Μαυρόγυπας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μαυρόγυπας
Ενήλικος μαυρόγυπας
Ενήλικος μαυρόγυπας
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 NT el.svg
Προ Απειλής (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae) [2] [i]
Γένος: Αιγυπιός (Aegypius) (Savigny, 1809) M
Είδος: A. monachus
Διώνυμο
Aegypius monachus (Αιγυπιός ο μοναχός)
Linnaeus, 1766

Ο Μαυρόγυπας είναι είδος γύπα, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Aegypius monachus και δεν περιλαμβάνει υποείδη. [3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική μυθολογία. Ο Αιγυπιός (Aegypius), και ο Νεόφρων (Neophron), υπήρξαν τα τραγικά πρόσωπα της ιστορίας μιας παράνομης ερωτικής σχέσης με τη μητέρα του δευτέρου Τιμάνδρα και, της τελικής μεταμόρφωσης όλων σε πτηνά από τον Δία. [4]

Η λατινική λέξη monachus σημαίνει, «μοναχός, καλόγερος» και, σχετίζεται με τη χαρακτηριστική μορφολογία του πάνω μέρους του πτηνού, που μοιάζει με πανωφόρι Καθολικού μοναχού. [5]

Η αγγλική ονομασία του είδους Cinereous Vulture αντιστοιχεί στο χαρακτηριστικό σταχτόγκριζο χρώμα του φτερώματός του. [6]

Η ελληνική ονομασία Μαυρόγυπας, αναφέρεται και πάλι στο χρώμα του φτερώματος, μόνο που δεν είναι ακριβώς μαύρο. Πιθανότατα, η κατά Κανέλλη ονομασία, οφείλεται στη διάθεση να δειχτεί η έντονη αντιπαράθεση με το χρώμα του άλλου μεγάλου γύπα της ελληνικής πανίδας, του όρνιου.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυρόγυπας ανήκει στους γύπες του λεγόμενου Παλαιού Κόσμου για να υπάρχει διαχωρισμός από τους αντίστοιχους του Νέου Κόσμου, που ανήκουν στην οικογένεια Καθαρτίδες (Cathartidae). Όμως, τα γένη αυτών των δύο ομάδων είναι φυλογενετικά απομακρυσμένα μεταξύ τους και, αυτός ο διαχωρισμός είναι περισσότερο συμβατικός παρά ουσιαστικός. Τα μέλη των δύο κατηγοριών υπήρξαν διαδεδομένα τόσο στον Παλαιό Κόσμο όσο και στην Βόρεια Αμερική, κατά τη διάρκεια του Νεογενούς.

Οι γύπες του Παλαιού Κόσμου είναι πιθανώς μια πολυφυλετική ομάδα μέσα στην οικογένεια Accipitridae, με τα είδη Neophron percnopterus (ασπροπάρης), Gypaetus barbatus (γυπαετός) και Gypohierax angolensis (γυποϊέραξ) να αποτελούν ξεχωριστά taxa. [7]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυρόγυπας είναι ευρασιατικό είδος με τα δυτικά όρια της ζώνης εξάπλωσής του να είναι στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Ακολουθεί μία ζώνη ασυνέχειας στην Ελλάδα, την Τουρκία και όλη την κεντρική Μέση Ανατολή. Κατόπιν η ζώνη συνεχίζεται μέσα από το Αφγανιστάν προς τη βόρεια Ινδία, για να καταλήξει στην κεντρική Ασία, τη Μογγολία και την Κορέα, όπου και βρίσκονται τα προς ανατολάς όριά της.

Γεωγραφική εξάπλωση του είδους Aegypius monachus Πράσινο=Αναπαραγωγή , Πράσινο ?=Πιθανή αναπαραγωγή, Πράσινο R=Απελευθέρωση σε εξέλιξη, Μπλε=Διαχείμαση (με διαγράμμιση=σπανιότερη διαχείμαση), Σκούρο γκρι=Παλαιότερες περιοχές αναπαραγωγής με σταδιακή εκμηδένιση μετά το 1800, περίπου, Σκούρο γκρι ?=Αβέβαιες πρώην περιοχές αναπαραγωγής.

Γενικά, ο μαυρόγυπας είναι εξαιρετικά σπάνιος και διάσπαρτος μέσα στα όρια της κατανομής του, ειδικά στο ευρωπαϊκό τμήμα. Κατά τα άλλα, είναι μόνιμος και αναπαραγόμενος κάτοικος, εκτός από εκείνα τα μέρη του φάσματός του όπου οι σκληροί χειμώνες προκαλούν περιορισμένη υψομετρική μετακίνηση.

Η Ελλάδα, έχει την τιμή να φιλοξενεί τον τελευταίο πληθυσμό όλης της ΝΑ Ευρώπης. [8] (βλ. Κατάσταση πληθυσμού)

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυρόγυπας είναι πτηνό που αρέσκεται να συχνάζει σε λοφώδεις, ημιορεινές περιοχές, κυρίως άνυδρους ημι-ανοικτούς οικοτόπους, όπως τα απομακρυσμένα λιβάδια, στέπες και οροπέδια μεγάλων υψομέτρων, που χαρακτηρίζονται από περιορισμένη ανθρώπινη όχληση.

Στην ευρωπαϊκή επικράτειά τους -μαζί με τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή-, παρατηρήθηκαν από τα 100 έως τα 2.000 μέτρα, ενώ στην ασιατική, συνήθως βρίσκονται σε μεγαλύτερα υψόμετρα. [9]

Δύο ιδιαίτερα ενδιαιτήματα υπάρχουν στην Κίνα και το Θιβέτ. Εκεί, συχνάζουν είτε σε ορεινά δάση και θαμνώδεις εκτάσεις από τα 800 έως τα 3.800 μέτρα, είτε σε άγονα ή ημι-άνυδρα αλπικά λιβάδια στα 3.800 έως τα 4.500 μέτρα. [10][11]

Επίσης, τα νεαρά άτομα μπορούν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις σε ξηρά ενδιαιτήματα για να αντιμετωπίσουν τις ισχυρές χιονοπτώσεις ή αντίθετα, τις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. [12]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eνήλικος μαυρόγυπας

Ο μαυρόγυπας αποτελεί τον μεγαλύτερο ευρωπαϊκό γύπα -εξαιρουμένου του γυπαετού- και, ένα από τα μεγαλύτερα αρπακτικά πτηνά παγκοσμίως, ενώ αποτελούν, πιθανότατα, τα βαρύτερα πτηνά χωρίς απώλεια πτητικής ικανότητας (flying birds). [9]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος : 98 έως 112 (-120) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 234 έως 287 (-310) εκατοστά.
  • Βάρος: (5,5-) 7 έως 12,5 (-13 κιλά) [13][14]

Με εξαίρεση κάποιες περιορισμένες γενετικές παραλλαγές στο είδος, το μέγεθος του σώματος αυξάνεται από τα δυτικά προς τα ανατολικά, με τα άτομα στα νοτιοδυτικά της Ευρώπης (Ισπανία και νότια Γαλλία) να είναι, κατά μέσον όρο, περίπου 10% μικρότερα από τα άτομα στην κεντρική Ασία (Μαντζουρία, Μογγολία και βόρεια Κίνα). [9]

Ο μαυρόγυπας έχει χαρακτηριστικό σκουρόχρωμο παρουσιαστικό και δύσκολα συγχέεται με τους άλλους γύπες. Ολόκληρο το σώμα είναι σκούρο καφέ με εξαίρεση το χλωμό κεφάλι στα ενήλικα άτομα, το οποίο καλύπτεται από λεπτά πούπουλα. Τα νεαρά είναι ακόμη πιο μαυριδερά στο χρώμα και, από απόσταση, κατά την πτήση, δίνουν την εντύπωση ότι όλα τα άτομα (ενήλικα και νεαρά) είναι μαύρα.

Το ευμέγεθες μπλε-γκρι ράμφος είναι το μεγαλύτερο από κάθε άλλο αρπακτικό πτηνό, ένα χαρακτηριστικό που ενισχύεται από το σχετικά μέτριο κρανίο. Τα ρουθούνια είναι κυκλικά (σε αντίθεση με τα σχιστά στο όρνιο). [15]

Το κεφάλι καλύπτεται στο πίσω μέρος από χαρακτηριστική καστανόμαυρη χαίτη (τραχηλιά), ενώ κάποια οπίσθια τμήματα του τραχήλου και των παρειών είναι γαλαζωπά. Τα πόδια είναι ασπροκίτρινα και το κήρωμα είναι γαλαζωπό ή ανοιχτό μωβ. [8]

Το χαρακτηριστικό κεφάλι του ενήλικου μαυρόγυπα

Τα πρωτεύοντα ερετικά φτερά, όπως σε όλους τους γύπες, κρατούνται σαφώς ανοικτά μεταξύ τους κατά την πτήση και, δίνουν την εντύπωση «οδόντωσης», ενώ στην εμπρόσθια παρατήρηση φαίνονται ελαφρώς κυρτά προς τα πάνω, λιγότερο όμως απ’ ότι στο όρνιο. Η ουρά είναι σχετικά κοντή και σφηνοειδής.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μαυρόγυπες, όπως και άλλα μεγάλα αρπακτικά πτηνά, πετάνε με άνετο, «ανέξοδο» τρόπο, εκμεταλλευόμενοι τα ανοδικά θερμικά ρεύματα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Όταν χρειαστεί να φτεροκοπήσουν, οι κινήσεις τους είναι αργές και «βαθιές». Μπορούν να φθάσουν σε εξαιρετικά μεγάλα ύψη -στα επίπεδα της τροπόσφαιρας- εκεί όπου, άλλα πτηνά θα συναντούσαν προβλήματα με το επίπεδο του οξυγόνου στο αίμα τους. Όμως οι μαυρόγυπες, φέρουν μία ειδική αιμοσφαιρίνη στο αίμα τους (haemoglobin alphaD) η οποία έχει υψηλή ικανότητα πρόσληψης οξυγόνου, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η αναπνευστική τους λειτουργία από τη χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση. [16]

Μαυρόγυπας σε πτήση

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυρόγυπας είναι σε μεγάλο βαθμό μοναχικό πτηνό, που παρατηρείται να γυροπετά μόνος του, ή το πολύ σε ζεύγη, πολύ πιο συχνά από ό,τι οι περισσότερες άλλοι γύπες του Παλαιού Κόσμου. Στους χώρους σίτισης, παρά ταύτα, μικρές ομάδες συναθροίζονται, που μπορεί να περιλαμβάνουν κατ' εξαίρεση 12 γύπες, με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, έως 30 -σε πολύ παλιές αναφορές. [17].

Όπως όλοι οι γύπες, ο μαυρόγυπας τρώει κυρίως θνησιμαία (ψοφίμια) (scavenger), που κυμαίνονται σε μέγεθος από μεγάλα θηλαστικά, μέχρι ψάρια και ερπετά. [18] Στο Θιβέτ, ανάμεσα στα πτώματα από άγρια και οικόσιτα γιακ, γαζέλες, λαγούς, μαρμότες και πρόβατα, περιλαμβάνονται ακόμη και εκείνα ανθρώπων (!), από τις ντόπιες μεταθανάτιες τελετές (καύση νεκρών, κ.ο.κ). [19]

Από όλους τους γύπες, ο μαυρόγυπας είναι ο καλύτερα εξοπλισμένος για να σκίζει σκληρά δέρματα σφαγίων χάρη στο ισχυρότατο ράμφος του. Μπορεί ακόμη και να σπάζει μικρά οστά, όπως εκείνα των πλευρών, για να έχει πρόσβαση στην κυρίως σάρκα. Οι μαυρόγυπες κυριαρχούν έναντι άλλων «καθαριστών» στην επικράτειά τους, όπως το όρνιο ή άγρια αρπακτικά του εδάφους, όπως οι αλεπούδες και, πάντοτε τρώνε πρώτοι. [20]

Σπανιότερα, ο μαυρόγυπας έχει παρατηρηθεί να επιτίθεται σε σαύρες ή χελώνες, χρησιμοποιώντας την τακτική του γυπαετού, προσπαθεί δηλαδή να σπάσει το καβούκι τους, πετώντας τις από μεγάλο ύψος. [21]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μαυρόγυπες αναπαράγονται κατά αραιές αποικίες, σε φωλιές που σπάνια βρίσκονται στο ίδιο δέντρο ή βράχο, σε αντίθεση με άλλους γύπες του Παλαιού Κόσμου που συχνά φωλιάζουν σε πιο πυκνές αποικίες. Στην Ισπανία, οι φωλιές έχουν βρεθεί σε απόσταση, από τα 300 μέτρα μέχρι τα 2 χιλιόμετρα, μεταξύ τους. [22] Αναπαράγονται συνήθως σε ψηλά βουνά και μεγάλα δάση και, φωλιάζουν σχεδόν πάντοτε σε δένδρα ή -περιστασιακά- σε γείσα βράχων. Η αναπαραγωγική περίοδος διαρκεί από το Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο.

Τα υλικά κατασκευής της φωλιάς είναι συνήθως ξύλα και χονδρά κλαδιά, ενώ αρσενικά και θηλυκά συνεργάζονται στην ανατροφή των νεοσσών. Η φωλιά είναι τεράστια. Έχει μήκος 1,45 - 2 μέτρα και, 1-3 μέτρα βάθος. Η φωλιά αυξάνει σε μέγεθος, όσο ένα ζευγάρι την χρησιμοποιεί κατ’επανάληψιν με τα χρόνια και, συχνά είναι στρωμένη με κοπριά ζώων και δέρματα. [23] Οι φωλιές μπορεί να βρίσκονται από 1,5 έως και 12 μέτρα από το έδαφος, πάνω σε ένα μεγάλο δέντρο όπως μια βελανιδιά, ένα κέδρο ή ένα πεύκο.

Στην Ελλάδα, φωλιάζει σχεδόν πάντοτε σε συστάδες πεύκων, κυρίως στις πλατιές κορυφές των μαυρόπευκων (Pinus nigra). [8]

Η γέννα αποτελείται συνήθως μόνο από ένα (1) αυγό, αν και 2 αυγά μπορούν να παρατηρηθούν πιο σπάνια. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται από 50 έως 62 ημέρες, με μέσο όρο 50 έως 56 ημέρες, το πρώτο πτέρωμα των νεοσσών αποκτιέται στις 104-120 ημέρες, ενώ η εξάρτηση από τους γονείς μπορεί να συνεχιστεί για ακόμη 2 μήνες. Ράδιο-δορυφορική παρακολούθηση έχει δείξει ότι η ανεξαρτησία των νεαρών από τους γονείς τους αποκτάται περίπου 5,5 με 7 μήνες μετά την εκκόλαψη (δηλαδή 2-3 μήνες μετά την ανάπτυξη του πρώτου πτερώματος). [12]

Η επιτυχία της ωοτοκίας στους μαυρόγυπες είναι σχετικά υψηλή, με περίπου το 90% των αυγών να εμφανίζουν επιτυχή εκκόλαψη και περισσότερα από τα μισά πουλιά, με ηλικία ενός έτους και άνω, να επιβιώνουν μέχρι την ενηλικίωσή τους. Οι γονείς είναι εξαιρετικά αφοσιωμένοι στα μικρά τους, προστατεύουν τη φωλιά και, αναλαμβάνουν τη σίτισή τους κατά βάρδιες. [22]

Ο μαυρόγυπας μπορεί να ζήσει έως και έως 39 χρόνια, αν και τα 20 χρόνια ή λιγότερο, είναι ίσως η πιο συχνή ηλικία που μπορούν να φθάσει, όταν δεν έχει ιδιαίτερους θηρευτές -πλην του ανθρώπου. [17][22]

Στην Ελλάδα, όλος σχεδόν ο πληθυσμός, ζει και αναπαράγεται στον Έβρο. [24][25].

Μεμονωμένα ζευγάρια έχουν παρατηρηθεί και αλλού (Μεσολόγγι, Δελφοί, Ξάνθη), αλλά μόνο στην περιοχή του Ολύμπου έχει αποδειχθεί κάποιο φώλιασμα). [26]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυρόγυπας έχει μειωθεί δραματικά στο μεγαλύτερο μέρος της παλαιάς επικράτειάς του, κατά τα τελευταία 200 χρόνια, κυρίως λόγω κατανάλωσης δηλητηριασμένων δολωμάτων (στρυχνίνη), που τοποθετούνται για τη θανάτωση άλλων ζώων. Επίσης, η καλυτέρευση των συνθηκών υγιεινής, έχει μειώσει την απανταχού ποσότητα των, διαθεσίμων για τη διατροφή του, θνησιμαίων.

Επί του παρόντος καταγράφεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ), αυτό όμως είναι ένας μέσος όρος, διότι υπάρχουν τοπικοί πληθυσμοί στα όρια της εξαφάνισης. Εκτός από τις δηλητηριάσεις, η παγίδευση και το κυνήγι του μαυρόγυπα είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Κίνα και τη Ρωσία. [22]

Ενήλικος μαυρόγυπας σε ζωολογικό κήπο

Η μεγαλύτερη, όμως, απειλή για αυτό το είδος που αγαπάει την απομόνωση, είναι η οικιστική ανάπτυξη και η καταστροφή των ενδιαιτημάτων του. Ακόμη γίνεται συλλογή ή και καταστροφή των αυγών του από ασυνείδητους «συλλέκτες», σε φωλιές με εύκολη πρόσβαση. [11][21]

Το πρόβλημα υπήρξε πολύ μεγαλύτερο στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί από πολλές χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Αυστρία, Πολωνία, Σλοβακία, Αλβανία, Μολδαβία, Ρουμανία) και από όλη την περιοχή αναπαραγωγής του στη βορειοδυτική Αφρική (Μαρόκο και Αλγερία). Μάλλον, επίσης, δεν φωλιάζει πλέον στο Ισραήλ. Πιο πρόσφατα, εντατικά μέτρα προστασίας και τακτικά συστήματα τροφοδοσίας επέτρεψαν κάποιες τοπικές ανακτήσεις σε αριθμούς, ιδίως στην Ισπανία, όπου ο αριθμός αυξήθηκε σε περίπου 1.000 ζευγάρια το 1992 μετά από μια πτώση νωρίτερα σε 200 ζεύγη το 1970. Αυτή η αποικία, έχει εξαπλωθεί τώρα και στην Πορτογαλία.

Αλλού στην Ευρώπη, πολύ μικρός αριθμός ατόμων φαίνεται ότι βρίσκεται στη Βουλγαρία και στη Γαλλία. Τάσεις για αυξητικούς μικρούς πληθυσμούς στην Ουκρανία (Κριμαία) και την Ευρωπαϊκή Ρωσία, και κάποιους άλλους ασιατικούς πληθυσμούς, δεν είναι καλά καταγεγραμμένες. Στην πρώην Σοβιετική Ένωση, εξακολουθεί να απειλείται από την παράνομη σύλληψη για ζωολογικούς κήπους, καθώς και στο Θιβέτ από ποντικοφάρμακα. Είναι τακτικός χειμερινός επισκέπτης στις παράκτιες περιοχές του Πακιστάν σε μικρούς αριθμούς. Στο γύρισμα του 21ου αιώνα, ο παγκόσμιος πληθυσμός του Μαυρόγυπα εκτιμάται σε, μόλις, 4500-5000 άτομα. [27][28]

Στην Ελλάδα, ο μαυρόγυπας φαίνεται να μην ξεπερνά τα 15-20 ζευγάρια (Δαδιά) και, ίσως 1 με 2 ζευγάρια στον Όλυμπο, που αποτελεί τον μοναδικό πληθυσμό στη ΝΑ Ευρώπη [8] –για την Βουλγαρία απαιτούνται στοιχεία. Αυτό έχει οδηγήσει στον χαρακτηρισμό του, ειδικά για τον ελλαδικό χώρο, ως Ε1 (Κινδυνεύον Είδος –Endangered). [29]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, ο Μαυρόγυπας απαντάται και με τις ονομασίες Μαύρο Όρνιο, Λυκόρνιο (Παρνασσός), Σκανίτης [30], Καρτάλι (Έβρος). [24][25]

Μέτρα προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μαυρόγυπες, ιδιαίτερα ευαίσθητοι κατά την περίοδο της αναπαραγωγής (πολύμηνος αναπαραγωγικός κύκλος), χρειάζονται ειδικά μέτρα διαχείρισης, όπως λεπτομερή πληθυσμιακή απογραφή, προστασία των χώρων φωλιάσματος, εγκατάσταση ταϊστρών κ.ο.κ.

Πρέπει να αναφερθεί η εξαιρετική προσπάθεια που έχει καταβληθεί και, συνεχίζεται να καταβάλλεται στην περιοχή της Δαδιάς Έβρου, που αποτελεί πρότυπο διατήρησης του είδους, μέσω συστηματικής τροφοδοσίας, παρατήρησης και καταγραφής του πληθυσμού.

Το είδος, όπως και το δάσος Δαδιάς, προστατεύονται νομικά (Παρ. 1 απόφασης 414985/1985 ΥΠΓΕ). [26]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 4
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J., επιμ. (1994). Handbook of the Birds of the World. 2. Barcelona: Lynx Edicions. ISBN 84-87334-15-6. 
  • Ferguson-Lees, James; Christie, David A. (2001). Raptors of the World. Illustrated by Kim Franklin, David Mead, and Philip Burton. Houghton Mifflin. ISBN 978-0-618-12762-7. http://books.google.com/books?id=hlIztc05HTQC&lpg=PP1&pg=PP1#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 2011-05-26. 
  • Lerner, Heather R. L.; Mindell, David P. (2005). "Phylogeny of eagles, Old World vultures, and other Accipitridae based on nuclear and mitochondrial DNA". Molecular Phylogenetics and Evolution 37 (2): 327–346. doi:10.1016/j.ympev.2005.04.010. ISSN 1055-7903. PMID 15925523. http://www-personal.umich.edu/~hlerner/LM2005.pdf. Retrieved 31 May 2011.
  • Snow, David W.; Perrins, Christopher M. (1998). The Birds of the Western Palearctic (Consise ed.). Oxford University Press. ISBN 0-19-854099-X.
  • Weber, Roy E.; Hiebl, Inge; Braunitzer, Gerhard (1988). «High Altitude and Hemoglobin Function in the Vultures Gyps rueppellii and Aegypius monachus». Biological Chemistry Hoppe-Seyler 369 (4): 233–240. doi:10.1515/bchm3.1988.369.1.233. PMID 3401328. 

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι το γένος Aegypius, ανήκει στην ξεχωριστή υποοικογένεια Γυπίνες (Aegypiinae]], που περιλαμβάνει τους γύπες του Παλαιού Κόσμου. Όμως, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία για την τεκμηρίωση αυτής της ταξινόμησης, γι’αυτό ακολουθείται η κατά Howard & Moore και ITIS άποψη, που αποτελούν τις εγκυρότερες επιστημονικές πηγές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. BirdLife International (2013). Aegypius monachus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 12 Μαρτίου 2014.
  2. Thiollay, 1994
  3. Howard and Moore, p. 102
  4. «Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα», τόμος 4, σ. 224
  5. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=monachus
  6. http://dictionary.reference.com/browse/cinereous?s=t&path=/
  7. Lerner & Mindell, 2005
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 78
  9. 9,0 9,1 9,2 Ferguson, 2001
  10. Del Hoyo, 1994
  11. 11,0 11,1 Gavashelishvili, A.; McGrady, M. J.; Javakhishvili, Z. (2006). «Planning the conservation of the breeding population of cinereous vultures (Aegypius monachus) in the Republic of Georgia». Oryx 40 (1): 76–83. doi:10.1017/S0030605306000081. 
  12. 12,0 12,1 Gavashelishvili, A.; McGrady, M.; Ghasabian, M.; Bildstein, K. L. (2012). «Movements and habitat use by immature Cinereous Vultures (Aegypius monachus) from the Caucasus». Bird Study iFirst: 1–14. doi:10.1080/00063657.2012.728194. 
  13. Bruun, p. 70
  14. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 178
  15. Όντρια, σ. 73
  16. Weber et al, 1988
  17. 17,0 17,1 Ferguson-Lees, 2001
  18. "Cinereous Vulture Fact Sheet, Lincoln Park Zoo"
  19. del Hoyο
  20. Gavashelishvili, A.; McGrady, M. J. (2006). «Geographic information system-based modelling of vulture response to carcass appearance in the Caucasus». Journal of Zoology 269 (3): 365–372. doi:10.1111/j.1469-7998.2006.00062.x. 
  21. 21,0 21,1 del Hoyο, p.107
  22. 22,0 22,1 22,2 22,3 del Hoyο, p. 107
  23. Harrison, p. 105
  24. 24,0 24,1 WWF, Μαυρόγυπας
  25. 25,0 25,1 Περιβάλλον και Παιδεία, Γραφείο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης ΔΙΠΕ Δυτικής Αττικής, Μαυρόγυπας - το τελευταίο του καταφύγιο
  26. 26,0 26,1 «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 182
  27. Snow & Perrins, 1998
  28. del Hoyo, p.107
  29. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 181
  30. Απαλοδήμος, σ. 32
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Cinereous Vulture της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).