίου του 1878 στο Δερβέν Φούρκα (Καλαμάκι Φριώτιδας), καθώς και ότι στις 24 Αυγούστου του ίδιου έτους διέπραξε ληστίες κατά χριστιανών στη Βοβούσα Ιωαννίνων. Οι κατηγορίες δεν αποδείχτηκαν γιατί την περίοδο εκείνη αυτός βρίσκονταν στη Μακεδονία συμμετέχοντας στη Μακεδονική επανάσταση του 1878, αλλά παρόλ' αυτά, φυλακίστηκε στις φυλακές Κόκλα (πίσω από το Ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα) έως και το 1887, που υπάρχουν πληροφορίες.[10]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • [metadata=1&&stored_cclquery=&skin=&rss=0&ioffset=1&show_form=&export_method=none&srfile=%2Fmetadata%2F0%2F3%2Fe%2Fmetadata-265-0000152.tkl&display_mode=detail&ioffset=1&offset=6055&number=1&keep_number=100&old_offset=6001&search_help=detail Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου)]
  • Νεώτερη ιστορία της Μακεδονίας 1830-1912, Βακαλόπουλος Α. Κωνσταντίνος, σελ. 64
  • Δήμος Πτολεμαΐδος, ιστορία, τουρκοκρατία

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σσ. 5 - 8
  2. Εξωραϊστικός Σύλλογος Καληβρυσιωτών "η Αλεβίτσα", Απελευθερωτικοί Αγώνες
  3. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σσ. 8, 9
  4. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σσ. 9 - 11
  5. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σσ. 11, 12
  6. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σελ. 12
  7. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σελ. 12
  8. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σελ. 13
  9. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σσ. 13 - 15
  10. Τα ανδραγαθήματα του αρματολού Μακεδόνος Βασιλείου Ζούρκα εκ Καστοριάς. Από του έτους 1870-1878, Συνταχθείσα υπό Γεωργίου Κοριτζιά (εξ Ηπείρου), Δημητρίου Α. Παπαδοπούλου (Μακεδόνος) και Θεοδώρου Χατζή Μπόσου (εκ Μοναστηρίου), σσ. 13, 15