Πετρίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πετρίτης
Ενήλικος Πετρίτης
Ενήλικος Πετρίτης
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Ιερακόμορφα (Falconiformes)
Οικογένεια: Ιερακίδες (Falconidae)
Υποοικογένεια: Ιερακίνες (Falconinae) [1]
Γένος: Ιέραξ (Falco)
Είδος: F. peregrinus (Πετρίτης)
Διώνυμο
Falco peregrinus (Ιέραξ ο μεταναστευτικός)
Tunstall, 1771
Υποείδη

Falco peregrinus anatum
Falco peregrinus brookei
Falco peregrinus calidus
Falco peregrinus cassini
Falco peregrinus ernesti
Falco peregrinus fruitii
Falco peregrinus japonensis
Falco peregrinus macropus
Falco peregrinus madens
Falco peregrinus minor
Falco peregrinus nesiotes
Falco peregrinus pealei
Falco peregrinus peregrinator
Falco peregrinus peregrinus
Falco peregrinus radama
Falco peregrinus tundricus

O Πετρίτης είναι είδος γνήσιου [2] γερακιού (γένος Falco), που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Falco peregrinus (Ιέραξ ο μεταναστευτικός), και περιλαμβάνει 16 υποείδη. [3] Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος F. p. brookei (Sharpe, 1873) [4][5].

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική ονομασία του είδους peregrinus, σημαίνει «ξένος», «μη ιθαγενής», «αυτός που έρχεται από κάπου αλλού»[6].

Η ελληνική του ονομασία σχετίζεται, πιθανότατα, με τη συνήθειά του να φωλιάζει στις ορθοπλαγιές.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του F.peregrinus). Πράσινο=όλο το έτος (αναπαραγωγή και επιδημητικό), Κίτρινο=καλοκαιρινός επισκέπτης (αναπαραγωγή), Μπλε=χειμερινός επισκέπτης , Γαλάζιο=μεταναστευτικές περιοχές

Ο Πετρίτης εμφανίζει μία σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση σε όλες τις δυνατές κατηγορίες μετακίνησής του, από την Αρκτική τούνδρα μέχρι τους τροπικούς. Μπορεί να βρεθεί σχεδόν παντού στη Γη, εκτός από τις ακραίες πολικές περιοχές, τα πολύ ψηλά βουνά, και τα περισσότερα τροπικά δάση. Η μόνη μεγάλη ξηρά από την οποία απουσιάζει εντελώς είναι η Νέα Ζηλανδία, γεγονός που τον καθιστά το πιο διαδεδομένο αρπακτικό στον κόσμο και ένα από τα πιο ευρέως διαδεδομένα πτηνά, γενικότερα[7].

Είναι έντονα μεταναστευτικό είδος και, του αρέσει να μετακινείται ακόμη και μέσα στα όρια της μόνιμης επικράτειάς του. Οι μεγάλες περιοχές αναπαραγωγής του βρίσκονται στην Αφρική και στην Αυστραλία, πρόκειται όμως για επιδημητικούς πληθυσμούς, που ανήκουν σε συγκεκριμένα υποείδη. Οι μεγάλες μαζικές μεταναστεύσεις αφορούν κυρίως στα υποείδη της Βορείου Αμερικής και της Σιβηρίας.

Στην Ελλάδα, απαντώνται άτομα που, ανάλογα με την εποχή, είτε είναι επιδημητικά (F. p. brookei), είτε είναι ανάμιξη του μόνιμου πληθυσμού με μεταναστευτικά άτομα που έρχονται από τις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες για να ξεχειμωνιάσουν εδώ (F. p. peregrinus)[8].

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πετρίτης ανήκει σε ένα γένος του οποίου η γραμμή καταγωγής (lineage) περιλαμβάνει τους Ιερογέρακες (hierofalcons) και το Μεξικανικό γεράκι (F. mexicanus)[9].

Αυτή η γραμμή φαίνεται να αποκλίνει από εκείνη των άλλων γερακιών προς το τέλος της Άνω Μειοκαίνου ή στην Πλειόκαινο Εποχή, περίπου 5-8 εκατομμύρια χρόνια πριν. Επειδή η συγκεκριμένη ομάδα Πετρίτη-Ιερογεράκων, περιλαμβάνει τα πτηνά τόσο του Παλαιού Κόσμου όσο και εκείνα της Βόρειας Αμερικής, είναι πιθανό ότι η συγκεκριμένη γενεαλογική γραμμή δημιουργήθηκε στη δυτική Ευρασία ή την Αφρική.

Η γενετική σχέση του Πετρίτη με άλλα γεράκια δεν είναι ακόμη σαφής. Το θέμα περιπλέκεται από εκτεταμένο υβριδισμό σε αναλύσεις ακολουθίας μιτοχονδριακού DNA. Σήμερα, Πετρίτες σε αιχμαλωσία ωθούνται σε διασταύρωση με άλλα είδη, όπως το Χρυσογέρακο (F. biarmicus) για την παραγωγή του "perilanner", ενός σχετικά δημοφιλούς υβριδίου στην ιερακοθηρία, καθώς συνδυάζει την ικανότητα στο κυνήγι του ενός, με την ανθεκτικότητα του άλλου)[10]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος Πετρίτης σε πτήση στο βιότοπό του

Ο Πετρίτης ζει ως επί το πλείστον κατά μήκος οροσειρών, σε κοιλάδες ποταμών, σε ακτές, σε έλη, σε ανοιχτές εκτάσεις, αρκεί όλοι αυτοί οι οικότοποι να γειτνιάζουν με βράχια[11]. Στις βόρειες χώρες βρίσκονται, τελευταία, κοντά ή και μέσα σε πόλεις[12].

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πετρίτης έχει μήκος σώματος από (34)-38 έως 50-(58) εκατοστά και άνοιγμα φτερών (74)-83 έως 113-(120) εκατοστά, ανάλογα με το υποείδος[13][14][15].

Ενήλικος Πετρίτης

Το αρσενικό και το θηλυκό έχουν παρόμοια σημάδια και φτέρωμα, αλλά, όπως και σε πολλά αρπακτικά πουλιά, ο Πετρίτης παρουσιάζει σεξουαλικό διμορφισμό στο βάρος, με το θηλυκό να ζυγίζει έως και 30% περισσότερο από το αρσενικό[16]. Τα αρσενικά ζυγίζουν από 424 έως 750 γραμμάρια και τα θηλυκά από 910 έως 1.500 γραμμάρια, πάλι ανάλογα με το υποείδος.

Η ράχη και τα μακριά μυτερά φτερά του ενήλικου Πετρίτη είναι συνήθως μπλε- μαύρα με μολυβί- γκρι με δυσδιάκριτες σκοτεινές ρίγες, ενώ οι άκρες τους είναι μαύρες. Η κάτω επιφάνεια είναι ωχρόλευκη-σκωριόχρωμη με λεπτές, σκούρες καφέ ή μαύρες ταινίες. [17].

Η ουρά είναι χρωματισμένη όπως η ράχη, αλλά με καθαρές λεπτές γραμμές, είναι μακριά, στενή και στρογγυλευμένη στο τελείωμα, με μαύρη ρίγα και λευκή ζώνη στην άκρη της. Η κορυφή του κεφαλιού και το "μουστάκι" κατά μήκος των παρειών είναι μαύρα, σε μεγάλη αντίθεση με τις ανοιχτόχρωμες πλευρές του τράχηλου και το λευκό λαιμό[18].

Κεφάλι ενήλικου Πετρίτη, όπου δικρίνεται η διχάλα της άνω σιαγόνας

Το κήρωμα είναι κίτρινο, όπως είναι τα πόδια και το ράμφος, ενώ τα νύχια είναι μαύρα. Η άνω σιαγόνα του ράμφους είναι μυτερή-διχαλωτή πριν την άκρη, μια προσαρμογή που επιτρέπει στα γεράκια να σκοτώνουν το θήραμα με διάτρηση της σπονδυλικής στήλης στο επίπεδο του λαιμού[19][20][21].

Κυνηγετική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πετρίτης κατέχει επάξια τον τίτλο του ταχύτερου ζωντανού οργανισμού στον πλανήτη (!) όταν εκτελεί κάθετες εφορμήσεις[22].

Η συνήθης κυνηγετική τακτική του είναι, ο εντοπισμός του θηράματος από μεγάλο ύψος, ελαφρό «κλείσιμο» των πτερύγων, κάθετη εφόρμηση (stoop), με ταχύτητες που φθάνουν τα 320 χλμ/ώρα (!) και πρόσκρουση στη φτερούγα του θηράματος, έτσι ώστε, αφενός να το ανατρέψει, αφετέρου να μη πληγωθεί αυτός ο ίδιος (!)[23].

Σχηματική αναπαράσταση της σιλουέτας του Πετρίτη, πριν και κατά την επίθεση

Η πίεση του εισερχόμενου αέρα σε τέτοιες ταχύτητες, θα μπορούσε να βλάψει ενδεχομένως τους πνεύμονες ενός πτηνού, αλλά μικρά οστέινα φύματα (tubercles) στα ρουθούνια του γερακιού οδηγούν την ισχυρή ροή του αέρα μακριά από αυτά, έτσι ώστε το πουλί να αναπνέει πιο εύκολα, εξομαλύνοντας την αλλαγή στην ατμοσφαιρική πίεση[24].

Για να προστατεύουν τα μάτια τους, οι Πετρίτες χρησιμοποιούν τις σκαρδαμυκτικές μεμβράνες (τρίτα βλέφαρα), που διασπείρουν τα δάκρυα και καθαρίζουν από σκόνες κ.α., διατηρώντας παράλληλα την όραση.

Το 2005, ο Ken Franklin κατέγραψε Πετρίτη να εφορμά κατακόρυφα με την εκπληκτική ταχύτητα των 389 χλμ/ώρα ![25].

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πετρίτης τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με μεσαίου μεγέθους πτηνά (υδρόβια, ωδικά και καλοβατικά)[26].Παγκοσμίως, υπολογίζεται ότι μεταξύ 1.500 και 2.000 είδη πουλιών (μέχρι περίπου το ένα πέμπτο των ειδών των πτηνών στον κόσμο) βρίσκονται στο διαιτολόγιο αυτών των γερακιών. Στη Βόρεια Αμερική, τα θηράματα ποικίλουν σε μέγεθος από κολιμπρί μέχρι γερανό[27].

Στις αστικές περιοχές, το κύριο συστατικό της διατροφής του Πετρίτη είναι τα περιστέρια, που αποτελούν το 80% ή περισσότερο της δίαιτάς τους σε ορισμένες πόλεις. Άλλα κοινά πουλιά που προτιμώνται τακτικά, είναι οι πάπιες, οι φάσες, τα πετροχελίδονα, τα ψαρόνια, οι κοκκινολαίμηδες, τα κοτσύφια και διάφορα κορακοειδή (όπως κουρούνες και καρακάξες).

Νεαρός Πετρίτης με τη λεία του

Εκτός από τις νυχτερίδες που κυνηγά το βράδυ[28], ο Πετρίτης σπάνια στρέφεται σε θηλαστικά, όπως ποντίκια, λαγοούς, μυγαλές και σκίουροους. Έντομα και τα ερπετά αποτελούν ένα μικρό ποσοστό της δίαιτας, η οποία ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τα διαθέσιμα θηράματα[29].

Ο Πετρίτης κυνηγά την αυγή και το σούρουπο, όταν τα θηράματα είναι πιο ενεργά, αλλά επίσης και κατά τη διάρκεια της νύχτας στις πόλεις, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους μετανάστευσης, οπότε το νυχτερινό κυνήγι γίνεται κανόνας[30].

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εποχή αναπαραγωγής ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή, αλλά πραγματοποιείται γενικά από Φεβρουάριο έως Μάρτιο στο βόρειο ημισφαίριο, και από Ιούλιο έως Αύγουστο στο νότιο ημισφαίριο, αν και οι πληθυσμοί στην Αυστραλία μπορούν να γεννήσει έως το Νοέμβριο, και οι ισημερινοί πληθυσμοί μπορεί να φωλιάζουν οποτεδήποτε μεταξύ Ιουνίου και Δεκεμβρίου.

Ο Πετρίτης κατά τη διάρκεια του φωλιάσματος είναι έντονα εδαφικός και, οι φωλιές μπορεί να απέχουν μέχρι και 1 χιλιόμετρο, ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχουν πολλά ζευγάρια αναπαραγωγής[31].

Φωλιάζει συνήθως σε γείσα ή σε άκρες γκρεμών και ορθοπλαγιών. Το σημείο επιλέγεται από το θηλυκό, όπου ξύνει μια ρηχή κοιλότητα για να γεννήσει τα αυγά. Δεν προσθέτει κάποιο ιδιαίτερο υλικό επίστρωσης, ενώ η φωλιά έχει συνήθως νότιο προσανατολισμό[32]. Σε ορισμένες περιοχές, όπως στην Αυστραλία και στη δυτική ακτή της Βόρειας Αμερικής, χρησιμοποιούνται οι μεγάλες κοιλότητες δέντρων για φώλιασμα. Πριν τη μείωση των περισσότερων ευρωπαϊκών πληθυσμών, ένα μεγάλο μέρος από τους πετρίτες στην κεντρική και δυτική Ευρώπη χρησιμοποιούσαν τις εγκαταλελειμμένες φωλιές άλλων μεγάλων πουλιών[33].

Φωλιά και νεοσσός Πετρίτη

Σε απομακρυσμένες, αδιατάρακτες περιοχές όπως η Αρκτική, απότομες πλαγιές, ακόμη και χαμηλά βράχια και αναχώματα μπορεί να χρησιμοποιούνται ως φωλιές. Σε πολλά μέρη, οι Πετρίτες φωλιάζουν πλέον τακτικά σε ψηλά κτίρια, καμπαναριά ή γέφυρες.

Η γέννα αποτελείται από (1)-3 έως 4-(5) αυγά, με διαστήματα 3-6 ημερών μεταξύ τους.[34]. Αν τα αυγά χαθούν νωρίς στην εποχή, το θηλυκό γεννά συνήθως ξανά, αν και αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο στην Αρκτική λόγω της σύντομης θερινής περιόδου. Eπωάζονται για 29 -33 ημέρες, κυρίως από το θηλυκό, με το αρσενικό να βοηθά επίσης sτην επώαση των αυγών κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά μόνο το θηλυκό τα επωάζει τη νύχτα.

Οι νεοσσοί τρέφονται, για τις πρώτες 14 ημέρες, με το θηλυκό στη φωλιά, αλλά αργότερα τα αφήνει συχνότερα προς αναζήτηση τροφής, που φθάνει σε ακτίνα μέχρι και 19-24 χιλιόμετρα από τη φωλιά[35]. Αποκτούν φτέρωμα στι ς 18 ημέρες και πετάνε στις 35-42 ημέρες, αλλά εξακολουθούν να εξαρτώνται από τους γονείς τους για 2 μήνες ακόμη[36].

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πετρίτης κινδύνευσε σοβαρά με εξαφάνιση λόγω της χρήσης των οργανοχλωριούχων παρασιτοκτόνων, ειδικά τού DDT, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, '60, και '70[37]. Οι δηλητηριώδεις ουσίες συσσωρεύονταν στον λιπώδη ιστό των πτηνών, μειώνοντας την ποσότητα του ασβεστίου στο κέλυφος των αυγών τους. Με λεπτότερο κέλυφος, λιγότερα αυγά έφθαναν στην εκκόλαψη[38]

Σήμερα, οι πληθυσμοί του Πετρίτη έχουν ανακάμψει στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Στη Βρετανία, υπήρξε ανάκαμψη των πληθυσμών μετά τη δεκαετία του 1960. Αυτό έχει βοηθηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη Βασιλική Εταιρεία για την Προστασία των Πτηνών.

Στην Ελλάδα, ο Πετρίτης μπορεί να παρατηρηθεί στο πεδίο αλλά όχι τόσο συχνά. Μεγάλο πρόβλημα αποτελεί η λαθροθηρία και η δηλητηρίαση από φυτοφάρμακα)[39].

Ο Πετρίτης είναι, ίσως, το παλαιότερο γεράκι στην ιερακοθηρία, με αναφορές για τη χρησιμοποίησή του από τους νομάδες της Κ.Ασίας, εδώ και 3000 χρόνια[40].

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πετρίτης απαντάται στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες Σπιζίας και Φάλκονας ή Φάλκος (Κρήτη)[41]. Είναι, πιθανότατα, ο Τρίορχις των αρχαίων Ελλήνων)[42].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Towry, R. K. (1987): Wildlife habitat requirements. Pages 73–210 in R. L. Hoover & D. L. Wills (editors) Managing Forested Lands for Wildlife. Colorado Division of Wildlife, Denver, Colorado, USA.
  • Peterson, R. T (1976): A Field Guide to the Birds of Texas: And Adjacent States. Houghton Mifflin Field Guides. ISBN 0-395-92138-4
  • Beckstead, D. (2001) American Peregrine Falcon[dead link] U.S. National Park Service Version of 2001-03-09. Retrieved 2007-08-13.
  • Helbig, A.J.; Seibold, I.; Bednarek, W.; Brüning, H.; Gaucher, P.; Ristow, D.; Scharlau, W.; Schmidl, D. & Wink, M. (1994): Phylogenetic relationships among falcon species (genus Falco) according to DNA sequence variation of the cytochrome b gene. In: Meyburg, B.-U. & Chancellor, R.D. (eds.): Raptor conservation today: 593–599. PDF fulltext
  • Wink, M. & Sauer-Gürth, H. (2000): Advances in the molecular systematics of African raptors. In: Chancellor, R.D. & Meyburg, B.-U. (eds): Raptors at Risk: 135–147. WWGBP/Hancock House, Berlin/Blaine. PDF fulltext
  • Wink, M.; Seibold, I.; Lotfikhah, F. & Bednarek, W. (1998): Molecular systematics of holarctic raptors (Order Falconiformes). In: Chancellor, R.D., Meyburg, B.-U. & Ferrero, J.J. (eds.): Holarctic Birds of Prey: 29–48. Adenex & WWGBP. PDF fulltext
  • Wink, M.; Döttlinger, H.; Nicholls, M. K. & Sauer-Gürth, H. (2000): Phylogenetic relationships between Black Shaheen (Falco peregrinus peregrinator), Red-naped Shaheen (F. pelegrinoides babylonicus) and Peregrines (F. peregrinus). In: Chancellor, R.D. & Meyburg, B.-U. (eds): Raptors at Risk: 853–857. WWGBP/Hancock House, Berlin/Blaine. PDF fulltext
  • Wink, M.; Sauer-Gürth, H.; Ellis, D. & Kenward, R. (2004): Phylogenetic relationships in the Hierofalco complex (Saker-, Gyr-, Lanner-, Laggar Falcon). In: Chancellor, R.D. & Meyburg, B.-U. (eds.): Raptors Worldwide: 499–504. WWGBP, Berlin. PDF fulltext
  • Nittinger, F.; Haring, E.; Pinsker, W.; Wink, M. & Gamauf, A. (2005): Out of Africa? Phylogenetic relationships between Falco biarmicus and other hierofalcons (Aves Falconidae). Journal of Zoological Systematics and Evolutionary Research 43(4): 321–331. doi:10.1111/j.1439-0469.2005.00326.x PDF fulltext
  • Groombridge, J. J.; Jones, C. G.; Bayes, M. K.; van Zyl, A.J.; Carrillo, J.; Nichols, R. A. & Bruford, M. W. (2002): A molecular phylogeny of African kestrels with reference to divergence across the Indian Ocean. Molecular Phylogenetics and Evolution 25(2): 267–277. doi:10.1016/S1055-7903(02)00254-3 (HTML abstract)
  • Griffiths, C. S. (1999): Phylogeny of the Falconidae inferred from molecular and morphological data. Auk 116(1): 116–130. PDF fulltext
  • Griffiths, C. S.; Barrowclough, G. F.; Groth, Jeff G. & Mertz, Lisa (2004): Phylogeny of the Falconidae (Aves): a comparison of the efficacy of morphological, mitochondrial, and nuclear data. Molecular Phylogenetics and Evolution 32(1): 101–109. doi:10.1016/j.ympev.2003.11.019 (HTML abstract)
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2001.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 16, λήμμα Γεράκι
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard & Moore, p. 94
  2. Σύμφωνα με τον Β. Κιόρτση, τέως καθηγητή Ζωολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών, («Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα», τόμος 16, λήμμα Γεράκι)
  3. Howard and Moore, p. 97
  4. Howard and Moore, p. 97
  5. http://en.wikipedia.org/wiki/File:PeregrineSubspeciesMap.png
  6. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=peregrinus
  7. Ferguson-Lees, J.; Christie, D.A. (2001). Raptors of the World. London: Christopher Helm. ISBN 0-7136-8026-1.
  8. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 134
  9. Contra Helbig et al. (1994), Wink et al. (1998). The supposed basal position of the hierofalcons was due to them having a cytochrome b numt: see Wink & Sauer-Gürth (2000)
  10. Helbig et al. (1994), Wink et al. (1998), Griffiths (1999), Wink & Sauer-Gürth (2000), Groombridge et al. (2002), Griffiths et al. (2004), Nittinger et al. (2005)
  11. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 134
  12. Ferguson-Lees, J. and Christie, D. (2001). Raptors of the World. Houghton Mifflin Field Guides. ISBN 0-618-12762-3.
  13. White, C.M. (1994). "Family Falconidae". In del Hoyo, J., Elliot, A. and Sargatal, J.. Handbook of Birds of the World: New World Vultures to Guinea fowl. 2. Barcelona: Lynx Edicions. pp. 216–275, plates 24–28. ISBN 84-87334-15-6.
  14. Dewey, T.; Potter, M. (2002). "Animal Diversity Web: Falco peregrinus". University of Michigan Museum of Zoology. http://animaldiversity.ummz.umich.edu/site/accounts/information/Falco_peregrinus.html. Retrieved 21 May 2008.
  15. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 192
  16. Scholz, F. (1993). Birds of Prey. Stackpole Books. ISBN 0-8117-0242-1
  17. Ferguson-Lees, J. and Christie, D. (2001). Raptors of the World. Houghton Mifflin Field Guides. ISBN 0-618-12762-3.
  18. Terres, J.K. (1991). The Audubon Society Encyclopedia of North American Birds. Wings Books, New York. ISBN 0-517-03288-0.
  19. White, C.M. (1994). "Family Falconidae". In del Hoyo, J., Elliot, A. and Sargatal, J.. Handbook of Birds of the World: New World Vultures to Guinea fowl. 2. Barcelona: Lynx Edicions. pp. 216–275, plates 24–28. ISBN 84-87334-15-6
  20. Snow, D.W. (1998). The Complete Birds of the Western Palaearctic on CD-ROM. Oxford University Press. ISBN 0-19-268579-1
  21. U.S. Fish and Wildlife Service (1999). "All about the Peregrine falcon". Archived from the original on 16 April 2008. http://web.archive.org/web/20080416195055/http://www.fws.gov/endangered/recovery/peregrine/QandA.html#fast. Retrieved 13 August 2007
  22. "Wildlife Finder – Peregrine Falcon". BBC. http://www.bbc.co.uk/nature/species/Peregrine_falcon. Retrieved 2010-03-18
  23. U.S. Fish and Wildlife Service (1999). "All about the Peregrine falcon". Archived from the original on 16 April 2008. http://web.archive.org/web/20080416195055/http://www.fws.gov/endangered/recovery/peregrine/QandA.html#fast<?r. Retrieved 13 August 2007
  24. Wisconsin Department of Natural Resources
  25. Harpole, Tom (1 March 2005). "Falling with the Falcon". Smithsonian Air & Space magazine. http://www.airspacemag.com/flight-today/falcon.html. Retrieved 4 September 2008.
  26. Beckstead, D. (2001)
  27. "Birds of North America Online". Bna.birds.cornell.edu. http://bna.birds.cornell.edu/bna/species/660/articles/foodhabits. Retrieved 2011-08-30.
  28. Drewitt, E.J.A.; Dixon, N. (February 2008). "Diet and prey selection of urban-dwelling Peregrine Falcons in southwest England". British Birds 101: 58–67
  29. Beckstead, D. (2001)
  30. Drewitt, E.J.A.; Dixon, N. (February 2008). "Diet and prey selection of urban-dwelling Peregrine Falcons in southwest England". British Birds 101: 58–67
  31. Blood, D. and Banasch, U. (2001). "Hinterland Who's Who Bird Fact Sheets: Peregrine Falcon". Archived from the original on 2008-05-08. http://web.archive.org/web/20080508212057/http://www.hww.ca/hww2.asp?id=60. Retrieved 2008-05-22
  32. Terres, J.K. (1991). The Audubon Society Encyclopedia of North American Birds. Wings Books, New York. ISBN 0-517-03288-0
  33. Beckstead, D. (2001)
  34. Peterson, R. T (1976): p. 171
  35. Towry (1987)
  36. Harrison, p. 110
  37. J. Cade, J. H. Enderson, C. G. Thelander & C. M. White (Eds): Peregrine Falcon Populations – Their management and recovery. The Peregrine Fund, Boise, Idaho, 1988. ISBN 0-9619839-0-6.
  38. Brown, L. (1976): Birds of Prey: Their biology and ecology: 226. Hamlyn. ISBN 0-600-31306-9
  39. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 47
  40. Blood, D. and Banasch, U. (2001). "Hinterland Who's Who Bird Fact Sheets: Peregrine Falcon". Archived from the original on 2008-05-08. http://web.archive.org/web/20080508212057/http://www.hww.ca/hww2.asp?id=60. Retrieved 2008-05-22
  41. Απαλοδήμος, σ.28-29
  42. Κιόρτσης, σ.314
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Peregrine falcon της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πετρίτης (Falco peregrinus)