Αετός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αετός
Χρυσαετός (Aquila chrysaetos)
Χρυσαετός (Aquila chrysaetos)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae) και Πανδιονίδες (Pandionidae) [3]
Γένος: 5 Γένη [1]
Είδος: 11 Είδη [2]

Ο Αετός, είναι αρπακτικό ημερόβιο πτηνό της τάξης των Αετομόρφων (Accpitriformes). Τα περισσότερα μέλη κατατάσσονται στην οικογένεια Αετίδες (Accipitridae), ειδικά όμως στην ελληνική ορνιθολογική βιβλιογραφία, στους αετούς συμπεριλαμβάνεται και ο Ψαραετός της οικογένειας Πανδιονίδες (Pandionidae). (βλ.Συστηματική Ταξινομική)

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη αετός έχει την εξής ετυμολογία: [ΕΤΥΜ. αρχ. < *αίετός < *αΐΡετός < *αίΕι-ετός < I.E. *awi- ≪πτηνό≫, πβ. λατ. avis, σανσκρ. vis. Ομόρρ. οιωνός (< *όΕι-ωνός) ≪πτηνό≫, o τ. αϊ- τός < αετός είναι μεσν.]. [4]

Η λατινική λέξη aquila για το σημαντικότερο γένος Αετών, προέρχεται από το aquilus, που σημαίνει «σκοτεινόχρωμος» και, πιθανόν, σχετίζεται με τον συνηθέστερο χρωματισμό του φτερώματος που είναι σκούρος. [5][6].

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αετοί είναι κοσμοπολιτικά πτηνά, με εξάπλωση σε όλες τις ηπείρους, αν και τα περισσότερα είδη, βρίσκονται στην Ευρασία. Αντίθετα, τα λιγότερα είδη -μόνο 2- βρίσκονται στη Β. Αμερική.

Γενικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αετός των Φιλιππίνων

Οι Αετοί είναι μεγάλα, σωματώδη αρπακτικά πουλιά, με βαρύ κεφάλι και ράμφος και, σχετικά βραχύ λαιμό. Ακόμα και τα μικρότερα μέλη, όπως ο Σταυραετός (Aquila pennata), έχουν μεγέθη ανάλογα με εκείνο μιας Γερακίνας (Buteo buteo). Γενικά, με εξαίρεση τους κόνδορες και κάποιους γύπες του Παλαιού Κόσμου, οι περισσότεροι είναι μεγαλύτεροι από οποιoδήποτε άλλο αρπακτικό πτηνό. Το μικρότερο είδος Spilornis klossi, ζυγίζει μόλις 450 γραμμάρια και έχει μήκος 40 εκατοστά, ενώ τα μεγαλύτερα είδη αναφέρονται παρακάτω.

Όπως όλα τα αρπακτικά πουλιά, έχουν πολύ μεγάλο και βαρύ ράμφος με ισχυρό άγκιστρο για τον τεμαχισμό σάρκας από τη λεία τους, ενώ η ραμφοθήκη στερείται εγκοπής ή οδοντικής προεξοχής (διαφορά από τα γεράκια). [7]

Το πτέρωμα είναι τις περισσότερες φορές σκουρόχρωμο (σταχτί, καφετί ή μαυριδερό), με πιο ανοιχτόχρωμη την κάτω επιφάνειά του. Οι πτέρυγες είναι μεγάλες και αποστρογγυλευμένες (όχι οξύληκτες και δρεπανοειδούς σχήματος όπως στα γεράκια. Η ουρά κυμαίνεται σε μέγεθος από κοντή έως μακριά και, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, φέρει παράλληλες ραβδώσεις και μία τελική σκούρα λωρίδα στην άκρη της.

Οι ταρσοί είναι μυώδεις και, συνήθως φτερωμένοι, εφοδιασμένοι με πανίσχυρους γαμψώνυχες. Η εξαιρετικά οξεία όρασή τους που, φθάνει έως και 3,6 φορές την ανθρώπινη, τους δίνει τη δυνατότητα να εντοπίζουν τα πιθανά θηράματα από πολύ μεγάλη απόσταση. [8] Μάλιστα, αυτή υποβοηθείται από τις πολύ μεγάλες οφθαλμικές κόρες που εξασφαλίζουν ελάχιστη περίθλαση (σκέδαση) του εισερχόμενου φωτός.

Τα φύλα, χωρίς να εμφανίζουν τον έντονο φυλετικό διμορφισμό των γερακιών, έχουν εν τούτοις διαφορά στο μέγεθος, με τα θηλυκά να είναι λίγο μεγαλύτερα και σαφώς βαρύτερα. [9][10]

Επειδή η αλλαγή του φτερώματος με την πάροδο της ηλικίας, γίνεται αργά, η αναγνώριση πεδίου των διαφορετικών ειδών στα νεαρά άτομα, μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα δύσκολη. [11]

Είναι τακτικό θέμα συζήτησης ποιό θα πρέπει να θεωρείται το μεγαλύτερο είδος αετού. Η μέτρηση θα μπορούσε να αναφέρεται σε συνολικό μήκος, μάζα σώματος ή άνοιγμα πτερύγων. Διαφορετικές ανάγκες του τρόπου ζωής μεταξύ των διαφόρων ειδών, όμως, έχει ως αποτέλεσμα μεταβλητές μετρήσεις από είδος σε είδος. Για παράδειγμα, πολλά δασόβια είδη, έχουν σχετικά μικρό άνοιγμα πτερύγων, ένα χαρακτηριστικό που απαιτείται για να είναι σε θέση να ελιχθούν σε γρήγορες, σύντομες πτήσεις μέσα από πυκνά δασωμένους οικοτόπους. [12]

Από την άλλη πλευρά, οι αετοί του γένους Aquila βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά σε ανοικτούς χώρους, είναι εξαιρετικοί ανεμοπόροι (soarers), οπότε έχουν σχετικά μεγάλο, για το μέγεθός τους, άνοιγμα πτερύγων. [13]

Τα παρακάτω μεγέθη για τους μεγαλύτερους αετούς αφορούν στον μέσο όρο μετρήσεων, όπως αναφέρονται στο πόνημα Raptors of the World (Ferguson-Lees, et al) και, οι επί μέρους παραπομπές τοποθετούνται μόνο στις περιπτώσεις που οι μετρήσεις εξακριβώθηκαν από τους συγγραφείς προσωπικά.

Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Βάρος σώματος
1 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 6,7 κιλά
2 Αετός των Φιλιππίνων Pithecophaga jefferyi 6,35 κιλά
3 Άρπυια Harpia harpyja 5,95 κιλά
Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Μήκος σώματος
1 Αετός των Φιλιππίνων Pithecophaga jefferyi 100 εκατοστά [14]
2 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 95,5 εκατοστά
3 Αυστραλιανός Αετός Aquila audax 95 εκατοστά
Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Άνοιγμα πτερύγων
1 Θαλασσαετός Haliaeetus albicilla 218,5 εκατοστά
2 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 212,5 εκατοστά
3 Αυστραλιανός Αετός Aquila audax 210 εκατοστά [15][16]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυστραλιανός Αετός

Οι Αετοί είναι εξαιρετικοί ανεμοπόροι και εκμεταλλεύονται τα θερμικά ρεύματα του αέρα για να πετάνε άκοπα, επισκοπώντας το χώρο (soaring). Κατά την πτήση ξεχωρίζουν: α) το μεγάλο κεφάλι, β) τα ερετικά φτερά που είναι λίγο ανοικτά στα άκρα των πτερύγων και ελαφρά κυρτωμένα προς τα πάνω και γ) η σχετικά μεγάλη, στρογγυλευμένη στην άκρη ουρά. Το βάδισμα είναι αργό, ταλαντευόμενο και συνοδεύεται από πηδήματα, που υποβοηθούνται από κινήσεις των πτερύγων. [17]

Κυνήγι/Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω του μεγέθους και της ισχύος πολλών ειδών αετών, κατατάσσονται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας μεταξύ των αρπακτικών πτηνών, παγκοσμίως. Το είδος του θηράματος ποικίλλει από γένος σε γένος. Έτσι, το Haliaeetus και το Ichthyophaga προτιμούν να συλλαμβάνουν ψάρια, αν και το πρώτο στρέφεται συχνά σε διάφορα ζώα, ειδικά άλλα υδρόβια πουλιά, και εμφανίζει το φαινόμενο του κλεπτοπαρασιτισμού, αρπάζοντας τη λεία άλλων αρπακτικών. Τα γένη Circaetus, Terathopius και Spilornis, έχουν ως βασική λεία τα φίδια που βρίσκονται στις τροπικές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας. Οι αετοί του γένους Aquila είναι τα κορυφαία αρπακτικά πουλιά στους ανοικτούς οικοτόπους, αφού μπορούν να πιάσουν σχεδόν κάθε μικρού/μεσαίου μεγέθους σπονδυλόζωο. Πολλοί άλλοι αετοί, συμπεριλαμβανομένου του γένους Spizaetus, ζουν κυρίως σε δάση και δασικές εκτάσεις και, στοχεύουν συχνά σε διάφορα δενδρόβια ή εδαφόβια θηλαστικά και πτηνά, τα οποία συχνά συλλαμβάνουν ανυποψίαστα σε τέτοια πυκνά, λαβυρινθώδη περιβάλλοντα.

Οι κυνηγετικές τεχνικές διαφέρουν μεταξύ των ειδών και γενών, με κάποιους μεμονωμένους αετούς να έχουν αναπτύξει εκείνες που βασίζονται στο περιβάλλον και την εκάστοτε λεία τους. Οι περισσότεροι αετοί αρπάζουν το θήραμα χωρίς προσγείωση και το μεταφέρουν σε βολικές θέσεις, όπου το θανατώνουν και το τρώνε. [18]

Ο Αμερικανικός Θαλασσαετός (Haliaeetus leucocephalus), έχει καταγραφεί να έχει πετάξει με το βαρύτερο φορτίο από οποιοδήποτε αρπακτικό πτηνό, συγκεκριμένα ένα ελαφοειδές 6,8 κιλών. [19] Ωστόσο, λίγοι αετοί μπορούν να στοχεύσουν θήραμα πολύ βαρύτερο από ό, τι οι ίδιοι, διότι δεν μπορούν εύκολα να απογειωθούν και, ως εκ τούτου είτε καταναλώνεται επί τόπου, είτε κομματιάζεται για να μεταφερθεί στη φωλιά. Σε αυτή την περίπτωση τα μεγέθη της λείας αυξάνονται σημαντικά: Έχουν αναφερθεί πριπτώσεις Χρυσαετών και Στεφαναετών που έχουν σκοτώσει οπληφόρα βάρους έως 30 κιλών και Πολεμαετών ακόμη και 37 κιλών, δηκαδή 7-8 φορές βαρύτερα θηράματα από τον θηρευτή. [20][21]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι Αετοί ζευγαρώνουν εφ’όρου ζωής, ή τουλάχιστον για πολύ μεγάλες περιόδους, αλλά σε περίπτωση απωλείας του ενός συντρόφου, αυτός μπορεί γρήγορα να αντικατασταθεί. Πριν το ζευγάρωμα, εκτελούνται εναέριες επιδείξεις εντυπωσιασμού που, πολλές περιλαμβάνουν γυροπέταγμα (soaring) πάνω από την επικείμενη φωλιά, πτήσεις με εμπλοκή των γαμψωνύχων και προσφορά τροφής από το αρσενικό στο θηλυκό που, με τη σειρά του, μιμείται τη φωνή των νεοσσών. [22].

Άρπυια

Κατασκευάζουν τις φωλιές τους, που ονομάζονται διεθνώς έριις (eyries), σε ψηλά δέντρα ή σε ψηλά βράχια. Τα περισσότερα είδη γεννούν δύο αυγά, με διαφορά 3-4 ημερών, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαφορά μεγέθους και, συνήθως, το μεγαλύτερο σκοτώνει το μικρότερο, ένα φαινόμενο που ονομάζεται Καϊνισμός (Fratricide) που, ανάλογα με το είδος, μπορεί να είναι υποχρεωτικός ή μη υποχρεωτικός. Οι γονείς σπάνια επεμβαίνουν στο φαινόμενο. [23][24]

Τα αυγά είναι συνήθως άσπρα, στικτά με κόκκινες ή καφέ κηλίδες και οι νεοσσοί που ονομάζονται αετιδείς είναι καλυμμένοι με λεπτό, λευκό χνούδι, που δίνει αργότερα τη θέση του σε ένα σκούρο και, αργότερα στο πρώτο φτέρωμα που ξεκινάει από τους ώμους. [25].

Κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αετός υπήρξε το πτηνό-σύμβολο του Δία. Ειδικότερα, ο Δίας φέρεται να είχε πάρει τη μορφή ενός αετού ώστε να απαγάγει το Γανυμήδη για να τον μεταφέρει στον Όλυμπο για να τον κάνει οινοχόο των θεών, και υπάρχουν πολλές σχετικές καλλιτεχνικές απεικονίσεις

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Moche, αρχαία φυλή του Περού, λάτρευαν το πτηνό και συχνά απεικονίζονται αετοί στην τέχνη τους. [26]

Παρά τις σύγχρονες αλλά και ιστορικές πρακτικές των Ινδιάνων της Βορείου Αμερικής να δίνουν φτερά αετού σε μη ιθαγενείς, αλλά και στα μέλη άλλων φυλών που έχουν κριθεί άξια, η τρέχουσα νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, ορίζει ότι μόνο τα πιστοποιημένα άτομα του αμερικανικού ιθαγενούς πληθυσμού, που είναι εγγεγραμμένα σε μία ομοσπονδιακά αναγνωρισμένη φυλή είναι νομίμως εξουσιοδοτημένα να αποκτούν και να κάνουν χρήση φτερών αετού για θρησκευτικούς λόγους. [27] Στον Καναδά, η λαθροθηρία για τα φτερά αετού τιμωρείται αυστηρά. [28]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αετός κατείχε ανέκαθεν ξεχωριστή θέση, τόσο στον αρχαίο όσο και στο βυζαντινό-μεσαιωνικό κόσμο, ενώ χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο ισχύος και εξουσίας και αποτέλεσε το έμβλημα πολλών δυναστικών ή αριστοκρατικών οίκων. Αρχικά, σύμβολο της θεϊκής δύναμης, δεν άργησε να γίνει έμβλημα και της κοσμικής εξουσίας. Οι Αιγύπτιοι, οι Ασσύριοι, οι Αχαιμενίδες της Περσίας, οι Πτολεμαίοι και κυρίως οι Ρωμαίοι ήσαν οι λαοί που χρησιμοποίησαν ευρύτατα τον αετό, ως σύμβολό τους. Ο δικέφαλος αετός θεωρείται το κατεξοχήν βυζαντινό έμβλημα που αντικατέστησε στην ύστερη βυζαντινή περίοδο τον μονοκέφαλο αετό. [29]

Πάρα πολλά κράτη τον χρησιμοποιούν ως έμβλημα, είτε στη σημαία τους, είτε σε διάφορους θυρεούς πόλεων που σχετίζονται με αυτά.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταξινομική του Αετού ως ταξινομικής μονάδας (taxon), παραμένει εξαιρετικά σύνθετη και προβληματική. Τα παλαιά δεδομένα που στήριζαν την κατάταξη των διαφόρων γενών και ειδών, πάνω σε μορφολογικά, γεωγραφικά ή οικολογικά κριτήρια, έχουν διαφοροποιηθεί δραματικά από τότε που, καινούργια, σύγχρονα δεδομένα, βασισμένα σε χρωμοσωμικά κριτήρια, έχουν ανατρέψει την μέχρι πρότινος υπάρχουσα κατάσταση και έχουν δημιουργήσει ισχυρές διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων. Έτσι, είδη που παλαιότερα θεωρούντο συγγενικά, οι DNA αναλύσεις έδειξαν ακριβώς το αντίθετο, με αποτέλεσμα να μετακινούνται σε άλλα γένη, υποείδη να αναβαθμίζονται σε είδη, γένη να καταργούνται ή να συγχωνεύονται σε ήδη υπάρχοντα, κ.ο.κ. [30]

Το πρόβλημα επιτείνεται από τις -ανέκαθεν υπάρχουσες- λαϊκές ονομασίες που σε πολλές περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν στις έγκυρες επιστημονικές ονομασίες. Έτσι, είναι εντελώς παρακινδυνευμένο να ειπωθεί πόσα είδη αετών υπάρχουν σήμερα στον κόσμο, αφού δεν είναι εξακριβωμένο ακόμη το ποια είναι αυτά.

Σύμφωνα με το εγκυρότατο πόνημα των Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World (2003), 21 γένη αετών υπάρχουν σήμερα παγκοσμίως, αλλά είναι βέβαιο ότι αυτό θα αλλάξει άμεσα στο προσεχές μέλλον μέσω των νέων δεδομένων, αν και πάντοτε θα υπάρχουν διαφωνίες.

Πολεμαετός (Κένυα)


Αετοί της Ελληνικής Πανίδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο απαντώνται συνολικά 5 γένη με 11 είδη που, είτε ζουν μόνιμα στη χώρα (επιδημητικά), είτε έρχονται μόνο το χειμώνα (διαχειμάζοντα) ή το καλοκαίρι (για να αναπαραχθούν), είτε απλώς χρησιμοποιούν τη χώρα ως πέρασμα κατά τις δύο μεταναστεύσεις (εαρινή και φθινοπωρινή) προς το Βορρά ή προς το Νότο (μεταναστευτικά).

Γένος Aquila[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γένος Circaetus[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γένος Haliaeetus[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γένος Pernis[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γένος Pandion[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. μόνο για τον ελλαδικό χώρο
  2. μόνο για τον ελλαδικό χώρο
  3. μόνο για τον ελλαδικό χώρο
  4. Μπαμπινιώτης, λήμμα «αετός»
  5. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=aquila
  6. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.0:3284.lewisandshort
  7. Όντρια, σ. 72
  8. Shlaer
  9. Leclerc
  10. Grambo
  11. Bruun, p.72
  12. Ferguson-Lees, et al
  13. Ferguson-Lees, et al
  14. Gamauf et al
  15. Morgan
  16. Wood
  17. Κιόρτσης
  18. Ferguson-Lees, et al
  19. "Amazing Bird Records". Trails.com. Retrieved 2012-07-20
  20. Ferguson-Lees, et al
  21. Watson
  22. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 34-35
  23. Grambo
  24. Stinson
  25. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 35
  26. Larco Herrera et al
  27. Office of Law Enforcement. "National Eagle Repository". Mountain-Prairie Region. United States Fish and Wildlife Service. Archived from the original on 2007-10-10. Retrieved 2007-11-20
  28. Sin, Lena
  29. Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 3 , λήμμα «Αετός»
  30. Lerner, H. R. L.; Mindell, D. P.
  31. Όντρια σ. 66, 81-82

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Β. Κιόρτσης, Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 3 , λήμμα «Αετός»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Ferguson-Lees, James; Christie, David A. (2001). Raptors of the World. Illustrated by Kim Franklin, David Mead, and Philip Burton. Houghton Mifflin. ISBN 978-0-618-12762-7.
  • Gamauf, A., Preleuthner, M., and Winkler, H. (1998). "Philippine Birds of Prey: Interrelations among habitat, morphology and behavior". The Auk 115 (3): 713–726. doi:10.2307/4089419.
  • Grambo, Rebecca L. (2003). Eagles. Voyageur Press. ISBN 978-0-89658-363-4
  • Larco Herrera, Rafael and Berrin, Kathleen (1997) The Spirit of Ancient Peru Thames and Hudson, New York, ISBN 0500018022
  • Leclerc, Georges Louis, Comte de Buffon (2010). The Natural History of Birds: From the French of the Count de Buffon; Illustrated with Engravings, and a Preface, Notes, and Additions, by the Translator. Cambridge University Press. pp. 60–. ISBN 978-1-108-02298-9.
  • Lerner, H. R. L.; Mindell, D. P. (2005). "Phylogeny of eagles, Old World vultures, and other Accipitridae based on nuclear and mitochondrial DNA". Molecular Phylogenetics and Evolution 37 (2): 327–346. doi:10.1016/j.ympev.2005.04.010. PMID 15925523.
  • Morgan, A.M. "The spread and weight of the Wedge-tailed Eagle". South Australian Ornithologist 11: 156–157.
  • Office of Law Enforcement. "National Eagle Repository". Mountain-Prairie Region. United States Fish and Wildlife Service. Archived from the original on 2007-10-10. Retrieved 2007-11-20.
  • Shlaer, Robert (1972). "An Eagle's Eye: Quality of the Retinal Image". Science 176 (4037): 920–922. doi:10.1126/science.176.4037.920. PMID 5033635. Retrieved 2012-04-16.
  • Sin, Lena (2006-04-30). "Charges laid in eagle-poaching case". The Province (CanWest MediaWorks Publications Inc.). Retrieved 2007-11-20.
  • Stinson, Christopher H (1979). "On the Selective Advantage of Fratricide in Raptors". Evolution 33 (4): 1219–1225. doi:10.2307/2407480
  • Watson, Jeff (2011). The Golden Eagle: Second Edition. ISBN 978-0-30017-019-1.
  • Wood, Gerald (1983). The Guinness Book of Animal Facts and Feats. ISBN 978-0-85112-235-9.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Eagle της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).