Δούκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δηνάριο του Μαξιμίνου του Θράκα. Ο μετέπειτα "αυτοκράτορας στρατιώτης" ήταν κατά τη διάρκεια του Περσικού πολέμου του Αλέξανδρου Σεβήρου (231-233[1]) πιθανότατα ο πρώτος dux ripae στην επαρχία της Συρίας, και είχε την έδρα του στο φρούριο στα σύνορα της Dura Europos.

Ο δούκας (γερμανικά: Ηerzog θηλ. Ηerzogin, αγγλικά: Duke θηλ. Duchess, γαλλικά: duc θηλ. duchesse) είναι τίτλος ευγενείας καθώς και στρατιωτικός τίτλος, προερχόμενος από την λατινική dux, που σημαίνει τον στρατιωτικό διοικητή.

Στην ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθώς και στο Βυζάντιο, συνέχισε να σημαίνει τον περιφερειακό στρατιωτικό διοικητή. Ιδιαίτερα στο Βυζάντιο, δινόταν κατά τον 10ο και 11ο αιώνα σε διοικητές ευρύτερων περιφερειών που περιλάμβαναν πολλά θέματα και όπου στρατωνίζονταν τα επαγγελματικά τάγματα.

Στη μεσαιωνική Δυτική Ευρώπη, εξελίχτηκε σε τίτλο που έφεραν τοπικοί άρχοντες επικεφαλείς μειζόνων περιοχών, συχνά με φυλετική βάση, λ.χ. τα Stammesherzogtümer της πρώιμης Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αν και θεωρητικά υποτελείς σε κάποιον μονάρχη, πολλοί δούκες δρούσαν ως αυτόνομοι ηγεμόνες. Μετά το τέλος της φεουδαρχίας, σε γενικό τίτλο ευγενείας χωρίς εδαφικό ρόλο.

Παραλλαγές του τίτλου ήταν ο Αρχιδούκας (γερμ. Erzherzog) που υιοθετήθηκε από τα μέλη του οίκου των Αψβούργων, και ο Μέγας Δούκας (γερμ. Grossfürst, ρωσ. великий князь), τίτλος ανώτερος του Δούκα που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Στο Βυζάντιο, ο Μέγας Δουξ ήταν ο επικεφαλής του στόλου από τον ύστερο 11ο αιώνα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]