Πύλη του Αγίου Σεβαστιανού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Πύλη του Αγίου Σεβαστιανού
Porta San Sebastiano
Celio - Porta san Sebastiano 1973.JPG
Είδοςπύλη της πόλης[1]
Διεύθυνσηvia di San Sebastiano 18
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°52′25″N 12°30′7″E
Διοικητική υπαγωγήΤομέας 1 της Ρώμης[1]
ΧώραΙταλία[2]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα
Η Πόρτα Σαν Σεμπαστιάνο.

Η Πύλη του Αγ. Σεβαστιανού, λατιν.: (Porta San Sebastiano), είναι η μεγαλύτερη και μία από τις καλύτερα διατηρημένες πύλες των Αυρηλιανών τειχών της Ρώμης στην Ιταλία.

Αρχικά γνωστή ως Πύλη της Αππίας οδού (Porta Appia), αφού την διέσχιζε η ομώνυμη οδός, η βασίλισσα των οδών, όπως την ονόμαζαν (regina viarum), που ξεκινούσε από την Πόρτα Καπένα στα Σέρβια Τείχη . [3] Κατά τον Μεσαίωνα πιθανότατα ονομαζόταν και AcciaDazza ή Datia), ένα όνομα αβέβαιης ετυμολογίας, αλλά αναμφισβήτητα συνδέεται με τον ποταμό Αλμόνε, που ονομάζεται "acqua Accia", που έρεε εκεί κοντά. Ένα έγγραφο περί το 1434. την ονομάζει Porta Domine quo vadis. Το σημερινό όνομα μαρτυρείται μόνο από το δεύτερο μισό του 15ου αι., λόγω της γειτνίασης με τη βασιλική του Σαν Σεμπαστιάνο εκτός των τειχών και τις κατακόμβες της.

Η αρχική κατασκευή φτιάχτηκε από τον Aυρηλιανό περί το 275 και περιλάμβανε ένα δίτοξο άνοιγμα, που καλύπτεται από αψιδωτά παράθυρα και δύο ημικυλινδρικούς πύργους. Η πρόσοψη ήταν καλυμμένη με τραβερτίνη. Μετά από μεταγενέστερη αποκατάσταση, οι πύργοι διευρύνθηκαν, αυξήθηκαν και συνδέθηκαν, μέσω δύο παράλληλων τειχών, με την προϋπάρχουσα Αψίδα του Δρούσου.

Το 401-402 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Ονώριος αναμόρφωσε την πύλη με ένα ενιαίο τόξο (fornix) και έναν ακόμη όροφο με δύο σειρές από έξι αψιδωτά παράθυρα ο καθένας. Πρόσθεσε επίσης έναν ασκεπή διάδρομο επί των τειχών (chemin de ronde) με πολεμίστρες (merlons). Οι βάσεις των πύργων ενσωματώθηκαν σε δύο εξέδρες τετράγωνης κάτοψης, επενδεδυμένες με μάρμαρο. Μία μεταγενέστερη τροποποίηση έδωσε τη σημερινή μορφή της πύλης, στην οποία έχει προστεθεί όροφος σε ολόκληρη την κατασκευή, συμπεριλαμβανομένων των πύργων. Λόγω της απουσίας της συνήθους πλάκας που μνημονεύει τα έργα, ορισμένοι αρχαιολόγοι θεωρούν, ότι το έργο δεν έχει πραγματοποιηθεί από τον Ονώριο, ο οποίος άφηνε πανηγυρικά επιγράμματα σε όποιο τμήμα των τειχών ή των πυλών αναστύλωνε.

Το μανδάλωμα γινόταν με δύο ξύλινα πορτόφυλλα και ενός παραθυρόφυλλου που κυλούσε, μέσα από ορατές ακόμη αυλακώσεις, από το δωμάτιο ελέγχου, που βρισκόταν παραπάνω, του οποίου υπάρχουν ακόμη οι υποστηρικτικοί πρόβολοι τραβερτίνης. Κάποιες εγκοπές στo κούφωμα υποδεικνύουν, ότι μάλλον χρησιμοποιήθηκαν και ξύλινες δοκοί για την ενίσχυση του μανδαλώματος.

Λόγω της σημασίας της Αππίας Οδού, που από εδώ έμπαινε στην πόλη, ολόκληρη η περιοχή ήταν απασχολημένη με μεγάλες κυκλοφοριακές μετακινήσεις, ιδιαίτερα στην αρχαία Ρώμη. Φαίνεται ότι κοντά στην πόρτα, υπήρχε ένας χώρος διαμορφωμένος για τη στάθμευση των ιδιωτικών μεταφορικών μέσων (που ανήκαν σε υψηλόβαθμες προσωπικότητες, οι οποίες μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά) που έμπαιναν στην πόλη από εδώ. Ήταν αυτό, που πλέον θα μπορούσε να οριστεί ως «πάρκο και περίπατος», αφού συνήθως δεν επιτρεπόταν η διέλευση ιδιωτικών μέσων εντός της πόλης. Αυτός ο κανόνας πιθανότατα ίσχυε και για τα μέλη της Αυτοκρατορικής οικογένειας, των οποίων τα ιδιωτικά μέσα ήταν σταθμευμένα σε μία δεσμευμένη περιοχή (ονομαζόμενη Αλλαγή των Καισάρων, Mutatorium Caesaris) λίγο πιο μακριά, στην αρχή της Αππίας Οδού.

Μερικές προεξοχές, που εξακολουθούν να είναι ορατές στην επικάλυψη τραβερτίνη στη βάση του μνημείου, είναι αρκετά ενδιαφέρουσες: θα μπορούσαν να είναι σημάδια για τους λιθοξόους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Aντόνιο Νίμπυ, στο κέντρο του τόξου, από την εσωτερική πλευρά, υπήρχε ένας λαξευμένος ελληνικός (ισοσκελής) σταυρός εγγεγραμμένος σε έναν κύκλο, με μία επιγραφή στα ελληνικά, αφιερωμένη στον Άγιο Κόνωνα και τον Άγιο Γεώργιο, που χρονολογείται στον 6ο. -7ος αι., αλλά σήμερα δεν έχει μείνει ορατό ίχνος.

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και η μεσαιωνική επιγραφή.

Στον δεξιά παραστάτη της πόρτας υπάρχει επίσης ένα εγχάρακτο σχέδιο, που απεικονίζει τον Αρχάγγελο Μιχαήλ να σκοτώνει έναν δράκοντα, μαζί με μία μελανογράμματη (γοτθική) επιγραφή γραμμένη στη μεσαιωνική λατινική, σε ανάμνηση της μάχης στις 29 Σεπτεμβρίου 1327 (την ημέρα του Αγίου Μιχαήλ) από τους Ρωμαίους Γιβελλίνους πολιτοφύλακες των Κολόννα, με επικεφαλής τον Τζιάκομο ντε' Ποντάνι (ή Ποντσιάνο), εναντίον του στρατού των Γουέλφων (παπικών) του Ροβέρτου των Καπετιδών-Ανζού, βασιλιά της Νάπολης, με επικεφαλής τον Ιωάννη Β΄ Ορσίνι δούκα Κεφαλληνίας & Ζακύνθου και τον Γκαετάνο Ορσίνι:

ANNO D[OMI]NI MC[CCX]
XVII INDICTIONE
XI ΜΕNSE SEPTEM
BRIS DIE PENULTIM
A IN FESTO S[AN]C[T]I MICHA
ELIS INTRAVIT GENS
FORASTERA MURI
A ET FUIT DEBELLA
TA A POPULO ROMA
NO QUI STANTE IA
COBO DE PONTIA
NIS CAPITE REG
ΙONIS

Εκτός από τέτοια υπολείμματα, που είναι ενδιαφέροντα από ιστορική άποψη, ολόκληρο το μνημείο είναι αξιοσημείωτο και για τα άφθονα ίχνη γκράφιτι που -αν και καθόλου επίσημα- παρέχουν στοιχεία της καθημερινής ζωής, που συνέβαινε γύρω από την πύλη κατά τη διάρκεια των αιώνων. Στο αριστερό κούφωμα, μπροστά από τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, υπάρχουν αρκετοί σταυροί και ένα χριστόγραμμα (JHS με σταυρό πάνω από το H), πιθανότατα σκαλισμένο από προσκυνητές. Υπάρχουν επίσης αρκετά ιταλικά και ξένα ονόματα (ένας άνδρας με το όνομα Τζιουζέπε Αλμπάνι έγραψε το όνομά του τρεις φορές) και χρονολογίες, που μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν από το 1622. Κάποιος χάραξε επίσης ένα είδος οδικής κατεύθυνσης προς την Πόρτα Σαν Τζιοβάννι ή προς τον Άγιο Ιωάννη του Λατερανού, που απευθύνεται σε ξένους περιπλανώμενους και είναι ακόμη ορατή ακριβώς έξω από την πύλη, στα αριστερά: “DI QUA SI VA A S. GIO…” (Ιταλικά για το “Προς τα εδώ πηγαίνεις στον Άγ. Ιω...") και διακόπτεται από κάτι. καθώς και άλλες πινακίδες και γραφή με δυσκολία αποκρυπτογράφησης, όπως η χάραξη «LXXV (75, υπογραμμισμένο τρεις φορές) DE L», στον πύργο στα δεξιά.

Στις 5 Απριλίου 1536, με την ευκαιρία της εισόδου στη Ρώμη του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, ο Αντόνιο ντα Σανγκάλο ο νεότερος άλλαξε την πύλη σε μία πραγματική θριαμβευτική αψίδα, διακοσμώντας την με αγάλματα, κολώνες και ζωφόρους και διαμόρφωσε -μέσω της κατεδάφισης κτιρίων- μία θριαμβευτική διαδρομή μέχρι τη Ρωμαϊκή Αγορά. Το γεγονός μνημονεύεται από μία επιγραφή επάνω από την αψίδα, η οποία -χρησιμοποιώντας έναν θαυμασμό ίσως λίγο υπερβολικό- συγκρίνει τον Κάρολο Ε΄ με τον Σκιπίωνα : «CARLO V ROM. IMP. ΑVG. III ΑFRICΑΝΟ». Στις 4 Δεκεμβρίου 1571, η θριαμβευτική πομπή προς τιμήν του Mαρκαντόνιο Κολόννα, του νικητή της μάχης του Λεπάντο (Ναυπάκτου), πέρασε επίσης από την πύλη. Το χαρακτηριστικό αυτής της πομπής που προκάλεσε την περιέργεια και το ενδιαφέρον, ήταν σίγουρα η παρέλαση των 170 αλυσοδεμένων Τούρκων αιχμαλώτων. Σε εκείνη την περίσταση ο Πασκουίνο, το διάσημο ρωμαϊκό άγαλμα που μιλάει, εξέφρασε τη γνώμη του, αλλά αυτή τη φορά χωρίς να μιλήσει: ήταν γεμάτο με το αιμόφυρτο κεφάλι ενός Τούρκου και ένα σπαθί.

Από τον 5ο αι., και τουλάχιστον μέχρι τον 15ο, η γεωργία ή η πώληση δασμών στις πύλες της πόλης και η είσπραξη διοδίων για τη διέλευση τους από ιδιώτες μαρτυρείται ως συνήθης πρακτική. Ένα έγγραφο που χρονολογείται από το 1467 [4] αναφέρει μία ανακοίνωση, που καθορίζει τις λεπτομέρειες για την πώληση σε δημοπρασία των πυλών της πόλης για την περίοδο ενός έτους. Ένα άλλο έγγραφο του 1474 [5] αναφέρει, ότι η τιμή προσφοράς τόσο για την Πόρτα Λατίνα όσο και για την Πόρτα Άππια ήταν «39 φλορίνια, 31 σολδία, 4 δηνάρια για σεκστάρια» («για εξαμηνιαία πληρωμή»). Η τιμή δεν ήταν τόσο υψηλή, επομένως η αστική κίνηση μέσω των δύο πυλών πιθανότατα δεν ήταν επίσης υπερβολική, αν και αρκούσε για να αποφέρει ένα αντίστοιχο κέρδος στον αγοραστή. Το ίδιο το κέρδος ρυθμιζόταν από λεπτομερείς πίνακες, που καθόριζαν τη χρέωση για κάθε είδος αγαθού, [6] αλλά αναμφισβήτητα στρογγυλοποιείτο προς τα επάνω μέσω διαφόρων ειδών καταχρήσεων, κρίνοντας από τον αριθμό των διαταγμάτων και των απειλών που εκδόθηκαν.

Δίπλα στον δυτικό πύργο υπάρχουν υπολείμματα περιτειχισμένης θυρίδας (μικρής πόρτας), τοποθετημένης πάνω από το επίπεδο του εδάφους, της οποίας η ιδιαιτερότητα είναι η απουσία ιχνών φθοράς στα κουφώματα, σαν να φράχθηκε αμέσως μετά την κατασκευή της.

Όσον αφορά το εσωτερικό, οι πιο σχετικές αλλαγές είναι πρόσφατες και χρονολογούνται από το 1942-1943, όταν ολόκληρο το οικοδόμημα καταλήφθηκε και χρησιμοποιήθηκε από τον Eτόρε Μούτι, τότε Γραμματέα του Φασιστικού Κόμματος. Τα δίχρωμα, ασπρόμαυρα ψηφιδωτά που είναι ακόμη ορατά σε ορισμένα δωμάτια, πραγματοποιήθηκαν εκείνα τα χρόνια.

Επί του παρόντος οι πύργοι στεγάζουν το Μουσείο των Τειχών, που εκθέτει μεταξύ άλλων μακέτες των τειχών και των πυλών σε διάφορες φάσεις κατασκευής τους.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. 13028. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  2. (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. 13028. Ανακτήθηκε στις 30  Ιουλίου 2018.
  3. John Henry Parker (1874). The Archæology of Rome. J. Parker and Company. σελίδες 1–. 
  4. Archived within the Vatican Archives and quoted (document nr. XXXVII) by S. Malatesta in “Statuti delle gabelle di Roma”, Rome, 1886
  5. From the toll register for the year 1474.
  6. See document nr. XXXVI quoted by S. Malatesta, op. cit.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]