Γκερτ φον Ρούντστετ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στρατάρχης Γκερντ φον Ρούνστεντ. 1940

Ο Γκερντ φον Ρούνστεντ (Karl Rudolf Gerd von Rundstedt), 12 Δεκεμβρίου 1875 - 24 Φεβρουαρίου 1953, ήταν Στρατάρχης της Βέρμαχτ, επικεφαλής ομάδας Στρατιών στην εισβολή στην Πολωνία (1939), Γαλλία (1940) και στην εισβολή στην Σοβιετική Ένωση (1941) και γενικός διοικητής των δυνάμεων του Δυτικού μετώπου (1944) μέχρις ότου αντικαταστάθηκε από τον Χίτλερ και αποστρατεύθηκε.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρούντστεντ γεννήθηκε στο Ασερσλέμπεν (Aschersleben) της Σαξωνίας και ήταν γόνος αριστοκρατικής Πρωσικής οικογένειας[1]. Ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, επίσης αξιωματικού καριέρας του Πρωσικού Στρατού, ο Γκερντ αρχικά κατετάγη στον Γερμανικό Στρατό (1892) και στη συνέχεια εγγράφηκε στην Γερμανική Στρατιωτική Ακαδημία το 1902, η οποία δεχόταν 160 υποψήφιους αξιωματικούς ετησίως. Το ίδιο έτος νυμφεύεται την Λουίζα φον Γκέτζ (Luise Bila von Götz) με την οποία απέκτησαν ένα γιό, τον Χανς Γκερντ. Αποφοίτησε με επιτυχία από την Στρατιωτική Ακαδημία και έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο διακρίθηκε τόσο για τη γενναιότητα όσο και για τις ικανότητές του. Το 1918 ήταν Ταγματάρχης και επικεφαλής του Επιτελείου της Μεραρχίας του.

Περίοδος Μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρούντστεντ παρέμεινε στην Ράιχσβερ, τον Στρατό των 100.000 ανδρών που επιτράπηκε στην Γερμανία να διατηρήσει μετά το τέλος του Πρώτου Πολέμου, σύμφωνα με την Συνθήκη των Βερσαλλιών. Το 1932 του ανατέθηκε η διοίκηση της 3ης Μεραρχίας Πεζικού. Αντέδρασε στην απόφαση του Φραντς φον Πάπεν σχετικά με την κήρυξη στρατιωτικού νόμου στη χώρα το 1932 και στη διαταγή εκδίωξης, από τον Στρατό, των μελών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος από δημόσιες θέσεις - απείλησε, μάλιστα, να παραιτηθεί. Παρέμεινε στον Στρατό και παραιτήθηκε το 1938, όταν έγινε γνωστό ότι η Γκεστάπο είχε εμπλέξει τον Αρχηγό του Στρατού Βέρνερ φον Φριτς (Werner von Fritsch) σε σεξουαλικό σκάνδαλο, με στόχο την απομάκρυνσή του από αυτή τη θέση.

Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1939, ο Ρούντστεντ ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία και τοποθετήθηκε επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών Νότου, με επιτελάρχη τον Έριχ φον Μάνσταϊν. Εκπληρώνοντας λαμπρά την αποστολή του (κατάφερε να κυκλώσει 19 Πολωνικές μεραρχίες στον "θύλακα της Μπζούρα")[2], επιστρέφει στην Γερμανία και συμμετέχει στο "κίτρινο σχέδιο" (Fall gelb) του Φύρερ για την εισβολή στην Γαλλία τον Μάρτιο του 1940. Στην εκστρατεία αυτή ηγείται επτά θωρακισμένων μεραρχιών (με επικεφαλής τον Χάιντς Γκουντέριαν), τριών μηχανοκινήτων και δεκατριών μεραρχιών Πεζικού. Εδώ διαπράττει ένα σοβαρό σφάλμα: Έχοντας κυκλώσει την Δουνκέρκη και το Βρετανικό εκστρατευτικό σώμα που δρούσε στην Γαλλία μαζί με τον Γαλλικό Στρατό, δίνει ανάπαυση μιας ημέρας στα θωρακισμένα άρματα του Γκουντέριαν (ύστερα από αίτημα του Γκίντερ φον Κλούγκε), θεωρώντας ότι αυτή είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της φθοράς που έχουν υποστεί. Ο Γκουντέριαν ζητά την άδεια να επιπέσει κατά της Δουνκέρκης, αλλά αυτή ποτέ δεν του δίνεται. Εν τω μεταξύ καταφθάνει στο Στρατηγείο του Ρούντστεντ ο ίδιος ο Χίτλερ, ο οποίος υπερθεματίζει την απόφαση του Στρατηγού του. Αυτό το σφάλμα ήταν μοιραίο: Τα γαλλοβρετανικά στρατεύματα, έχοντας την ανάπαυλα που τους χρειαζόταν για την αναδιοργάνωσή τους, προβάλλουν πλέον ισχυρή αντίσταση και δεν επιτρέπουν άμεση κατάληψη του σημαντικού αυτού λιμένα, από τον οποίο καταφέρνουν να διαφύγουν (με ολική απώλεια του υλικού τους) σχεδόν το σύνολο των βρετανικών δυνάμεων και περίπου 140.000 Γάλλοι στρατιώτες[1]. Ο Χίτλερ αποφασίζει να αφήσει την Δουνκέρκη στην Αεροπορία, η οποία, όμως, δεν καταφέρνει αποφασιστικά πλήγματα, καθώς επεμβαίνει η Βρετανική αεροπορία (RAF). Το σφάλμα της μη εξουδετέρωσης του Βρετανικού σώματος αποδίδεται σήμερα στον Ρούντστεντ[3].

Το καλοκαίρι του 1940 ο Ρούντστεντ καλείται στο Βερολίνο όπου, στις 19 Ιουλίου, ονομάζεται Στρατάρχης. Συμμετέχει στην κατάστρωση του σχεδίου Seelowe (Θαλάσσιος Λέων), όπως είχε αποκληθεί η εισβολή της Γερμανίας στην Βρετανία. Το σχέδιο ετοιμάζεται, οι συμμετέχοντες είναι αισιόδοξοι, ωστόσο ο Χίτλερ διστάζει, γνωρίζοντας ότι καμία εκστρατεία κατά της Βρετανίας δεν πέτυχε, ύστερα από αυτή του Ιουλίου Καίσαρα. Σε βοήθειά του έρχεται ο επικεφαλής των Ναυτικών δυνάμεων Ναύαρχος Ρέντερ, ο οποίος ισχυρίζεται (όχι αβάσιμα) ότι δεν διαθέτει τις απαιτούμενες ναυτικές δυνάμεις και, επιπλέον, φοβάται την επέμβαση της Βρετανικής Αεροπορίας. Το σχέδιο αρχικά αναβάλλεται και, τελικά, ματαιώνεται. Ο Ρούντστεντ αναλαμβάνει Γενικός Στρατιωτικός Διοικητής των κατακτημένων περιοχών και επιφορτίζεται με την οχύρωση των ακτών της Βόρειας Γαλλίας, του Βελγίου και της Ολλανδίας.

Ο Στρατάρχης ανακαλείται ξανά στην Γερμανία τον Ιούνιο του 1941. Ο Ρούνστεντ γνώριζε πως επίκειτο εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, αλλά ήταν ιδιαίτερα απαισιόδοξος σχετικά με την έκβαση της σύγκρουσης. Τον Μάιο του 1941 μάλιστα, αποχαιρέτησε τον προσωπικό του φίλο Στρατάρχη Βίλχελμ Ρίττερ φον Λέεμπ μετά από συνομιλία τους με τα λόγια «Τότε λοιπόν, καλή αντάμωση στη Σιβηρία.[4] Παρά ταύτα, ο Χίτλερ του εμπιστεύεται τη Διοίκηση της Ομάδας Στρατιών Νότου (Süd), η οποία αποτελείται από 52 μεραρχίες Πεζικού και πέντε θωρακισμένες. Η ομάδα αυτή προορίζεται να εισβάλει στην Ουκρανία, στα πλαίσια της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Οι αρχικές επιτυχίες είναι μικρές και η προέλαση της Ομάδας αργή. Ο Στάλιν διαπράττει ένα σημαντικό σφάλμα για λόγους (περισσότερο) γοήτρου: Αρνείται την εγκατάλειψη του Κιέβου, παρά το γεγονός ότι ο Ρούντστεντ έχει διαβεί τον Δνείπερο τόσο στα βόρεια όσο και στα νότια της πόλης. Η κυκλωτική αυτή κίνηση, εκτός από την κατάληψη του Κιέβου, οδηγεί στον εκμηδενισμό των δυνάμεων του Σοβιετικού Στρατάρχη Μπουντιένυ, αποφέροντας στην Βέρμαχτ τον εκπληκτικό αριθμό των 655.000 αιχμαλώτων. Ο Ρούντστεντ στρέφεται στη συνέχεια εναντίον των πόλεων Χάρκοβ και Ροστόβ, τις οποίες και καταλαμβάνει. Ωστόσο, αντιτίθεται σθεναρά στην συνέχιση της εκστρατείας κατά τη χειμερινή περίοδο και έρχεται σε απευθείας αντιπαράθεση με τον Χίτλερ, ιδιαίτερα όταν υποστηρίζει την εκκένωση μιας μικρής προεξοχής στο Ροστόβ. Αυτό του στοιχίζει την θέση του: Ανακαλείται, απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του, αποστρατεύεται και αντικαθίσταται από τον Στρατηγό Βάλτερ φον Ράιχεναου (Walther von Reichenau), δεδηλωμένο οπαδό του Εθνικοσοσιαλισμού. Ο Ράιχενάου εξετάζει την κατάσταση, συμφωνεί με τον Ρούντστεντ και τηλεφωνώντας στον Χίτλερ κάνει ακριβώς αυτό που είχε προτείνει ο Στρατάρχης. Ωστόσο, η διαταγή αποστράτευσης του Ρούντστεντ δεν ανακαλείται.

Τον Μάρτιο του 1942 ο Χίτλερ καλεί σε ακρόαση τον γηραιό Στρατάρχη (είναι ήδη 67 ετών) και τον πείθει να επανέλθει στην ενεργό υπηρεσία, λέγοντας, μάλιστα "Είναι καταπληκτικός! Αν ήταν νεότερος, θα του ανέθετα την Αρχιστρατηγία!"[5]. Του αναθέτει και πάλι την αρχηγία του Δυτικού μετώπου. Ο Στρατάρχης, είτε γιατί είναι απρόθυμος είτε γιατί, λόγω ηλικίας, δεν είναι πλέον τόσο δραστήριος, δεν κάνει τίποτε το ιδιαίτερο για την οχύρωση των ακτών, που είχε αναλάβει και το 1940. Οι οχυρώσεις και η δημιουργία του "τείχους του Ατλαντικού" είναι επιτεύγματα του Στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ, ο οποίος ανέλαβε την υπαρχηγία του μετώπου μόλις το φθινόπωρο του 1943. Οι δύο Στρατάρχες σύντομα ήρθαν σε ρήξη ως προς την στρατηγική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Ο Ρόμελ υποστήριζε την διασπορά των θωρακισμένων μεραρχιών κατά μήκος των ακτών, ο Ρούντστεντ την διατήρησή τους σε συγκέντρωση, ώστε να μπορούν να επέμβουν άμεσα και δυναμικά σε όποιο σημείο εκδηλωνόταν απόβαση. Ο Ρούντστεντ δεν πίστευε ότι η απόβαση θα εκδηλωνόταν στην Νορμανδία. Όταν αυτή εκδηλώθηκε, τον Ιούνιο του 1944, ο Στρατάρχης προσπάθησε να πείσει τον Χίτλερ να διαπραγματευθεί ειρήνη με τους Συμμάχους, γνωρίζοντας πόσο εύθραυστο και με ανεπαρκείς δυνάμεις ήταν το Μέτωπο του οποίου ηγείτο. Σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Αρχηγείο του Χίτλερ και στο ερώτημα του Βίλχελμ Κάιτελ Τι πρέπει να γίνει, κατά τη γνώμη σας, κ. Στρατάρχα; απάντησε με τη φράση «Κάντε ειρήνη, ηλίθιοι! Τι άλλο σας μένει να κάνετε τώρα;».[6] Ο Χίτλερ "απάντησε" αποστρατεύοντάς τον για τρίτη - και τελευταία - φορά. Αντικαταστάθηκε από τον Στρατάρχη Γκίντερ φον Κλούγκε.

Μετά τον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στρατάρχης συνελήφθη από την 36η Μεραρχία Πεζικού των ΗΠΑ την 1η Μαιου 1945. Ενώ ανακρινόταν, υπέστη καρδιακή προσβολή και οι Βρετανοί τον μετέφεραν στο Μπρίτζεντ (Bridgend) της Νότιας Ουαλίας, σκοπεύοντας να τον κατηγορήσουν για εγκλήματα πολέμου: Ο Ρούντστεντ, πράγματι, δεν είχε αντιδράσει (αν δεν είχε εγκρίνει) την επονείδειστη διαταγή του, υφισταμένου του τότε, Ράιχεναου, για τη λήψη "κατασταλτικών μέτρων" κατά των ανταρτών και του άμαχου πληθυσμού που τους υποστήριζε. Ωστόσο, ο Ρούντστεντ, λόγω της κακής του υγείας, δεν παραπέμφθηκε σε δίκη και, το 1948, αφέθηκε ελεύθερος. Επέστρεψε στην Γερμανία και έζησε τα τελευταία του χρόνια στον Πύργο Οπερσχάουζεν (Schloss Oppershausen) κοντά στο Τσέλε της Κάτω Σαξονίας. Ο Γκερντ φον Ρούντστεντ πέθανε στις 24 Φεβρουαρίου 1953 στο Ανόβερο μετά από βαριά καρδιακή προσβολή στην ηλικία των 77 ετών.[7]

Πηγές, αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 World War II Database
  2. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  3. Καρτιέ, ό.π.
  4. Hürter, Johannes (2006): Hitlers Heerführer - Die deutschen Oberbefehlshaber im Krieg gegen die Sowjetunion 1941/42. R. Oldenburg Verlag, Μόναχο 2007 (2η έκδοση) ISBN 978-3-486-58341-0, σ. 214, υποσημείωση 60
  5. Καρτιέ, ό.π.
  6. Moll, Otto E. & Marek, Wolfgang (επιμ.) (1961): Die deutschen Generalfeldmarschälle 1935 – 1945. Erich Pabel Verlag, Ράστατ 1961 (Πρώτη Έκδοση), σ. 222
  7. Moll (1961), σ. 224

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Günther Blumentritt, Von Rundstedt: The Soldier and the Man, αγγλ. μεταφρ. 1952
  • Siegfried Westphal, The German Army in the West, 1951

Και τα δύο πιο πάνω βιβλία είναι γραμμένα από αξιωματικούς της Βέρμαχτ που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του Στρατάρχη.