Όρνιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Όρνιο
Ενήλικο Όρνιο
Ενήλικο Όρνιο
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae) [1] [i]
Γένος: Γύπας (Gyps) (Savigny, 1809)
Είδος: G. fulvus (Όρνιο)
Διώνυμο
Gyps fulvus (Γύπας ο καφεκίτρινος)
Hablizl, 1783
Υποείδη

Gyps fulvus fulvescens
Gyps fulvus fulvus

Το Όρνιο είναι είδος γύπα, που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Gyps fulvus και περιλαμβάνει 2 υποείδη. [2]

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος G. f. fulvus (Hablizl, 1783). [3]

Είναι ένα είδος αγελαίο στη διατροφή και αποικιακό στο φώλιασμα. Σχεδόν σε όλη τη ζώνη εξάπλωσής του στη δυτική Παλαιαρκτική, από τη Μογγολία μέχρι την Ιβηρική Χερσόνησο, ακολουθεί τα νομαδικά κοπάδια στις εποχιακές μετακινήσεις τους[4].

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική λέξη fulvus σημαίνει, «βαθύς κίτρινος», «κοκκινοκίτρινος», «καφεκίτρινος», και, σχετίζεται με το χρώμα του φτερώματος, αν και στην πραγματικότητα αυτό είναι σταχτί-καφέ. [5]

Η αγγλική ονομασία του είδους Griffon (Vulture), προέρχεται από την ελληνική λέξη γρύψ και έχει την εξής ετυμολογία: griffon <griffoun<grifon<grŷphus<γρύψ (μυθικό ζώο με στόμα λιονταριού και, κεφάλι και φτερά αετού. [6][7]

Η ελληνική ονομασία Όρνιο, έχει τη ρίζα της στην αρχαία λέξη <όρνις[ii]

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Όρνιο ανήκει στους γύπες του λεγόμενου Παλαιού Κόσμου για να υπάρχει διαχωρισμός από τους αντίστοιχους του Νέου Κόσμου. που ανήκουν στην οικογένεια Καθαρτίδες (Cathartidae). Όμως, τα γένη αυτών των δύο ομάδων είναι φυλογενετικά απομακρυσμένα μεταξύ τους και, αυτός ο διαχωρισμός είναι περισσότερο συμβατικός παρά ουσιαστικός. Τα μέλη των δύο κατηγοριών υπήρξαν διαδεδομένα τόσο στον Παλαιό Κόσμο όσο και στη Βόρεια Αμερική, κατά τη διάρκεια του Νεογενούς.

Οι γύπες του Παλαιού Κόσμου είναι πιθανώς μια πολυφυλετική ομάδα μέσα στην οικογένεια Accipitridae, με τα είδη Neophron percnopterus (Ασπροπάρης), Gypaetus barbatus (Γυπαετός) και Gypohierax angolensis να αποτελούν ξεχωριστά taxa. [8]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές εξάπλωσης του Όρνιου

.

Το Όρνιο είναι ένας εκπρόσωπος των γυπών του Παλαιού Κόσμου, με κατακερματισμένη περιοχή κατανομής, η οποία καλύπτει μεγάλα τμήματα της νοτιο-δυτικής Παλαιαρκτικής. Η ζώνη αρχίζει από τη Μεσόγειο (Ισπανία, βόρεια Αφρική στα δυτικά, συνεχίζει μέσω των Βαλκανίων προς τη Μέση Ανατολή, παρακάμπτει τις υψηλές οροσειρές της Κ. Ασίας, για να καταλήξει στην Ινδία, το Νεπάλ και τη ΝΔ. Μογγολία προς ανατολάς, ενώ αγγίζει τα όρια του Καζακστάν στα βορειοανατολικά. [9]

Μεταναστευτικές οδοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αποδημητική συμπεριφορά του Όρνιου είναι αρκετά περίπλοκη και σε πολλούς τομείς παραμένει ανεξερεύνητη. Γενικά, τα ενήλικα άτομα είναι ως επί το πλείστον μόνιμα (επιδημητικά) στις περιοχές αναπαραγωγής τους, ενώ αντίθετα, τα ανώριμα πουλιά μεταναστεύουν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό ανάλογα με τον πληθυσμούς. Αρκετές χιλιάδες κυρίως νέα και ανώριμα ζώα μεταναστεύουν το φθινόπωρο μέσω Γιβραλτάρ και Βοσπόρου προς την Αφρική, περνώντας το χειμώνα στη Σενεγάλη, το Μάλι και τον Νίγηρα, και στα ανατολικά στο Σουδάν και την Αιθιοπία. Τα πουλιά περνούν τα πρώτα καλοκαίρια τους, σε περιοχές μακριά από τον τόπο γέννησής τους, στους οποίους επιστρέφουν, πιθανότατα μόνο μετά την εφηβεία τους.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Όρνιο εντοπίζεται σε περιοχές με ζεστό κλίμα αλλά μπορεί να ανεχθεί δριμύτερες συνθήκες όπως κρύο, βροχή, ομίχλη ή ακόμα και χιόνι προκειμένου να βρεθεί σε ευνοϊκές συνθήκες ανάζητησης τροφής ή αναπαραγωγής[10].

Ζει και αναπαράγεται σε περιοχές με κάθετες ή απότομες πλαγιές, φαράγγια και παρόμοια οικοσυστήματα. Η αναζήτηση τροφής, όμως, γίνεται σε ένα ευρύ φάσμα ανοικτών και κυρίως ξηρών περιοχών, που περιλαμβάνουν στέπες, ερήμους, πλαγιές και οροπέδια, καθώς και ευρείες γεωργικές εκτάσεις. Το είδος εμφανίζεται σε υψόμετρα από 0 έως 3000 μέτρα, αλλά έχει επίσης παρατηρηθεί σε υψόμετρο μέχρι 3500 μέτρα.

Εξαιρετικά σπάνια θα παρατηρηθεί σε πεδιάδες ή υγρότοπους. [11]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Όρνιο ανήκει στα μεγάλα πτηνά του Παλαιού Κόσμου, υπολοιπόμενο -για την Ευρώπη- μόνον του Γυπαετού και του Μαυρόγυπα σε όγκο. Στο είδος δεν παρουσιάζεται σεξουαλικός διμορφισμός όσον αφορά στο χρώμα, το μέγεθος ή το βάρος, όπως αποδεικνύεται από τη σύγκριση αρσενικών και θηλυκών ατόμων, σε δείγματα απο νεκρά πουλιά. [12]

Το χαρακτηριστικό κεφάλι του ενήλικου Όρνιου.

Τα ενήλικα έχουν, γενικά, ανοιχτό καφέ έως ανοιχτό κόκκινο καφέ χρώμα στο πάνω μέρος, με την κάτω επιφάνεια σε απαλό μπεζ. Τα πρωτεύοντα ερετικά είναι σκούρα καφέ, σχεδόν μαύρα και, κάνουν έντονη αντίθεση με την υπόλοιπη κοιλιά στην παρατήρηση κατά την πτήση, που εμφανίζεται σαν μία φωτεινή ζώνη (σκουρότερη στον Μαυρόγυπα). Επίσης, σημαντική αντίθεση εμφανίζουν τα πηδαλιώδη της ουράς, που είναι σκούρα γκρι σχεδόν μαύρα και αυτά. Το κεφάλι και ο μακρύς λαιμός καλύπτονται με γκριζόλευκα πούπουλα, κρέμ στην κορυφή του κεφαλιού και στο κάτω μέρος του λαιμού. Η αφράτη, πυκνή χαίτη (τραχηλιά) είναι λευκή, αλλά σπάνια ξεχωρίζει από μακριά. [13] Το γαμψό, ισχυρό ράμφος έχει κιτρινωπό- πρασινοκίτρινο χρώμα και ανοικτό γκρι στη βάση. Το κήρωμα, το άπτερον μέρος των ποδιών και τα δάχτυλα είναι γκρίζα-μολυβί. [14]

  • Μήκος σώματος : (93-)100 έως 110(-112) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (234-)236 έως 274(-280) εκατοστά.
  • Βάρος: (6,2-)6,5 έως 8,2(-8,5) κιλά. [15][16]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Όρνιο επισκοπεί την περιοχή που τρέφεται με ενιαίους, διαρκείς κύκλους πάνω από το ανοιχτό τοπίο (γυροπέταγμα-soaring). Τα πουλιά πετούν ομαδικά μακριά από την αποικία, το πρωί, έως και 60 χιλιόμετρα από εκεί που κουρνιάζουν.

Eνήλικο Όρνιο σε ζωολογικό κήπο.

Οι γύπες τρέφονται αποκλειστικά με θνησιμαία (ψοφίμια) -νωπά ή σε αποσύνθεση- παρατηρώντας απευθείας το έδαφος, αλλά και έμμεσα με την παρατήρηση άλλων σαρκοφάγων και, ειδικά με την παρατήρηση άλλων αρπακτικών πτηνών που τρέφονται με σφάγια (scavengers).

Τα Όρνια ενδιαφέρονται κυρίως για τα εσωτερικά όργανα και το περιεχόμενο του στομάχου, καθώς και τη σάρκα των μεσαίων και μεγάλων νεκρών ζώων.Τουλάχιστον στην Ευρώπη, οι γύπες τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με νεκρά οπληφόρα ζώα όπως, πρόβατα, κατσίκια, βοοειδή και άλογα. Σπανιότερα, στρέφονται σε μικρότερα σφάγια όπως, σκυλιά, κουνέλια, αλεπούδες και παρόμοια ζώα.

Στους γύπες υπάρχει ιεραρχία στη διατροφή τους. Εάν υπάρχουν μόνο γύπες στο χώρο τροφής, προηγείται ο Μαυρόγυπας που αναλαμβάνει να κάνει τη «σκληρή δουλειά», να κατακερματίσει δηλαδή τα εξωτερικά μέρη του σφαγίου (δέρμα, ινώδη τμήματα, κ.ο.κ) με το ισχυρότατο ράμφος του, μετά ακολουθεί το Όρνιο που, συνήθως, τρώει όλο το μαλακό μέρος του ζώου. Στη συνέχεια έρχεται ο Ασπροπάρης για τυχόν υπολείμματα και τέλος εμφανίζεται ο Γυπαετός (ή Κοκκαλάς) ο οποίος τρέφεται κυρίως με τα οστά των θνησιμαίων. Σε περιοχές που συνυπάρχουν και άλλα αρπακτικά, όπως λύκοι και τσακάλια, πάλι οι γύπες αποτελούν το κυρίαρχο είδος.

Εάν υπάρχει μόνο ένα είδος γύπα, και πάλι τρώει πρώτο το πιο υψηλόβαθμο ζώο της ομάδας, ξεκινώντας από το κεφάλι, ενώ τα υπόλοιπα μέλη πηγαίνουν στο υπόλοιπο μέρος του σφαγίου.

Λίγα μόνο Όρνια, μπορούν να «εξαφανίσουν» ένα σφάγιο σε μικρό χρονικό διάστημα. [17]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Όρνια είναι πολύ κοινωνικά και συνήθως αναπαράγονται σε αποικίες που μπορεί να περιλαμβάνουν πολλά ζευγάρια αναπαραγωγής, και υπερασπίζονται την, κοντινή στην περιοχή τους, φωλιά. Η ερωτοτροπία περιλαμβάνει σύντομες «καταδιώξεις» και πτήσεις, όπου ο ένας σύντροφος αντιγράφει κάθε κίνηση του άλλου. Περιστασιακά, το αρσενικό παίρνει κάποια υλικά επίστρωσης της φωλιάς στο ράμφος του, και στη συνέχεια ακολουθεί το θηλυκό για λίγα λεπτά στον αέρα.

Το Όρνιο φωλιάζει σε βράχους ή κάτω από γείσα βράχων ή, σπανιότερα, σε ανοικτές θέσεις ή σπηλιές. Το βασικό υλικό επίστρωσης είναι ξύλα και ξερά κλαδιά και η επένδυση πράσινα κλαδιά ή χόρτα.

Η περίοδος ωοτοκίας ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή είναι αρκετά ευρεία και μπορεί να κυμαίνεται από τα τέλη Δεκεμβρίου έως τα τέλη Μαρτίου, συνήθως όμως παραγματοποιείται στις αρχές του Φεβρουαρίου. [18] Η γέννα αποτελείται από ένα (1) μόνο αυγό, που το επωάζουν και οι δύο γονείς< ref> Harrison, p. 106</ref> ή μόνο το θηλυκό, [19] για περίπου 47-57 ημέρες -συνήθως 50 έως 52 ημέρες.

Νεαρό Όρνιο στον οικότοπό του.

Ο νεοσσός τρέφεται με αναμασημένη και εξημεσμένη τροφή που φέρνει κυρίως το αρσενικό, ενώ πάντοτε υπάρχει στη φωλιά ο ένας γονέας. Η φωλιά μετά από λίγες ημέρες γίνεται εξαιρετικά βρώμικη. [20] Το φτέρωμα αποκτάται μετά από 1 με 2 μήνες και το πρώτο πέταγμα πραγματοποιείται στις 100 ημέρες, περίπου. Το πλήρες φτέρωμα του ενηλίκου αποκτάται μετά από 5 ή 6 χρόνια.

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί παραμένουν γενικά σταθεροί, με τους μεγαλύτερους να βρίσκονται στην Ισπανία, ενώ ακολουθούν η Γαλλία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα. [21] Για τους ασιατικούς πληθυσμούς δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία. Η κατάσταση στην Ευρώπη ήταν πολύ καλύτερη κατά τους ιστορικούς χρόνους, με την περιοχή εξάπλωσης να επεκτείνεται πολύ περισσότερο προς τα βόρεια. Στη Γερμανία ήταν κοινό είδος κατά τον Μεσαίωνα, [22] ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα αναπαραγόταν σε σημαντικούς αριθμούς στη Βοϊβοντίνα, στη Μολδαβία, στη δυτική Ουκρανία και τη νοτιοανατολική Πολωνία, στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. [23] Σήμερα, εκτός από τη Βουλγαρία (29 ζεύγη το 2002), το είδος εξαφανίστηκε από παντού.

Η κύρια αιτία ήταν η συρρίκνωση των ενδιαιτημάτων του, μαζί με τη βελτίωση της υγιεινής των βοσκοτόπων και την επιδείνωση του κλίματος. Από το τέλος του 19ου αιώνα η βασική μείωση του πληθυσμού, τουλάχιστον στη Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη οφείλεται κυρίως στην αποδεκάτιση των λύκων με δηλητηριασμένα δολώματα (στρυχνίνη), πού πέρναγε στα σφάγια και στα Όρνια. Ακόμη και σήμερα, τα δηλητηριασμένα δολώματα και τα φυτοφάρμακα αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή στη Νότια και Νοτιοανατολική Ευρώπη.[24]

Στην Ελλάδα, μετά την απαγόρευση χρήσης της στρυχνίνης το 1981, η κατάσταση βελτιώθηκε, αλλά παραμένει το πρόβλημα ανεύρεσης τροφής (νεκρά ζώα), όπως και η λαθροθηρία, που απειλεί τις μικρές ή διάσπαρτες αποικίες. [25]

Η σημερινή του κατανομή είναι πολύ διάσπαρτη και περιορισμένη. Λίγα ζευγάρια έχουν απομείνει πλέον στην Πελοπόννησο και την Κεφαλλονιά, ενώ έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τις Κυκλάδες. Τον πιο υγιή πληθυσμό διαθέτει η Κρήτη. [26] Αυτό έχει οδηγήσει στον χαρακτηρισμό του, ειδικά για τον ελλαδικό χώρο, ως Τρωτό (Vulnerable). [27]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, το Όρνιο απαντάται και με τις ονομασίες Κόκκινο Όρνιο, Σκανίτης (Κυκλάδες), Ζάγανος, Γιούπας (Κύπρος), Βιτσίλα (Κρήτη), Ερυθρόγυπας, Κοκκινόγυπας, Καναβός, Σκάρα (Κρήτη), Αλατζάς (Κως), Γυμνοκέφαλο (Κεφαλλονιά) και Κάρα. [28]

Μέτρα προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρειάζονται ειδικά μέτρα διαχείρισης, όπως λεπτομερής πληθυσμιακή απογραφή των αποικιών,ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κόσμου και των κυνηγών για την αν’αγκη προστασίας του είδους, εγκατάσταση ταϊστρών κ.ο.κ. [29]

Eνήλικο Όρνιο σε πτήση

.

Πρέπει να αναφερθεί η εξαιρετική προσπάθεια που έχει καταβληθεί και, συνεχίζεται να καταβάλλεται στην περιοχή της Δαδιάς Έβρου, που αποτελεί πρότυπο διατήρησης του είδους, μέσω συστηματικής τροφοδοσίας, παρατήρησης και καταγραφής του πληθυσμού.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι το γένος Aegypius, ανήκει στην ξεχωριστή υποοικογένεια Γυπίνες (Aegypiinae]], που περιλαμβάνει τους γύπες του Παλαιού Κόσμου. Όμως, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία για την τεκμηρίωση αυτής της ταξινόμησης, γι’αυτό ακολουθείται η κατά Howard & Moore και ITIS άποψη, που αποτελούν τις εγκυρότερες επιστημονικές πηγές.

ii. ^  < αρχ. όρνις, -ιθος (ό | ή)< θ. όρν-ι- (µε παρέκταση -θ- για τις ανάγκες τής κλίσεως) < I.E. *or-n- «αετός, µεγάλο πουλί», πβ. χετ.^Γ-aa, γότθ. ara, αρχ. γερµ. aro | aru, αρχ. αγγλ. earn, αρχ. σλαβ. orilu κ.ά. Οµόρρ. αρχ. opv-εον. Η λ. όρνις αναφερόταν αρχικά σε κάθε είδους πτηνό, ενώ η λ. ορνεον περιοριζόταν στα αρπακτικά και η λ. οιωνός σε εκείνα που χρησίµευαν ως δείκτες τού µέλλοντος, ως προµηνύµατα. Αργότερα, η λ. Ορνις περιορίστηκε στα κατοικίδια πτηνά και, τελικά, δήλωσε αποκλειστικά την κότα] [30].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Thiollay, 1994
  2. Howard and Moore, p. 102
  3. Howard and Moore, p. 102
  4. Cramp, S. and Simmons, K.E.L. (1980) " Handbook of the Birds of Europe, the Middle East and North Africa: The Birds of the Western Palearctic." Oxford University Press, Oxford.
  5. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.5:1560.lewisandshort
  6. http://dictionary.reference.com/browse/griffin
  7. «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα», τόμος 19, σ.457
  8. Lerner & Mindell, 2005
  9. U. N. Glutz v. Blotzheim ,p. 240-1 & 254
  10. del Hoyo, J., Elliott, A. and Sargatal, J. (1994). "Handbook of the Birds of the World. Volume 2: New World Vultures to Guineafowl." Lynx Edicions, Barcelona.
  11. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 76
  12. U. N. Glutz v. Blotzheim, p. 240-1
  13. Bruun, p.70
  14. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 76
  15. Bruun, p. 70
  16. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 178
  17. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 76
  18. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 76
  19. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 76
  20. Harrison, p. 106
  21. T. Mebs, p. 172
  22. J. Hölzinger , p. 858-60
  23. U. N. Glutz v. Blotzheim, p. 240-1
  24. http://www.e-fox.gr/index.php?pN=index&txtNewsID=379, retr. 6 Οκτωβρίου 2013
  25. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 214
  26. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 214
  27. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 214
  28. Απαλοδήμος, σ. 32
  29. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 214
  30. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 2001, λήμμα «όρνιθα>»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2001.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 4
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • J. Hölzinger (Bearb.): Die Vögel Baden-Württembergs, Band 1 – Gefährdung und Schutz, Teil 2 – Artenschutzprogramm Baden-Württembergs – Artenhilfsprogramme. Ulmer, Karlsruhe 1987: S. 858–860.
  • T. Mebs & D. Schmidt: Die Greifvögel Europas, Nordafrikas und Vorderasiens. Franckh-Kosmos, Stuttgart 2006, ISBN 3-440-09585-1: S. 172
  • U. N. Glutz v. Blotzheim, K. M. Bauer & E. Bezzel: Handbuch der Vögel Mitteleuropas. Bd. 4., 2. Aufl., AULA-Verlag, Wiesbaden 1989
  • Lerner, Heather R. L.; Mindell, David P. (2005). "Phylogeny of eagles, Old World vultures, and other Accipitridae based on nuclear and mitochondrial DNA". Molecular Phylogenetics and Evolution 37 (2): 327–346. doi:10.1016/j.ympev.2005.04.010. ISSN 1055-7903. PMID 15925523. http://www-personal.umich.edu/~hlerner/LM2005.pdf. Retrieved 31 May 2011.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Gänsegeier της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).