Ψαραετός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ψαραετός
Osprey-27527-1.jpg
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πουλιά (Αves)
Τάξη: Ιερακόμορφα (Falconiformes)
Οικογένεια: Πανδιονίδες (Pandionidae)
Γένος: Πανδίων (Pandion)
Είδος: P. haliaetus
Διώνυμο
Pandion haliaetus (Πανδίων ο αλιαετός)
(Λινναίος 1758)


Ο Ψαραετός (Pandion haliaetus - Πανδίων ο αλιαετός) είναι κοσμοπολίτικο αρπακτικό που ανήκει στην οικογένεια των Πανδιονίδων. Το επιστημονικό του όνομα το πήρε από τον Αθηναίο βασιλιά Πανδίωνα παππού του Θησέα. Έχουν βρεθεί απολιθώματα των προγόνων του ηλικίας δεκατριών εκατομμυρίων ετών στην Καλιφόρνια και στη Φλόριντα. Από αυτά τα οστά συμπεραίνεται ότι πρόκειται για είδη πιο αδύναμα αλλά κατά τα άλλα παρόμοια με το σημερινό.

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ψαραετός ανήκει στην τάξη των Ιερακόμορφων, στην οικογένεια των Πανδιονίδων, της οποίας είναι και ο μοναδικός ζωντανός εκπρόσωπος. Στο είδος ανήκουν τέσσερα υποείδη

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο αρπακτικό με τα θηλυκά να είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Το μέγεθος των θηλυκών είναι 60-66 εκατοστά και με βάρος 1600-2000 γραμμάρια. Τα αρσενικά είναι 50-55 εκατοστά και βάρος 1200-1600 γραμμάρια. Το άνοιγμα των φτερών κυμαίνεται από 145 μέχρι 170 εκατοστά. Οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, εκτός από το μέγεθος, είναι μικρές. Οι μακριές φτερούγες του έχουν μία χαρακτηριστική καμπή στο ύψος του καρπού. Ο χρωματισμός του είναι λευκός στο κάτω μέρος (κοιλιά και στήθος) με εξαίρεση τις σκουρόχρωμες κηλίδες στον καρπό και στον λαιμό που σχηματίζουν ένα περιλαίμιο και που στα θηλυκά είναι μεγαλύτερο και πιο έντονο. Αυτός ο χρωματισμός καθιστά σχεδόν αδύνατο τον εντοπισμό του αρπακτικού από την λεία του όταν είναι σε πτήση. Το κάτω μέρος της ουράς έχει λευκές και καφέ λωρίδες. Το πάνω μέρος του σώματος (Πλάτη, ουρά και πάνω μέρος φτερούγων) έχει ένα σκούρο καφέ χρώμα που στα θηλυκά είναι πιο σκούρο όπως και στα άτομα που ζουν στις πιο βόρειες περιοχές. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα στον χρωματισμό του Ψαραετού είναι μία σκούρα λωρίδα που ξεκινάει από τα μάτια και καταλήγει στο πάνω μέρος του κεφαλιού. Τα πόδια του και το κήρωμα έχουν ανοιχτό μπλε χρώμα ενώ το ράμφος είναι μαύρο. Τα μάτια είναι κίτρινου χρώματος. Λόγω του είδους της διατροφής του έχει μερικά χαρακτηριστικά που διαφέρουν από τα άλλα αρπακτικά. Τα πόδια του είναι ιδιαίτερα μακριά και καταλήγουν σε μακριά και ιδιαιτέρως γαμψά νύχια. Τα δύο δάχτυλα είναι γυρισμένα αντίθετα και στο κάτω μέρος των ποδιών έχει αγκαθωτά λέπια που του επιτρέπουν να πιάνει καλύτερα και πιο σταθερά την λεία του. Το φτέρωμα του είναι πυκνό και επικαλύπτεται με μία ελαιώδη ουσία ενώ τα ρουθούνια του μπορούν να κλείνουν ερμητικά ως προστασία από το νερό όταν βουτάει για να πιάσει τα ψάρια.

Οι πληθυσμοί του Ψαραετού που ζουν στις βορειότερες περιοχές είναι συνήθως μεγαλύτεροι και πιο σκούροι. Τα ανήλικα άτομα μοιάζουν με τα ενήλικα είναι όμως, στο πάνω μέρος του σώματος, διάστικτα με μικρές κηλίδες ανοιχτού κίτρινου χρώματος, το περιλαίμιο δεν είναι ιδιαιτέρως έντονο και τα μάτια έχουν χρώμα πορτοκαλοκόκκινο. Τα νεαρά αποκτούν το φτέρωμα των ενηλίκων σε ηλικία 18 μηνών περίπου.

Βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ψαραετός είναι ένα μεταναστευτικό πτηνό όσο αφορά τους πληθυσμούς που ζουν στις βόρειες περιοχές της εξάπλωσης τους. Από αυτούς τα άτομα που ζουν πιο βόρεια μπορούν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των περιοχών αναπαραγωγής και των περιοχών διαχείμασης. Όσον αφορά τα μεταναστευτικά άτομα που ζουν πιο νότια συνήθως διανύουν μικρότερες αποστάσεις μεταξύ των δύο περιοχών, τις περισσότερες φορές λιγότερο από 200 χιλιόμετρα. Οι πληθυσμοί που ζουν στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές είναι επιδημητικά.

Πρόκειται για ένα αρπακτικό που ανέχεται χωρίς δυσκολία την συγκατοίκηση με άλλα άτομα του ίδιου είδους σε μικρή σχετικά έκταση, πρόκειται για μία συμπεριφορά πολύ σπάνια στην ομάδα των αρπακτικών. Αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να είναι και μία από της αιτίες που έκαναν αυτό το πτηνό να αναπτύξει έναν ένα σύστημα επικοινωνίας που βασίζεται σε κραυγές, στάσεις του σώματος και τρόπους πτήσης. Σχεδόν πάντα χρησιμοποιείται ένας συνδυασμός των διαφόρων μορφών επικοινωνίας.

Η διάρκεια ζωής του στη φύση μπορεί να φτάσει τα 25 χρόνια.

Διατροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διατροφή του βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα ψάρια, πολύ σπάνια μπορεί να κυνηγήσει μικρά θηλαστικά, ερπετά και πτηνά. Κυνηγάει συνήθως ψάρια μικρού και μεσαίου μεγέθους ενώ τα είδη είναι ποικίλα και εξαρτώνται από την περιοχή κυνηγιού και την αφθονία του κάθε είδους. Σύμφωνα με έρευνες ο ψαραετός δεν επηρεάζει αρνητικά τους πληθυσμούς των θηραμάτων του αφού πιάνει κυρίως άρρωστα και γέρικα άτομα. Ο τρόπος κυνηγιού είναι ιδιαίτερος. Συνήθως ξεκινάει εν πτήση, λιγότερο συχνά καθισμένος σε ένα παρατηρητήριο. Με τον εντοπισμό του θηράματος κάνει μερικούς γύρους στον αέρα χτυπώντας τις φτερούγες και μετά κάνει ελεύθερη πτώση, λίγο πριν ακουμπήσει το νερό επιμηκύνει τα πόδια του προς τα εμπρός ώστε να είναι αυτά τα πρώτα που θα μπουν μέσα και λυγίζει τις φτερούγες του προς τα πίσω. Μόλις τα δάχτυλα ακουμπήσουν το ψάρι και το συλλαμβάνουν. Αμέσως μετά ξαναπαίρνει ύψος με δυνατά χτυπήματα των φτερούγων. Κατά την πτήση κρατάει το ψάρι και με τα δύο πόδια τα οποία βάζει το ένα μπροστά από το άλλο. Η κατανάλωση γίνεται με τον ψαραετό να κάθεται σε κάποιο στήριγμα και ξεκινάει πάντα από το κεφάλι. Όταν κυνηγάει και για την υπόλοιπη οικογένεια καταναλώνει ένα μέρος του θηράματος πριν μεταφέρει το υπόλοιπο στην φωλιά. Η επιτυχία του στο κυνήγι κυμαίνεται στο 50% αλλά επηρεάζεται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για ένα μονογαμικό είδος, σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν υπάρχουν πολλές φωλιές σε μικρή απόσταση, μπορεί να παρατηρηθούν φαινόμενα πολυγαμίας. Η περίοδος αναπαραγωγής διαφέρει ανάμεσα στους μεταναστευτικούς και στους επιδημητικούς πληθυσμούς, στους πρώτους είναι μεταξύ Απριλίου και Μαΐου ενώ στους δεύτερους μεταξύ Δεκεμβρίου και Μαρτίου. Τα επιδημητικά παραμένουν όλο τον χρόνο στην φωλιά και μερικές φορές περιπλανώνται κάποιες μέρες μακριά της. Τα αποδημητικά επιστρέφουν στην ίδια φωλιά επί σειρά ετών. Το αρσενικό επιστρέφει πρώτο και ακολουθεί το θηλυκό λίγες μέρες αργότερα. Με την αρχή της αναπαραγωγικής περιόδου ανανεώνουν τους δεσμούς τους και επισκευάζουν την φωλιά μαζί αλλά τα μεγαλύτερο μέρος των επισκευών την κάνουν τα θηλυκά. Η εναπόθεση των αβγών γίνεται μετά το τέλος των επισκευών. Οι φωλιές μπορούν να βρίσκονται ή απομονωμένες ή κοντά σε άλλες φωλιές ψαραετών, αυτό εξαρτάτε από την παρουσία θηραμάτων στην περιοχή. Η κατασκευή τους γίνεται σε σημεία δυσκολοπρόσιτα όπως απότομους βράχους, μικρά νησιά και μεμονωμένα υποστηρίγματα που εξέχουν από το νερό. Το θηλυκό εναποθέτει από δύο μέχρι τέσσερα αβγά με διαφορά μία με δύο μέρες το ένα από το άλλο. Η επώαση ξεκινάει αμέσως μετά την εναπόθεση του πρώτου αβγού και οι νεοσσοί εκκολάπτονται με την σειρά που εναπόθεσης των αβγών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι νεοσσοί να έχουν διαφορετικές πιθανότητες επιβίωσης. Σε όλη την περίοδο της επώασης και μέχρι οι νεοσσοί να πετάξουν από την φωλιά το αρσενικό εξασφαλίζει την τροφή για το θηλυκό και για τους νεοσσούς. Η επώαση διαρκεί περίπου 40 ημέρες. Μετά την εκκόλαψη οι νεοσσοί μεγαλώνουν γρήγορα και είναι έτοιμοι να πετάξουν σε ηλικία 48 με 76 ημερών, τα μικρά των μεταναστευτικών πληθυσμών είναι έτοιμα να πετάξουν γρηγορότερα από τα άλλα. όταν έρθει η στιγμή της μετανάστευσης τα μικρά είναι τελείως ανεξάρτητα. Συνήθως την πρώτη χρονιά τα νεαρά άτομα παραμένουν στις περιοχές διαχείμασης και δεν επιστρέφουν στους τόπους αναπαραγωγής. Είναι σεξουαλικά ώριμα σε ηλικία 3 ετών.

Βιότοπος και γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ψαραετός είναι διαδεδομένος γιατί ζει σε μεγάλη ποικιλία βιοτόπων. Απαραίτητη είναι η παρουσία πηγής νερού αρκετά μεγάλης για να του επιτρέπει την εύρεση τροφής. Τις φωλιές του τις βρίσκουμε σε απόσταση μέχρι 5 χιλιομέτρων από τη θάλασσα, λιμνοθάλασσες, δέλτα ποταμών, ποτάμια, λίμνες, τεχνητούς συλλέκτες νερού και άλλες υδάτινες λεκάνες.

Πρόκειται για ένα κοσμοπολίτικο είδος, το βρίσκουμε στην βόρειο και νότιο Αμερική, στην Καραϊβική, στην Αφρική, στην Ευρώπη, στην Ασία και στην Ωκεανία. Στην νότια Αμερική και την νοτιοανατολική Ασία δεν αναπαράγεται αλλά είναι μόνο χειμερινός επισκέπτης. Οι πληθυσμοί της βορείου Αμερικής μεταναστεύουν στη νότια Αμερική και την Καραϊβική, εκείνοι της Ευρώπης στην Αφρική και εκείνοι της Ασίας βορείως των Ιμαλαΐων στη νότια Ασία.

Στην Ελλάδα είναι κυρίως θερινός επισκέπτης αν και λίγα άτομα έρχονται τον χειμώνα στην λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο μπορούμε να τον βρούμε με μικρούς πληθυσμούς σε μερικούς από τους μεγαλύτερους υδροβιότοπους της χώρας όπως το δέλτα του Έβρου.

Απειλές και πληθυσμιακή κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα η κατάσταση του είδους ήταν ανησυχητική. Οι μεγαλύτερες απειλές προέρχονταν από το κυνήγι, τη συλλογή των αβγών και από το DDT, που επηρεάζει τις αναπαραγωγικές ικανότητες των πουλιών. Προς τα τέλη του 20ου αιώνα η κατάσταση άλλαξε και ο ψαραετός ανέκτησε τους παλιούς του πληθυσμούς. Παρόλο που σε κάποιες χώρες η κατάσταση παραμένει κρίσιμη, σε αυτές τις χώρες συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα, σε παγκόσμιο επίπεδο η κατάσταση είναι πολύ θετική. Λόγω της πολύ μεγάλης γεωγραφικής του εξάπλωσης και το μεγάλου αριθμού αναπαραγόμενων ζευγαριών το IUCN τον κατατάσσει ανάμεσα στα είδη ελάχιστης ανησυχίας (LC).[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 BirdLife International (2013). Pandion haliaetus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 20 Μαρτίου 2014.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Roger Peterson, Guy Mountfort, P.A.D. Hollom, Julian Huxley, Α. Κανέλλη και W. Bauer. (1981). Τα πουλιά της Ελλάδας και της Ευρώπης. Χρυσός τύπος. 
  • Ντίνος Απαλόδημου (1993). Περιγραφικό λεξικό των πουλιών της Ελλάδος. Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας. ISBN 9789608519312. 
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant (2007). Τα πουλιά της Ελλάδος, της Κύπρου και της Ευρώπης. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία. ISBN 9789608663183. 
  • George Handrinos, Triantaphyllos Akriotis (1997). The birds of Greece. C. Helm. ISBN 9780713639292. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]