Γιώργος Καραγκούνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιώργος Καραγκούνης
Προσωπικές πληροφορίες
Ημερ. γέννησης 6 Μαρτίου 1977 (1977-03-06) (37 ετών)
Τόπος γέννησης Αμπελώνας Ηλείας, Ελλάδα
Ύψος 1,76 m
Θέση Μέσος
Ομάδες νέων
1993-1996 Flag of Greece.svg Παναθηναϊκός
Επαγγελματική καριέρα*
Περίοδος Ομάδα Συμμ. (Γκ.)
1996-2003 Flag of Greece.svg Παναθηναϊκός 118 (25)
1996-1998 Flag of Greece.svg Απόλλων Σμύρνης 55 (9)
2003-2005 Flag of Italy.svg Ίντερ 21 (0)
2005-2007 Flag of Portugal.svg Μπενφίκα 45 (3)
2007-2012 Flag of Greece.svg Παναθηναϊκός 133 (16)
2012-2014 Flag of England.svg Φούλαμ ΦΚ 39 (1)
Σύνολο 411 (54)
Εθνική ομάδα
Περίοδος Ομάδα Συμμ. (Γκ.)
1999-2014 Flag of Greece.svg Ελλάδα 139 (10)
* Οι συμμετοχές και τα γκολ στις προηγούμενες ομάδες υπολογίζονται μόνο για τα εγχώρια πρωταθλήματα και έχουν ανανεωθεί έως 1 Ιουλίου 2014.

† Συμμετοχές (Γκολ).

‡ Οι συμμετοχές και τα γκολ στις εθνικές ομάδες έχουν ανανεωθεί έως 29 Ιουνίου 2014.

Ο Γιώργος Καραγκούνης είναι Έλληνας πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, γεννημένος στις 6 Μαρτίου 1977 στον Πύργο και αγωνιζόταν στη θέση του μέσου. Τον χαρακτήριζαν το γεμάτο πάθος παιχνίδι του και οι ηγετικές του ικανότητες. Κατέχει το ρεκόρ συμμετοχών στην Εθνική Ελλάδας με 139, το διάστημα 1999-2014.

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παναθηναϊκός (1993-1996, 1998-2003)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1993 ο Καραγκούνης εντάχθηκε στις ακαδημίες του Παναθηναϊκού στην ηλικία των 16 και παρέμεινε περισσότερο από μία τριετία.[1] Στη συνέχεια αγωνίστηκε δανεικός στον Απόλλωνα Σμύρνης, όπου στις 8 Σεπτεμβρίου 1996 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην Α' Κατηγορία κατά την πρεμιέρα του πρωταθλήματος (Ιωνικός-Απόλλωνας 1-0) και ήταν βασικός μεσοεπιθετικός για δύο περιόδους με 9 τέρματα συνολικά.

Το καλοκαίρι του 1998 επέστρεψε στον Παναθηναϊκό και στις 8 Νοεμβρίου πρωτοφόρεσε τη φανέλα της ανδρικής ομάδας (αγωνιζόμενος ως βασικός και μέσα στην έδρα του "αιωνίου" αντιπάλου της, το στάδιο Καραϊσκάκη) στο 0-0 με τον Εθνικό Πειραιά για το πρωτάθλημα, όντας πλέον στα 21,5 του. Ο προπονητής Βασίλης Δανιήλ τον χρησιμοποίησε κυρίως ως αλλαγή, ο νεοπροσληφθείς όμως στις αρχές Μαρτίου Χουάν Ραμόν Ρότσα, τον καθιέρωσε αμέσως στη θέση του αριστερού μεσοεπιθετικού (αντί του Πολωνού Ιγκόρ Σιπνιέφσκι). Πολύ σύντομα (6 Απριλίου 1999) σημείωσε το πρώτο του τέρμα για λογαριασμό του "τριφυλλιού" στο 6-1 εις βάρος του Αθηναϊκού για το κύπελλο Ελλάδας στο Ο.Α.Κ.Α. με ατομική ενέργεια, ενώ δύο εβδομάδες αργότερα και στο ίδιο γήπεδο, πέτυχε και το πρώτο του για το πρωτάθλημα στο 5-1 πάλι επί του Εθνικού Πειραιά, ανοίγοντας το σκορ στο 8' με απευθείας εκτέλεση φάουλ (έκανε και το 4-1 με εντυπωσιακό βολέ).

Υπήρξε βασικότατο στέλεχος της ομάδας τα επόμενα 4 χρόνια, αγωνιζόμενος αρχικά δεξιός και ακολούθως επιτελικός μέσος σε σύστημα 4-4-2 (ενίοτε 5-3-2). Παρά το γεγονός ότι ο Παναθηναϊκός δεν είχε κερδίσει κανένα ελληνικό πρωτάθλημα κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ήταν πάντα στους διεκδικητές και είχε καλές πορείες στο Champions League και στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, με τον "Κάρα" να βρίσκει δίχτυα σε πολύ κρίσιμες στιγμές.

Τη δεύτερη χρονιά επιστροφής στους "πράσινους", το 1999-2000, σκόραρε 9 φορές στο πρωτάθλημα και 2 στο κύπελλο, αναδεικνυόμενος 2ος σκόρερ τους (πίσω από τον Νίκο Λυμπερόπουλο) και ενώ είχε προηγηθεί το ντεμπούτο του στην εθνική Ελλάδας με τεχνικό τον Βασίλη Δανιήλ, τον ίδιον ακριβώς που μερικούς μήνες πριν δεν τον εμπιστευόταν ιδιαίτερα για την 11άδα τους (ενδεικτικό της γρήγορης εξέλιξης του παίκτη). Την περίοδο 2000-2001 εμφανίστηκε ως βασικός και στους 14 αγώνες του Παναθηναϊκού κατά την πορεία μέχρι τους 16 του Champions League, σημειώνοντας ένα υπέροχο τέρμα με σουτ εκτός περιοχής εναντίον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο "Θέατρο των Ονείρων".

Την επόμενη περίοδο 2001-2002, στην οποία η ομάδα του έφτασε ένα βήμα παραπάνω προκρινόμενη στους "8" της διοργάνωσης, αυτός συμμετείχε σε 15 (βασικός σε 14) από τους 16 αγώνες της και πέτυχε 3 τέρματα: στο 1-0 εις βάρος της Άρσεναλ στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας με κεφαλιά ψαράκι και στις δύο εκτός έδρας νίκες επί των Σλάβια και Σπάρτα στην Πράγα, αμφότερα με σουτ (και από πάσες του Λυμπερόπουλου). Τιμωρημένος λόγω δύο κίτρινων καρτών σε προηγούμενους αγώνες, απουσίασε μόνο από την ιστορική νίκη 1-0 με την Μπαρτσελόνα για τον α' προημιτελικό, ενώ στην κρίσιμη ρεβάνς του Καμπ Νου τραυματίστηκε σοβαρά και αντικαταστάθηκε λίγο πριν το ημίχρονο, με το σκορ στο 1-1 (τελικό 1-3 και αποκλεισμός από τα ημιτελικά). Ακολούθησε ως συνέπεια του τραυματισμού του η πεντάμηνη αποχή και απώλεια ολόκληρης της καλοκαιρινής προετοιμασίας. Αυτό πάντως, δεν τον εμπόδισε να βρεθεί στην αρχική ενδεκάδα σε κάθε έναν από τους 10 αγώνες της νέας πορείας του Παναθηναϊκού μέχρι τους 8 ευρωπαϊκής διοργάνωσης, του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ 2002-03 (για να αποκλειστεί από την τελική νικήτρια Πόρτο), κατά την ερχόμενη περίοδο και τελευταία της πρώτης θητείας του στο σύλλογο.

Ίντερ (2003-2005)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μένοντας ελεύθερος με τη λήξη του συμβολαίου του, ο Καραγκούνης μετακινήθηκε στην Ιταλία και την Ίντερ τον Ιούλιο του 2003, με ετήσιες απολαβές άνω του 1,1 εκατομμυρίου ευρώ. Αποτέλεσε επιλογή του Αργεντινού προπονητή της Έκτορ Ραούλ Κούπερ, που τον ήθελε στο Μιλάνο από το προηγούμενο καλοκαίρι, τις προσφορές του όμως δεν είχε τότε κρίνει αρκετά συμφέρουσες η διοίκηση του Παναθηναϊκού. Έχοντας να ανταγωνιστεί έναν πολυεθνικό γαλαξία αστεριών[2] για μία θέση στη μεσαία γραμμή, ο Έλληνας ποδοσφαιριστής δεν κατόρθωσε να έχει κεντρικό ρόλο στην ομάδα, γεγονός που συνέβαλλαν και οι δύο αλλαγές στην τεχνική της ηγεσία μέσα σε έναν χρόνο (Αλμπέρτο Ζακερόνι και Ρομπέρτο Μαντσίνι οι Ιταλοί διάδοχοι του Κούπερ).

Ούτε οι εμφανίσεις με την Ελλάδα στο Euro 2004 το ενδιάμεσο καλοκαίρι της ιταλικής παραμονής του, βελτίωσαν αισθητά τον ρόλο του για την επόμενη περίοδο και παρά την ανακήρυξή του ως πρωταθλητή Ευρώπης. Σε δύο περιόδους συμμετείχε μόνο σε 36 αγώνες (21 πρωταθλήματος, 8 κυπέλλου, 7 ευρωπαϊκά) από τους συνολικά 110 της Ίντερ, δηλαδή κατά μέσο όρο έναν σε κάθε τρεις, στους μισούς μπαίνοντας αλλαγή και χωρίς να σημειώσει κάποιο τέρμα. Γενικά, η παρουσία του στο Μιλάνο συνέπεσε με τη συνέχιση των "χαμηλών πτήσεων" του συλλόγου, καθώς η και θέση στη Σέριε Α και η πρόκριση όχι πέρα από τα προημιτελικά των κυπέλλου ΟΥΕΦΑ και Champions League, απείχαν πολύ από το να θεωρηθούν ικανοποιητικές. Ένα σχετικό αντιστάθμισμα έφερε ο πρώτος τίτλος έπειτα από 7 χρόνια (και πρώτος εγχώριος έπειτα από 16), το κύπελλο Coppa Italia 2004/2005 εναντίον της Ρόμα, με αυτόν να κάθεται στον πάγκο[3] κατά τη νίκη 2-0 μέσα στο Ολίμπικο της Ρώμης για τον α' τελικό. Ήταν η τελευταία φορά που συμπεριλήφθηκε σε αποστολή της Ίντερ, με την οποία πάντως πρόλαβε να αγωνιστεί ως αλλαγή σε 4 σπουδαία ιταλικά ντέρμπι: σε δύο ήττες (η μία για το Champions League) στο τοπικό από τη Μίλαν, το επονομαζόμενο ντέλλα Μαντοννίνα και δύο νίκες επί της Γιουβέντους (η μία εκτός έδρας) στο ντέρμπι ντ'Ιτάλια.

Μπενφίκα (2005-2007)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία ημέρα πριν τη λήξη των μεταγραφών του Αυγούστου, ο Καραγκούνης έμεινε ελεύθερος από τον ιταλικό σύλλογο για να υπογράψει τριετές συμβόλαιο με την Μπενφίκα, που αν και πρωταθλήτρια Πορτογαλίας, είχε νέο προπονητή (αντί του παραιτούμενου Τζιοβάνι Τραπατόνι) τον Ολλανδό Ρόναλντ Κούμαν. Σε ένα μόλις δεκαήμερο εκείνος και παρότι ο ποδοσφαιριστής δεν είχε ακολουθήσει την καλοκαιρινή προετοιμασία της ομάδας, του εμπιστεύθηκε φανέλα βασικού στο ντεμπούτο του και μάλιστα σε τοπικό ντέρμπι της Λισαβόνας με τη Σπόρτινγκ εκτός έδρας (ήττα 1-2). Η χρονιά εντούτοις δεν εξελίχθηκε το ίδιο καλά, καθώς συμμετείχε μεν στα δύο τρίτα των αγώνων, στους περισσότερους όμως από τους μισούς ως αλλαγή και σκοράροντας μόνο μία φορά. Μπαίνοντας στο γήπεδο έστω και για το τελευταίο ημίωρο πάντως, είχε την ευκαιρία να αφήσει έξω από το Champions League την κάτοχό του Λίβερπουλ με δύο νίκες και να αποκλειστεί εκ νέου στα προημιτελικά του θεσμού από την Μπαρτσελόνα, που τελικά το κατέκτησε. Στον επαναληπτικό του 0-0 αγωνίστηκε μπροστά στο μεγαλύτερο πλήθος όλης της καριέρας του, όταν 98.000 θεατές σε ένα κατάμεστο Καμπ Νου βοήθησαν για το 2-0 που έδωσε την πρόκριση στους Ισπανούς.

Η κατάσταση βελτιώθηκε το καλοκαίρι με την πρόσληψη του Φερνάντο Σάντος, ο οποίος τον είχε γνωρίσει από το ελληνικό πρωτάθλημα κατά τη θητεία του στον πάγκο της Α.Ε.Κ., αλλά και του ίδιου του Παναθηναϊκού επί ένα μικρό διάστημα προ τετραετίας (την εποχή του σοβαρού τραυματισμού). Ο Πορτογάλος τεχνικός έφερε μαζί του από την Α.Ε.Κ. τον Κώστα Κατσουράνη και καθιέρωσε στην ενδεκάδα αμφότερους τους θριαμβευτές του Euro 2004, για να συγκροτήσουν ένα αξιόλογο τρίο με το εγχώριο αστέρι της μεσαίας γραμμής, τον Πετίτ.

Η περίοδος 2006-2007 ήταν η τέταρτη και τελευταία της πρώτης εξόδου του από την Ελλάδα και η πλέον επιτυχημένη, καθώς συμμετείχε στους 37 (βασικός σε 29) από τους 47 αγώνες της Μπενφίκα, σημείωσε 2 τέρματα (με τα γνωστά του φάουλ) και μοίρασε 2 ασίστ. Είναι χαρακτηριστικό πως η ομάδα του έμεινε αήττητη στους 21 αγώνες πρωταθλήματος που αυτός ξεκίνησε από την αρχή, ενώ έχασε το μεν τίτλο για 2 μόνο βαθμούς από την αχτύπητη τότε Πόρτο του Ζεσουάλδο Φερέιρα (αργότερα προπονητή του στον Παναθηναϊκό), τη δε δεύτερη θέση τέσσερις αγωνιστικές μόλις πριν τη λήξη, όταν ήρθε 1-1 στο εντός έδρας ντέρμπι με τη Σπόρτινγκ. Επίσης, μπορεί να αποκλείστηκε από το Champions League στα πλαίσια των ομίλων (φάση όπου ο παίκτης ξαναβρήκε μπροστά του τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και ηττήθηκε πάλι δύσκολα 1-3 στην Αγγλία), αλλά περνώντας ως τρίτη στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ διακρίθηκε φτάνοντας μέχρι τα προημιτελικά του, με αυτόν στην αρχική ενδεκάδα και στους 6 αγώνες της πορείας. Γενικά όμως και επί ένατη χρονιά, ούτε στην Πορτογαλία πανηγύρισε την κατάκτηση ενός πρωταθλήματος σε επίπεδο συλλόγων, αν και εκείνοι που είχε παίξει σε τρεις διαφορετικές χώρες θεωρούνταν ανάμεσα στους διεκδικητές. Περιοριζόταν στη θέση του δευτεραθλητή ή πιο συχνά την 3η (ακόμη και 4η), με κάποια μερική επιτυχία τη συμμετοχή του για 6 συνεχείς περιόδους σε προημιτελικά ευρωπαϊκής διοργάνωσης (από μία φορά σε Champions League και ΟΥΕΦΑ με Παναθηναϊκό, Ίντερ, Μπενφίκα), διάκριση πάντως που αποτελεί μοναδικό ρεκόρ για Έλληνα ποδοσφαιριστή.

Παναθηναϊκός (2007-2012)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γεγονός ότι η οικογένεια Καραγκούνη είχε αυξηθεί σε μέλη και η Λισαβόνα βρισκόταν στην άλλη άκρη της Ευρώπης, τον οδήγησε να διαπραγματευτεί τη λύση του συμβολαίου του ένα καλοκαίρι πριν λήξει, όντας πλέον στην ηλικία των 30 και με σκοπό να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στις 7 Ιουλίου 2007 εντάχθηκε για τρίτη φορά στον Παναθηναϊκό, υπογράφοντας για 3 χρόνια με ετήσιο μισθό 800 χιλιάδες ευρώ και ξαναφόρεσε επίσημα το τριφύλλι σε ένα 0-0 για το πρωτάθλημα εναντίον του "αιωνίου" αντιπάλου Ολυμπιακού στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Καθιερώθηκε αμέσως στην ενδεκάδα, ενώ με τις γνωστές για το πάθος τους εμφανίσεις του, εύκολα αναθερμάνθηκε η ιδιαίτερη σχέση που είχε πάντα με τους "πράσινους" οπαδούς.

Την περίοδο 2007-2008 και συχνότερα στο δεξί άκρο του κέντρου, αγωνίστηκε περισσότερες φορές από όλους τους συμπαίκτες του (μαζί με τον Αλέξανδρο Τζιόλη), καθώς έχασε μόνο 6 από τα 46 αγώνες λόγω ελαφρών τραυματισμών ή μίας τιμωρίας για τέσσερις κίτρινες κάρτες. Στο δε πρωτάθλημα έκανε προσωπικό ρεκόρ αγώνων, συμμετέχοντας στους 32 (βασικός σε 29) από τους 36 (συμπεριλαμβανομένων των play off) και αναδείχτηκε 2ος σκόρερ της ομάδας (πίσω από τον Δημήτρη Σαλπιγγίδη).

Μετά τα γήπεδα της Αυστρίας ως βασικός με την Ελλάδα στο Euro 2008, εκλέχτηκε ένας από τους τρεις αρχηγούς για το 2008-2009 (άρχισε να φορά και το περιβραχιόνιο της Ελλάδας λίγο αργότερα), ενώ πλέον αγωνιζόταν ως αριστερός, κυρίως, μέσος. Με 10 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις, πήρε την 3η θέση των σκόρερ του Παναθηναϊκού, για τον οποίον πέτυχε και ρεκόρ δεκαπενταετίας με τις 13 ασίστ που έδωσε. Τις μεγαλύτερες όμως στιγμές της χρονιάς, αποτέλεσαν το θερμό χειροκρότημα που εισέπραξε από τους φανατικούς τιφόζι της Ίντερ κατά την επιστροφή του στο Τζιουζέπε Μεάτσα (1-0 εις βάρος των ακριβοπληρωμένων άσων του Μουρίνιο) και τα γκολ του με εξαιρετικά βολέ εκτός περιοχής στο 3-0 επί της Βέρντερ Βρέμης στο Βεζερστάντιον και το 1-1 με τη Βιγιαρεάλ στο Ελ Μαδριγάλ. Όλες έλαβαν χώρα στην πορεία μέχρι τους 16 του Champions League, την πρώτη ευρωπαϊκή διάκριση του συλλόγου έπειτα από 6 χρόνια και την προηγούμενη θητεία του σε αυτόν, γεγονός που έκανε τον Τύπο να γράψει μεταξύ σοβαρού και αστείου "τελικά ο Παναθηναϊκός στην Ευρώπη θέλει τον Κάρα του".

Η επιτυχημένη διετία σε ατομικό επίπεδο (και μόνον, καθώς η ομάδα του κατατασσόταν 2η μετά τον "αιώνιο" αντίπαλο) οδήγησε, ένα καλοκαίρι πριν τη λήξη της, στην ανανέωση της συνεργασίας τους επί 3 ακόμη χρόνια και έως το 2012. Δήλωσε πως επιθυμεί να κλείσει την καριέρα του εκεί που αναδείχτηκε, ούτε όμως το νέο συμβόλαιο, ούτε η καθιέρωση σε πρώτο αρχηγό των "πράσινων" (με την αποχώρηση του Γιάννη Γκούμα) και ταυτόχρονα της Ελλάδας, ήταν τα σημαντικότερα για αυτόν κατά την επόμενη περίοδο 2009-2010. Τέτοια υπήρξαν η κατάκτηση του πρώτου του πρωταθλήματος σε μία επαγγελματική καριέρα 14 ετών και ως επιστέγασμα, η επικράτηση στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδας. Το συγκεκριμένο νταμπλ αποτελεί τους μοναδικούς τίτλους του σε συλλογικό επίπεδο (σε εθνικό υπάρχει πάντα το ακόμη σπουδαιότερο Euro 2004), δεδομένου ότι στο Coppa Italia 2004-2005 δεν είχε συμμετοχή με την Ίντερ σε κανέναν από τους δύο τελικούς αγώνες. Στη νίκη 1-0 επί του Άρη για τον ελληνικό τελικό, βρήκε στον αντίπαλο πάγκο τον Έκτορ Ραούλ Κούπερ, τον άνθρωπο που πριν 7 χρόνια του είχε δώσει την ευκαιρία να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο Μιλάνο και το ιταλικό ποδόσφαιρο.

Το νταμπλ του Απριλίου 2010, ήρθε τον Ιούνιο να συμπληρώσει με τον καλύτερο τρόπο η συμμετοχή του ως αρχηγός και στους 3 αγώνες της Ελλάδας για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Νοτίου Αφρικής, καθιστώντας έτσι το διάστημα αυτό το πιο ιστορικό της καριέρας του έπειτα από το αλησμόνητο καλοκαίρι του 2004 στην Πορτογαλία. Η συνέχεια όμως την περίοδο 2010-2011 δεν υπήρξε ανάλογη, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον Παναθηναϊκό. Ο προπονητής Νίκος Νιόπλιας και ο αντικαταστάτης του από τα μέσα Νοεμβρίου Ζεσουάλδο Φερέιρα δεν τον εμπιστεύονταν τόσο συχνά πλέον για την αρχική ενδεκάδα του Παναθηναϊκού και όταν το έκαναν, τον αντικαθιστούσαν πριν το τελευταίο τέταρτο. Από τους 34 συνολικά αγώνες που συμμετείχε, στους μισούς πέρασε ως αλλαγή, ενώ 5 μόνο φορές ολοκλήρωσε το ενενηντάλεπτο, γεγονότα που δικαιολογούνται εν μέρει από το ότι πλησίαζε πλέον τα 34, αλλά όχι και από τη μέτρια έως κακή αγωνιστική εικόνα της ομάδας που ένα χρόνο πριν είχε στεφθεί νταμπλούχος, φτάνοντας παράλληλα και μέχρι τους 16 του Europa League (πρώην κύπελλο ΟΥΕΦΑ).

Την απώλεια της θέσης του βασικού, ακολούθησε η ακόμη πιο περιορισμένη χρησιμοποίησή του στους αγώνες της περιόδου 2011-2012, κάτι αναμενόμενο σε ορισμένο βαθμό λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του και κυρίως την παραμονή του Πορτογάλου τεχνικού. Εκείνος, τον συμπεριελάμβανε μεν στη δεκαοκτάδα όποτε τον είχε στη διάθεσή του και συγκεκριμένα σε 37 αγώνες, όμως τον ξεκίνησε (για να τον αντικαταστήσει) μόνο στους 5 και τον έβαλε αλλαγή σε όχι λιγότερους από 25, αφήνοντας τον τους υπόλοιπους 7 στον πάγκο. Έστω πάντως και σε 811' συμμετοχής (δηλαδή συνολικό αγωνιστικό χρόνο ισοδύναμο με 9 μόνο ενενηντάλεπτα) σε όλες τις διοργανώσεις, πρόλαβε να πετύχει ένα τέρμα με μία από τις γνωστές απευθείας εκτελέσεις του φάουλ, να έχει ένα δοκάρι και να μοιράσει 3 ασίστ (ενώ επί δεύτερη συνεχή χρονιά η ομάδα του τερμάτισε δευτεραθλήτρια).

Αυτές ήταν και οι τελευταίες συνεισφορές του Γιώργου Καραγκούνη στο επιθετικό παιχνίδι του Παναθηναϊκού, καθώς την 1η Ιουλίου 2012 που έληξε το συμβόλαιό του, δεν υπήρχε τελικά πρόθεση ανανέωσης από την πλευρά του ποδοσφαιριστή. Αιτία δεν αποτέλεσαν μόνο οι κατά πολύ μειωμένες αποδοχές που του προτάθηκαν (συνέπεια της οικονομικής δυσπραγίας του συλλόγου), αλλά και η μη παροχή ικανοποιητικών διαβεβαιώσεων εκ μέρους του Φερέιρα πως ταιριάζει περισσότερο από ότι στα προηγούμενα πλάνα του. Εντούτοις, σε εκείνα του Φερνάντο Σάντος μερικές εβδομάδες πριν στην Πολωνία, είχε ταιριάξει ιδανικά ως αρχηγός της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Euro 2012.

Στις 12 Φεβρουαρίου 2012, εις βάρος της Ξάνθης στο Ο.Α.Κ.Α. για το πρωτάθλημα και με φάουλ στο 89', σημείωσε το τελευταίο του τέρμα από τα 54 με την πράσινη φανέλα, την οποία στο ίδιο γήπεδο φόρεσε για τελευταίον από τους 364 αγώνες στο νικηφόρο 1-0 ντέρμπι επί της Α.Ε.Κ. στα πλαίσια των play off, όταν πήρε (με το σκορ ήδη διαμορφωμένο) τη θέση του Σωτήρη Νίνη για τα τελευταία είκοσι λεπτά της περιόδου. Η ημερομηνία ήταν η 20η Μαΐου 2012.

Αναμφίβολα ο "Τυπάρας" αποτελούσε μία από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της ομάδας σε όλη την καριέρα του στον Παναθηναϊκό. Αυτή χωρίζεται σε δύο πενταετείς θητείες, εκ των οποίων η πρώτη υπήρξε πιο επιτυχημένη σε ατομικό επίπεδο (4 χρονιές βασικός έναντι 3, περισσότερα τέρματα) και ευρωπαϊκές διακρίσεις (2 φορές στα προημιτελικά), ενώ η επόμενη σε τίτλους (νταμπλ 2010) και συμμετοχές στην Ελλάδα (57 έναντι 25, αρχηγός τις 34).

Φούλαμ (2012-2014)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιώργος Καραγκούνης με τη φανέλα της Φούλαμ

Ομάδες της Σούπερ Λιγκ, με κύριο ενδιαφερόμενο τον Ο.Φ.Η., προσέγγισαν τον ελεύθερο πλέον Γιώργο Καραγκούνη το καλοκαίρι του 2012. Αυτός όμως δεν προχώρησε σε περαιτέρω συζητήσεις, δεδομένου ότι πίστευε ότι έχει τις δυνατότητες να προσελκύσει εκ νέου κάποια πρόταση από το εξωτερικό και για χώρα με ανταγωνιστικότερο ποδόσφαιρο της Ελλάδας.

Η δίμηνη υπομονή του επιβραβεύτηκε στις 11 Σεπτεμβρίου όταν ο Ολλανδός τεχνικός Μάρτιν Γιόλ του πρότεινε μονοετές συμβόλαιο συνεργασίας με τη λονδρέζικη Φούλαμ της Πρέμιερ Λιγκ. Στις 29 του μήνα πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα, αγωνιζόμενος στο τελευταίο δεκάλεπτο στην εντός έδρα ήττα της νέας του ομάδας με 1-2 από την πρωταθλήτρια Μάντσεστερ Σίτι.

Παρόλο που το συμβόλαιό του έληξε στις 30 Ιουνίου του 2013 και η Φούλαμ ανακοίνωσε την αποχώρησή του, λίγες μέρες αργότερα του προτάθηκε νέο συμβόλαιο παραμένοντας έτσι στον αγγλικό σύλλογο ως το καλοκαίρι του 2014.

Εθνική Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιώργος Καραγκούνης το 2010

Το ντεμπούτο του με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στις 20 Αυγούστου 1999 στην εντός έδρας φιλική αναμέτρηση (ο αγώνας διεξήχθη στην Καβάλα) εναντίον του Ελ Σαλβαδόρ (3-0) όταν υπό την τεχνική καθοδήγηση του Βασίλη Δανιήλ αγωνίστηκε σε ολόκληρο το ενενηντάλεπτο.

Κορυφαία του στιγμή με τη γαλανόλευκη φανέλα υπήρξε η κατάκτηση του Euro 2004 στην Πορτογαλία, αγωνιζόμενος σε τέσσερις αναμετρήσεις της τελικής φάσης της διοργάνωσης (δεν αγωνίστηκε σε δύο, μεταξύ αυτών και του τελικού, λόγω συμπλήρωσης κίτρινων καρτών). Στην πρεμιέρα των αγωνιστικών υποχρεώσεων της Ελλάδας απέναντι στην Πορτογαλία σημείωσε το πρώτο τέρμα της διοργάνωσης με ένα εξαιρετικό σουτ στο 7ο λεπτό, το οποίο εκτίναξε την ψυχολογία της ελληνικής ομάδας που μέχρι τότε αντιμετώπιζε με δέος τις διεθνείς διοργανώσεις και ήταν η αρχή της μετέπειτα θριαμβευτικής πορείας μέχρι την κατάκτηση του τίτλου της πρωταθλήτριας Ευρώπης.

Ήταν βασικό και αναντικατάστατο μέλος της ελληνικής ομάδας τόσο στο Euro 2008, όσο και δύο χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ 2010, αγωνιζόμενος σε όλους τους αγώνες των τελικών φάσεων.

Οκτώ χρόνια μετά την επιτυχία του Euro 2004, στην αντίστοιχη διοργάνωση του 2012, ο έμπειρος, πλέον, Γιώργος Καραγκούνης αποτέλεσε τον φυσικό αρχηγό του ελληνικού αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος και στον κρισιμότερο αγώνα της φάσης των ομίλων με τη Ρωσία, πέτυχε το μοναδικό τέρμα της αναμέτρησης, δίνοντας τη νίκη - πρόκριση στην Ελλάδα για την προημιτελική φάση του θεσμού.

Υπήρξε μέλος της αποστολής που συμμετείχε στο Μουντιάλ του 2014 στη Βραζιλία,[4] αγωνιζόμενος και τις τέσσερις φορές, ενώ είχε ήδη κάνει γνωστό πως με την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων της Ελλάδας στη διοργάνωση θα αποσυρθεί από την εθνική ομάδα, έπειτα από 15 χρόνια συνεχούς παρουσίας, στη διάρκεια των οποίων κατέρριψε το ρεκόρ περισσότερων συμμετοχών που κατείχε ο Θοδωρής Ζαγοράκης (με 120), φθάνοντας συνολικά τις 139.

Το 1997 κατέκτησε με την Εθνική Ενόπλων το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου Ενόπλων 1997, ενώ το καλοκαίρι του 1998 ήταν ο αρχηγός της Εθνικής Ελπίδων που τερμάτισε στη 2η θέση στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα (ήττα με 0-1 στον τελικό από την Ισπανία).

Τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα (1): 2004
Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου Ενόπλων (1): 1997
Πρωτάθλημα Ελλάδας (2): 1996, 2010
Κύπελλο Ελλάδας (1): 2010
Κύπελλο Ιταλίας (1): 2005

Μετέπειτα σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2014 ανακοινώθηκε από την Ε.Π.Ο. η σύναψη διετούς συμβολαίου με τον Γιώργο Καραγκούνη, ο οποίος θα αναλάβει πόστο στις εθνικές ομάδες, χωρίς να καθοριστούν οι ακριβείς αρμοδιότητές του, κάτι που θα αποφασιστεί μετά τη συνάντηση που θα έχει με τον ομοσπονδιακό προπονητή Κλαούντιο Ρανιέρι.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές - Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα