Αυρηλιανά Τείχη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυρηλιανά Τείχη
Mura Aureliane
Aurelian Walls Rome 2011 1.jpg
Αυρηλιανά Τείχη βρίσκεται στο τόπο Ιταλία
Αυρηλιανά Τείχη
Γενικές πληροφορίες
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°31′21″N 12°17′44″E
Διοικητική υπαγωγήΡώμη
ΤοποθεσίαΡώμη
ΧώραΙταλία
Έναρξη κατασκευής271 μ.Χ.
Ολοκλήρωση275 μ.Χ.
ΧρήσηΟχυρωματικά τείχη
ΈνοικοιΑρχαία Ρώμη
ΙδιοκτήτηςΕφορεία Αρχαιοτήτων Ρώμης
ΔιαχειριστήςΑρχαία Ρώμη
Διαστάσεις
Ύψος6
Τεχνικές λεπτομέρειες
Περίμετρος18.837.000 μ.
Ιστότοπος
Sovritendenza Capitolina

Τα Αυρηλιανά Τείχοι είναι ένα οχυρωματικό τείχος της Ρώμης, που κατασκευάστηκε μεταξύ 271 και 275 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Αυρηλιανό για την ενίσχυση της άμυνας της πόλης ενάντια στις βαρβαρικές επιδρομές. Είχαν μήκος 19 χιλιόμετρα περίπου, από τα οποία σήμερα σώζονται τα 12,5 χλμ.

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Σέρβια Τείχη που περιέκλειαν τους επτά λόφους της Ρώμης, κατασκευασμένα τον 6ο αιώνα π.Χ. για να προστατεύσουν την μικρή τότε πόλη από τους γειτονικούς λαούς της κεντρικής Ιταλίας, δεν είχαν καμία χρησιμότητα στο διάστημα κατά το οποίο η Ρώμη ήταν πρωτεύουσα της κραταιάς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Για πολλούς αιώνες φαινόταν αδιανόητο να τολμήσει ο οιοσδήποτε εχθρός να επιτεθεί στο ιερό έδαφος της Ρώμης. Κατά τον 3ο αιώνα η κατάσταση άρχισε ν’ αλλάζει, οι εχθροί της Ρώμης, κυρίως βάρβαρα φύλα από τον βορρά, δεν περιορίζονταν πια σε αψιμαχίες στα μακρινά της σύνορα αλλά άρχισαν τις εισβολές προς τη νότια Ευρώπη. Το 260 μ.Χ. οι Αλαμανοί εισέβαλαν στην Ιταλική χερσόνησο, αν και δεν τόλμησαν να επιτεθούν στην Ρώμη. Το 267 οι Έρουλοι επέδραμαν μεταξύ άλλων πόλεων στην Αθήνα, πυρπολώντας τα μνημεία της, γεγονός που σκόρπισε τον πανικό στη Ρώμη. Για να αποφευχθεί ένας παρόμοιος κίνδυνος, ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός, που ανέλαβε τα ηνία της αυτοκρατορίας το 270, αποφάσισε την ταχύτατη κατασκευή νέων τειχών για την προστασία της πόλης, η οποία είχε πλέον επεκταθεί πολύ πιο πέρα από τον μικρό πυρήνα που περιέκλειαν τα Σέρβια τείχη[1].

Η κατασκευή των τειχών ξεκίνησε πιθανότατα το 271 και ολοκληρώθηκε στα βασικά της μέρη μέσα σε 4 μόλις χρόνια αν και η πλήρης αποπεράτωση έγινε το 279 επί αυτοκράτορα Πρόβου. Η ταχύτητα της κατασκευής φαίνεται από το γεγονός της ενσωμάτωσης παλαιοτέρων κτιρίων στην περίμετρο των τειχών, όπως του βασιλικού αμφιθεάτρου[Σημ 1], του στρατοπέδου των πραιτωριανών[Σημ 2] και διαφόρων υδραγωγείων.

Τμήμα των τειχών με το βασιλικό αμφιθέατρο

Τις εργασίες ανέλαβαν κυρίως οι οικοδομικές συντεχνίες της πόλης. Το τείχος, ήταν από τούβλα, είχε ύψος 6 μέτρα (συν 2 μέτρα τα θεμέλια), πάχος 3,50 μέτρα και μήκος σχεδόν 19 χιλιόμετρα. Κάθε εκατό πόδες (29,6 μέτρα) υπήρχε ένας ορθογώνιος πύργος, που διέθετε ένα άνω δώμα για τις βαλλίστρες. Οι πιο σημαντικές πύλες είχαν 2 αψίδες καλυμμένες με πλάκες τραβερτίνη ενώ στα πλαϊνά τους δέσποζαν ημικυκλικοί πύργοι. Υπήρχαν και πύλες με μονή αψίδα ή και χωρίς πύργους[1].

Πάντως, κανένας εχθρικός στρατός δεν πολιόρκησε τα τείχη μέχρι το 408.

Ανακατασκευές και επισκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαξέντιος ενίσχυσε τα τείχη και ξεκίνησε την κατασκευή μιας τάφρου για να κάνει απόρθητο φρούριο τη Ρώμη, ώστε να αντισταθεί στα στρατεύματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου που κατέβαιναν με απειλητικές διαθέσεις την ιταλική χερσόνησο. Την κρίσιμη στιγμή ο Μαξέντιος προτίμησε να αποφύγει την πολιορκία και οι δυο στρατοί συγκρούστηκαν έξω από τα τείχη, στη γνωστή μάχη της Μιλβίας γέφυρας στις 28 Οκτωβρίου του 312, που είχε τραγική κατάληξη για τον Μαξέντιο ενώ σηματοδότησε μια νέα εποχή για τον Χριστιανισμό και εδραίωσε την εξουσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι επεμβάσεις που έγιναν στα τείχη επί εποχής Μαξέντιου διακρίνονται από τη διαφορετική μέθοδο τοιχοποιίας: οριζόντιες σειρές από τούβλα εναλλάσσονται με σειρές λίθων τόφφου[1]. Η τάφρος των τειχών τελικά ολοκληρώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο.

Στις αρχές του 5ου αιώνα ένας νέος βαρβαρικός κίνδυνος απείλησε την ιταλική χερσόνησο, οι Βησιγότθοι του Αλάριχου. Τα τείχη έχρηζαν ανακατασκευής όχι μόνο λόγω φθοράς, αλλά και γιατί είχαν αλλάξει οι πολιορκητικές δυνατότητες των εχθρών, ενώ ο στρατός της Ρώμης ήταν πιο αδύναμος. Αυτή η ανακατασκευή ήταν και η σημαντικότερη που έγινε στα Αυρηλιανά τείχη. Με διαταγή του αυτοκράτορα Ονώριου, ή μάλλον πιο συγκεκριμένα του στρατηγού του (magister militum) Στιλίχωνα μέσα σε μια διετία, περί το 403, το ύψος των τειχών σχεδόν διπλασιάστηκε[2] (από τα 6-8 μέτρα έφτασε τα 10-15), δημιουργήθηκε ένα επιπλέον επίπεδο με οδοντωτές επάλξεις ενώ το κατώτερο μετατράπηκε σε μια κλειστή στοά με χιλιάδες πολεμίστρες για τους τοξότες και περάσματα που προστάτευαν τη μετακίνηση των στρατιωτών από το ένα σημείο σημείο του τείχους στο άλλο. Οι πύργοι επίσης ενισχύθηκαν με έναν δεύτερο όροφο, πολλές δε πύλες ανοικοδομήθηκαν εξ ολοκλήρου και σε κάποιες περιπτώσεις η διπλή είσοδος μετατράπηκε σε μονή[1].

Τμήμα των τειχών με το μαυσωλείο του Αδριανού

Αυτήν την περίοδο, το μαυσωλείο του αυτοκράτορα Αδριανού, στη δεξιά όχθη του Τίβερη, ενσωματώθηκε στα τείχη, συμπεριλαμβάνοντας έτσι στον οχυρωματικό περίβολο την περιοχή του Τραστέβερε και τους λόφους του Τζανίκολο και του Βατικανού. Σε ορισμένα όμως σημεία του τείχους οι επεμβάσεις που έγιναν χαμήλωσαν το οδόστρωμα και αποκάλυψαν μέρος από τα θεμέλια τω τειχών, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί στατική βλάβη σε ολόκληρο το οικοδόμημα. Ο Αλάριχος πολιόρκησε τη Ρώμη 3 φορές: στα τέλη του 408, τους τελευταίους μήνες του 409 και πάλι το 410. Τελικά στις 24 Αυγούστου του 410 η Αιώνια Πόλη έπεσε προδοτικά, τα νέα ισχυρά τείχη δεν την βοήθησαν γιατί η Πύλη Σαλάρια βρέθηκε ανοικτή και αφύλακτη και ο Αλάριχος με τα στρατεύματά του κατέλαβε την πόλη και την λεηλάτησε για 3 ημέρες. Αυτή ήταν και η πρώτη άλωση της Ρώμης μετά την επιδρομή των Γαλατών το 390 π.Χ.

Ένα διάταγμα των αυτοκρατόρων Θεοδοσίου Β´ και Ουαλεντινιανού Γ΄ το 440 όριζε επείγουσες εργασίες επισκευής των τειχών, των πυλών και των πύργων, διάταγμα που μάλλον αγνοήθηκε λόγω έλλειψης ισχυρής πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας στην περιοχή. Τα δεινά που προκάλεσαν στην πόλη μια επιδημία πανώλης το 442 και ένας ισχυρός σεισμός το 443 δεν βοήθησαν στην εφαρμογή του αυτοκρατορικού διατάγματος. Το 455 οι Βάνδαλοι με αρχηγό τον Γιζέριχο κατέλαβαν και αυτοί τη Ρώμη, όχι γιατί κατάφεραν να εκπορθήσουν τα τείχη αλλά γιατί βρήκαν ανοιχτές δυο από τις πύλες. Για δυο εβδομάδες η πόλη λεηλατήθηκε ανηλεώς, άπειρα έργα τέχνης καταστράφηκαν και από τότε ο όρος «βανδαλισμός» έμεινε στην ιστορία ως συνώνυμο της καταστροφής μνημείων πολιτισμού.

Μόνο προς το τέλος του αιώνα επιτέλους τα τείχη επισκευάστηκαν από τον Θεοδώριχο τον Μέγα. Η διαμάχη του με τον Οδόακρο είχε προκαλέσει περαιτέρω ζημιές στα τείχη. Αν και έδρα του ήταν η Ραβένα, θέλοντας να θεωρείται διάδοχος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ενδιαφέρθηκε και για την Ρώμη: ανοικοδόμησε το λιμάνι της Όστιας, τα Αυρηλιανά τείχη και τροφοδοτούσε τα θεάματα της πόλης[3]. Εξάλλου, παρά την απώλεια οικονομικής δύναμης, η Ρώμη, αν και σε παρακμή, παρέμενε ένα σημαντικό θρησκευτικό κέντρο και η πολιτική εξουσία πέρναγε σταδιακά στη θρησκευτική εξουσία.

Τον Μάρτιο του 537 ο Ουίτιγις, βασιλιάς των Οστρογότθων, πολιόρκησε τη Ρώμη με 150.000 στρατιώτες, σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο. Την πόλη υπεράσπιζε ο στρατηγός του Ιουστινιανού Βελισάριος, ο οποίος είχε βελτιώσει και ενισχύσει τα τείχη, οι πύργοι έγιναν 383, με 2066 παράθυρα[2]. Η πολιορκία διήρκεσε περίπου 1 χρόνο και κατά την διάρκειά της ο Ουίτιγις διέταξε το κόψιμο όλων των αρχαίων υδραγωγείων που πήγαιναν νερό στη Ρώμη, ενώ ο Βελισάριος διέταξε τη φραγή τους για να μην μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ο εχθρός για να χωθεί κρυφά στην πόλη. Τελικά τα βυζαντινά στρατεύματα υπερίσχυσαν και ο Ουίτιγις έλυσε την πολιορκία. Πάντως ελάχιστα από τα υδραγωγεία λειτούργησαν και πάλι. To 593 μπροστά στα τείχη της Ρώμης καταφθάνουν οι Λομβαρδοί[4], και αργότερα, το 739, πάλι αυτοί απείλησαν να την πολιορκήσουν αλλά η πόλη σώθηκε γιατί ο Πάπας ζήτησε τη βοήθεια του Κάρολου Μαρτέλου.

Τα Αυρηλιανά τείχη συνέχισαν να προστατεύουν τη Ρώμη για πολλούς αιώνες γι' αυτό πολυάριθμες επισκευές και επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν και τα μεταγενέστερα χρόνια από τους διάφορους Πάπες, μέχρι την ίδρυση του Ιταλικού κράτους τον 19ο αιώνα. Ο Πάπας Πίος Δ΄ (1499-1565), φοβούμενος επίθεση από τους Βερβερίνους πειρατές που λεηλατούσαν τα παράλια του Λάτιου, φρόντισε να επισκευασθούν και να ενισχυθούν τα Αυρηλιανά τείχη. Η επέμβαση αυτή συμπεριλάμβανε και την κατασκευή μιας πιο ευρείας οχύρωσης που αντικατέστησε τα Λεόντεια Τείχη[Σημ 3]. Αξιοσημείωτη επίσης η οικοδόμηση τον 16ο αιώνα 2 προμαχών από τον Αντόνιο ντα Σανγκάλο τον νεότερο στο νότιο τμήμα των τειχών, πλησίον την πύλης του Αγίου Σεβαστιανού, προμαχώνες που ανταποκρίνονταν καλύτερα από τις αρχαίες κατασκευές στη χρήση κανονιών.

Το ρήγμα της Πύλης Πίας

Με διαταγή του Πάπα Πίου Δ' η Πύλη Νομεντάνα είχε αντικατασταθεί από την Πύλη Πία, τα σχέδια της οποίας είχε επιμεληθεί ο Μιχαήλ Άγγελος. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1870, 50 μέτρα πέρα από την πύλη αυτή, ο ιταλικός στρατός κατάφερε με κανονιοβολισμούς να δημιουργήσει ένα ρήγμα στα τείχη και να εισέλθει στην πόλη, δίνοντας έτσι τέλος σε περισσότερα από χίλια χρόνια παπικής κοσμικής εξουσίας. Με την προσάρτηση της Ρώμης στο Βασίλειο της Ιταλίας ολοκληρώθηκε η ενοποίηση της Ιταλίας και το ρήγμα της πύλης Πίας έγινε το σύμβολο αυτής της ενοποίησης.

Τρέχουσα κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 20ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν αρκετές διανοίξεις στα τείχη για τη διέλευση των οχημάτων. Όσο και αν η αρχαιολογική υπηρεσία έχει προσπαθήσει να προστατέψει τα τείχη, τα προβλήματα του συνόλου είναι αρκετά: προμαχώνες έχουν δοθεί για οικιστική χρήση, ιδιωτικές κατοικίες, καταστήματα, τράπεζες, ακόμη και κρατικά κτίρια χτίστηκαν ακουμπώντας κυριολεκτικά πάνω στα τείχη έτσι ώστε να αλλοιώνεται η αρχική εμφάνιση των τειχών και να δημιουργούνται στατικά προβλήματα. Το δημοτικό ψήφισμα του 1980[5] ενάντια στις πολεοδομικές παραβιάσεις δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Το Πάσχα του 2001 σημειώθηκε μερική κατάρρευση του τείχους κοντά στην πύλη Αρδεατίνα μήκους περίπου 20 μέτρων, λόγω διεισδυτικών φαινομένων των ομβρίων υδάτων και λόγω έλλειψης συντήρησης του κτιριακού συγκροτήματος, παρόλο που ο Δήμος το 1999 είχε διαθέσει 30 δισεκατομμύρια λιρέτες για τις απαραίτητες επισκευές. Η ζημιά αποκαταστάθηκε πάντως το 2006. Μια νέα κατάρρευση μήκους 10 μέτρων σημειώθηκε την 1η Νοεμβρίου 2007 στο τμήμα των τειχών που βρίσκεται στην περιοχή του Σαν Λορέντσο. Μικρότερης έκτασης ζημιές συνεχίζουν να συμβαίνουν, όπως στις 27 Ιανουαρίου 2017 ένα μικρό κομμάτι των τειχών κατέρρευσε κοντά στο Υπουργείο Μεταφορών. Η δημιουργία της 3ης γραμμής του μετρό δημιούργησε και νέα στατικά προβλήματα σε κάποια σημεία του τείχους, όπως αυτό που βρίσκεται κοντά στον Άγιο Ιωάννη του Λατερανού. Το 2015 ο δήμαρχος της Ρώμης Ινιάτσιο Μαρίνο ανακοίνωσε ότι από το σύνολο των 12 χιλιομέτρων, τα 4 έχουν ανακαινιστεί με έξοδα του Δήμου και για την επισκευή των υπολοίπων 8 αναζητούνται 16 εκατομμύρια ευρώ[5]. Παρά τα τόσα προβλήματα συντήρησης και αποκαταστάσης, η Ρώμη σήμερα είναι η μόνη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που διατηρεί ολόκληρο σχεδόν τον αρχαίο οχυρωματικό της περίβολο.

Πύλες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χάρτης των τειχών

Οι πύλες ήταν 18 και χωρίζονται σε 3 τύπους: στον 1ο τύπο ανήκουν αυτές οι οποίες ήταν αφετηρία των πιο σημαντικών οδικών αρτηριών προς την υπόλοιπη Ιταλία, είχαν 2 τόξα και στα πλαϊνά τους υψώνονταν δυο κυλινδρικοί πύργοι, στον 2ο τύπο ανήκουν αυτές με ένα τόξο και επίσης δύο κυλινδρικούς πύργους, ενώ στον 3ο τύπο ανήκουν όσες διέθεταν ένα μόνο τόξο και ορθογώνιους πύργους.[2]

  • Πύλη Φλαμίνια: (1ο-2ος τύπος) ήταν αφετηρία της οδού Φλαμίνιας, της σημαντικότερης οδού προς βορράν της Ρώμης, μετατράπηκε τον 15ο αιώνα στην Πύλη του Λαού (Porta del Popolo)
  • Πύλη Πιντσιάνα: ίσως ήταν μια δευτερεύουσα δίοδος που δημιουργήθηκε κατά την ανακατασκευή του 5ου αιώνα
  • Πύλη Σαλάρια: (2ος τύπος) αφετηρία της ομώνυμης οδού
  • Πύλη Νομεντάνα: (2ος τύπος) ήταν αφετηρία της αρχαίας ομώνυμης οδού, εντοιχίστηκε και αντικαταστάθηκε με την Πύλη Πία καμιά εκατοστή μέτρα πιο πέρα, από όπου ξεκινά η τωρινή οδός Νομεντάνα
  • Πύλη Πραιτοριάνα: οδηγούσε στο στρατόπεδο των πραιτοριανών. Η πύλη καταργήθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο όταν διέλυσε το σώμα των πραιτοριανών
  • Πύλη Κλάουζα: (3ος τύπος) δημιουργήθηκε κατά την ανακατασκευή του 5ου αιώνα
  • Πύλη Τιμπουρτίνα: (3ος τύπος) μετονομάστηκε σε Πόρτα Αγίου Λαυρεντίου
  • Πύλη Πραινεστίνα-Λαμπικάνα: μετονομάστηκε σε Μεγίστη Πύλη (Porta Maggiore), ήταν η διασταύρωση τριών υδραγωγείων και η αρχή των οδών Πραινεστίνα και Λαμπικάνα
  • Πύλη Αζινάρα: (3ος τύπος) έπεσε σε αχρηστία όταν δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα η πύλη του Αγίου Ιωάννη
  • Πύλη Μετρόνια: (3ος τύπος;) ήταν μια απλή δίοδος
  • Πύλη Λατίνα: (2ος τύπος) αρχή της ομώνυμης οδού
  • Πύλη Απία: (1ος τύπος) αφετηρία της ομώνυμης οδού, έχει μετονομαστεί σε Πύλη του Αγίου Σεβαστιανού. Πρόκειται για την μεγαλύτερη και καλύτερα διατηρημένη πύλη των τειχών, από την οποία ξεκινούσε και μια από τις σπουδαιότερες ρωμαϊκές αρτηρίες[6]. Στην τοιχοποιία της διακρίνουμε 5 διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις. Στους πύργους της λειτουργεί και το Μουσείο των Τειχών[7].
  • Πύλη Αρδεατίνα: μάλλον δευτερεύουσα δίοδος
  • Porta Οστιένσις: (1ος τύπος) οδηγούσε στο επίνειο της Ρώμης, την Όστια, έχει μετονομαστεί σε Πύλη του Αγίου Παύλου. Είναι μαζί με την Απία, από τις πιο καλά συντηρημένες πύλες. Δυτικά της βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ταφικά μνημεία της αυτοκρατορικής εποχής: η πυραμίδα του Γάιου Κέστιου[Σημ 4], που ενσωματώθηκε και αυτή στα τείχη[6]
  • Πύλη Πορτουένσις: (1ος τύπος) αντικαταστάθηκε το 1644 από την Πύλη Πορτέζε
  • Πύλη Αυρηλία: (3ος τύπος) αφετηρία της ομώνυμης οδού, αντικαταστάθηκε το 1644 από την Πύλη του Αγίου Παγκρατίου
  • Πύλη Σεπτιμιάνα: (3ος τύπος;) καταργήθηκε κατά την Αναγέννηση
  • Πύλη Κορνελία: βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Τίβερη, είχε μετονομάσθεί σε Πύλη του Αγίου Πέτρου

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. anfiteatro castrense, είχε κατασκευαστεί στις αρχές του 3ου αιώνα, επί εποχής αυτοκράτορα Ηλιογάβαλου
  2. Castra Praetoria, κατασκευασμένο επί εποχής αυτοκράτορα Τιβέριου
  3. Κατασκευάστηκαν μεταξύ του 848 και του 852 από τον Πάπα Λέοντα Δ΄ για την προστασία του λόφου του Βατικανού και της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου από τους Σαρακηνούς, που την είχαν λεηλατήσει τον Αύγουστο του 846
  4. Κατασκευάστηκε μεταξύ του 18 και του 12 π.Χ. ως τάφος του μέλους της επτανδρίας των Επουλώνων Γάιου Κέστιου

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Filippo Coarelli (1989). «Le Mura urbane». Roma. Roma-Bari: G. Laterza & Figli. σελίδες 10–11. ISBN 88-420-1699-3. 
  2. 2,0 2,1 2,2 «Mura di Roma». Roma Segreta. 19 Μαΐου 2013. Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2018. 
  3. Ν.Ε. Καραπιδάκης (1996). «Τα βαρβαρικά βασίλεια, Ιταλία». Ιστορία της μεσαιωνικής Δύσης. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. σελίδες 68–72. ISBN 960-221-115-6. 
  4. Ν.Ε. Καραπιδάκης (1996). «Η λομβαρδική επιδρομή στην Ιταλία». Ιστορία της μεσαιωνικής Δύσης. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. σελίδες 83–85. ISBN 960-221-115-6. 
  5. 5,0 5,1 Manlio Lilli (29 Ιανουαρίου 2017). «Mura Aureliane a Roma, continuano i crolli. Nell'indifferenza (e incuria) generale». Il Fatto Quotidiano. Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2018. 
  6. 6,0 6,1 Filippo Coarelli (1989). «Le Mura Aureliane». Roma. Roma-Bari: G. Laterza & Figli. σελίδες 17–24. ISBN 88-420-1699-3. 
  7. «Museo delle Mura». Ανακτήθηκε στις 19 Μαρτίου 2018. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εφορεία Αρχαιοτήτων Ρώμης