Εθνική ταυτότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον γενικό όρο εθνική ταυτότητα προσδιορίζεται ένα σύνολο στοιχείων τα οποία προσδίδουν συγκεκριμένη εθνική υπόσταση σε άτομο, άτομα ή ομάδες ατόμων. Αποτελεί τον όρο μέσω του οποίου ομάδες ή άτομα αυτοπροσδιορίζονται εθνικά. Παράγωγο στοιχείο της εθνικής ταυτότητας είναι η χρήση της για τον αυτοπροσδιορισμό ή αναπροσδιορισμό του ατόμου ή κάποιας ομάδας ατόμων. Οι εθνικές ταυτότητες, όπως και κάθε ταυτότητα, δεν αποτελούν σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία. Πρόκειται για νοητικές κατασκευές που διαμορφώνονται σταδιακά σύμφωνα με τις εκάστοτε κοινωνικές, πολιτικές και ιστορικές συνθήκες[1].

Ο εθνικισμός είναι μία σύγχρονη σχετικά ιδεολογία που νομιμοποιεί την πολιτική πράξη με πολιτισμικά επιχειρήματα, τα οποία αντλεί από το παρελθόν[2]. Αυτό επιτεύχθηκε, κατά μεγάλο μέρος, μέσω της οριοθέτησης και τυποποίησης μιας ιδιαίτερης εθνικής παράδοσης, η οποία θα χρησιμοποιείτο ως αποκλειστικό, συμβολικό και παγιωμένο ιδεολογικό υπόβαθρο. Η συμβολική και ιδεολογική αυτή χρήση του παρελθόντος, που εμφανίζεται έντονα στο πλαίσιο της εμφάνισης των νέων κρατών, έχει τη μορφή του μύθου μίας κοινής καταγωγής και σύνδεσης με μία αρχική ταυτότητα και αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό του εθνικού κράτους καθώς ενισχύει και διαμορφώνει μία κοινή συνείδηση[3].

Εθνικά κράτη και εθνική ταυτότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει προταθεί ότι η δημιουργία των εθνικών κρατών κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας εθνών που κινδύνευαν να χαθούν, στα πλαίσια των μέχρι τότε πολυεθνικών αυτοκρατορικών συστημάτων, (βλ. αυτοκρατορία του Ναπολέοντα και Οθωμανική αυτοκρατορία)[4], καθώς και την ανάγκη για τη δημιουργία νέων γεωπολιτικών ορίων, (ανεξάρτητων δηλαδή εθνικών κρατών), μέσα από τις αρχές της αυτοδιάθεσης και της εθνικής συνείδησης που διακήρυξε η Γαλλική επανάσταση[5]. Μία μορφή εθνικισμού που προέκυψε από τις παραπάνω αρχές είναι ο κρατικός και πολιτισμικός εθνικισμός. Αυτός ο εθνικισμός εξέφραζε την ανάγκη για διατήρηση της εθνικής ιστορικής μνήμης, τη διάδοση και συντήρηση του πολιτισμού μιας εθνικής κοινότητας, με κοινή ταυτότητα, γλώσσα και κουλτούρα[6]. Δηλαδή, τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά προηγούνται της δημιουργίας του έθνους, ενώ τα κοινά αυτά χαρακτηριστικά καθορίζουν το «έθνος» ανεξάρτητα από τη θέληση μεμονωμένων ατόμων, στη βάση των κοινών γνωρισμάτων[7].

Η διαδικασία διαμόρφωσης όμως αυτού του εθνικισμού, σχετίζεται άμεσα και με τη διαδικασία του κοινωνικού εκσυγχρονισμού μέσα από την παρέλευση των παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης. Το έθνος όφειλε πλέον να είναι ανεξάρτητο, ώστε να προστατεύει την ιστορική ιδιαιτερότητα του πολιτισμού του, και ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό ήταν η εθνικοποίηση του παρελθόντος, ώστε να τεθεί στην υπηρεσία της πολιτικής που υπαγορεύεται από τον διαχωρισμό των εθνικών πολιτισμών[8].

Έτσι γίνεται εμφανής και απαραίτητη η ανάγκη για την ύπαρξη μίας εθνικής ταυτότητας, που διαμορφώνεται με στόχο τη διαχείριση και αναπαραγωγή εθνικών συμβόλων, τη διατήρηση πολιτισμικών χαρακτηριστικών, (όπως παιδεία, τέχνη και γλώσσα) καθώς και προτύπων συμπεριφοράς (ήθη, συνήθειες), τη θρησκεία και τις παραδόσεις, και εντέλει τον προσδιορισμό του περιεχομένου της εθνικής πολιτικής[9].

Ζητήματα νομιμοποίησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διαδικασία της εθνογένεσης και της συγκρότησης εθνικών κρατών πολλές διάλεκτοι χάθηκαν, μικρές εθνότητες καταπιέστηκαν και αφομοιώθηκαν σε ευρύτερες εθνικές ομάδες ή εκτοπίστηκαν στα πλαίσια μιας εθνοκάθαρσης, ενώ οι μικροί λαοί κατά κανόνα επιβίωσαν αποδεχόμενοι την υποτέλειά τους σε μια ευρύτερη πολιτειακή ενότητα, όπως οι μεγάλες αυτοκρατορίες. Άλλα έθνη πάλι διαμορφώθηκαν εκ του μηδενός, όντας κατακερματισμένα σε πολυεθνικές ομάδες[10].

Θα μπορούσαμε με αφορμή τα πιο πάνω παραδείγματα να ισχυριστούμε πως τέτοιου είδους εθνικές κατασκευές δεν προάγουν την ενότητα, ενώ παράλληλα δε δίνουν τη δυνατότητα για τη διαιώνιση πολυπολιτισμικών χαρακτηριστικών.

Η συγκρότηση όμως εθνικών συνειδήσεων αντανακλά συγκεκριμένες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες της νεότερης εποχής, όπως τη δημιουργία συγκεντρωτικών, γραφειοκρατικών κρατών και την εδραίωση μίας καπιταλιστικής και φιλελεύθερης οικονομίας και αστικοποίησης[11]. Η ανάπτυξη δε, των εθνών δια μέσου του εθνικισμού εξυπηρέτησε και την ανάγκη ύπαρξης οργανωμένων κοινωνιών. Η εγγράμματη κοινωνία, στην οποία οι γνώσεις, οι πληροφορίες και οι ιδέες διαδίδονται πιο εύκολα και μαζικά, χάρη στην ανάπτυξη των συγκοινωνιών και των τηλεπικοινωνιών, η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής βασικής εκπαίδευσης και της υποχρεωτικής στράτευσης, η τεράστια διάδοση των εφημερίδων και των βιβλίων, καθώς και της ανώτατης εκπαίδευσης, δε θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς τη συγκρότηση κοινής εθνικής και πολιτισμικής συνείδησης. Η συγκρότηση των ταυτοτήτων αυτών ήταν το μέσο για την συγκρότηση εθνικών κρατών και αντανακλά την ανάγκη συγκεκριμένων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών χαρακτηριστικών.

Παρόλο που η προσπάθεια για ομοιομορφία και ομοιογένεια των διαφορετικών πολιτισμικών στοιχείων των εθνικών κρατών, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, δεν είναι μία κατασκευή που εξυπηρετεί τις εδαφικές σκοπιμότητες, αφού ο εθνικισμός ως ιδεολογία του εθνικού κράτους που αποβλέπει στην πολιτισμική ομοιογένεια και ενότητα, διαφέρει ριζικά από τις εθνοτικές διεκδικήσεις[12], είναι όμως μία κατασκευή που δύναται να διαμορφωθεί και να χρησιμοποιηθεί από άτομα και φορείς για να εξυπηρετήσει θεσμούς και συμφέροντα για τη νομιμοποίηση της σύγχρονης αστικής κοινωνίας[3] και προφανώς να χρησιμοποιηθεί ως μέσον εδαφικού επεκτατισμού, εν ονόματι της πολιτισμικής ομοιογένειας ή ως ιδεολογικό θεμέλιο εθνοκαθάρσεων.

Συμπεράσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάθε άνθρωπος μπορεί να συμμετέχει ταυτόχρονα σε πολλά και διαφορετικά κοινωνικά σύνολα, όπως είναι η οικογένεια, η φυλή, η θρησκεία, μια πολιτική παράταξη κλπ. Η κατασκευή της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αποτέλεσμα αυθόρμητης πράξης, αλλά συνειδητής επιλογής που οφείλεται στην προσπάθεια νομιμοποίησης και διαφοροποίησης έναντι των «άλλων»[13]. Η βάση, επάνω στην οποία οικοδομείται αυτή η πολιτισμική ταυτότητα, είναι η ύπαρξη μιας κοινής και μακρόχρονης παράδοσης. Μέσω αυτής εκφράζεται, επιβεβαιώνεται και εν μέρει συγκροτείται η συλλογική ταυτότητα ενός λαού[14]. Παράλληλα η ιδιότητα του πολίτη και οι πολιτικές ελευθερίες αποτελούν σημαντικά στοιχεία της εθνικής ταυτότητας, αλλά σπάνια βρίσκουν την έκφρασή τους στην περίπτωση των εθνικών μειονοτήτων.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βερεμής Θ., Κιτρομηλίδης, Π. κ.α. 1997, Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στην νεότερη Ελλάδα, ΜΙΕΤ, Αθήνα.
  • Berstein, S. - Milza. P. 1999, Ιστορία της Ευρώπης: από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη 5ος-18ος αιώνας, τ. Β', Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
  • Davies Norman 1997, Europe: A History, Pimlico, Αγγλία, Λονδίνο.
  • Ιντζεσίλογλου Ν. 1999, «Περί κατασκευής συλλογικών ταυτοτήτων. Το παράδειγμα της εθνικής ταυτότητας», στο Κωνσταντόπουλος Χ., Μαράντου-Αλιφάντη, Λ, Γερμανός, Δ., κ.α., Εμείς και οι «Άλλοι»: Αναφορές στις τάσεις και τα σύμβολα, Τυπωθήτω, Αθήνα.
  • Κολιόπουλος, Ι. Σ. 2001, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945, Βάνιας, Θεσσαλονίκη.
  • Λέκκας, Π. 2001, Το παιχνίδι με τον χρόνο: εθνικισμός και νεωτερικότητα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
  • Μαράτου-Αλιφάντη Λ., Γαληνού Π. 1999, «Πολιτισμικές ταυτότητες: από το τοπικό στο παγκόσμιο;» στο Κωνσταντόπουλος, Χ., Μαράντου-Αλιφάντη, Λ, Γερμανός, Δ., κ.α., Εμείς και οι «Άλλοι»: Αναφορές στις τάσεις και τα σύμβολα, Τυπωθήτω, Αθήνα.
  • Πασχαλίδης Γ. 1999, «Η πολιτισμική ταυτότητα ως δικαίωμα και ως απειλή. Η διαλεκτική της ταυτότητας και η αμφιθυμία της κριτικής», στο Κωνσταντόπουλος Χ., Μαράντου-Αλιφάντη, Λ, Γερμανός, Δ., κ.α., Εμείς και οι «Άλλοι»: Αναφορές στις τάσεις και τα σύμβολα, Τυπωθήτω, Αθήνα.
  • Ράπτης Κ. 2000, Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και 20ο αιώνα'
  • Τσουκαλάς Κ. 1983, «Παράδοση και εκσυγχρονισμός: μερικά γενικότερα ερωτήματα», στο Τσαούσης, Δ. Γ., (επιμ.), Ελληνισμός και ελληνικότητα, Εστία, Αθήνα 42.
  • Αγγελόπουλος, Γ., «Εθνοτικές ομάδες και ταυτότητες. Οι όροι, η εξέλιξη της σημασίας και του περιεχομένου τους», Σύγχρονα Θέματα, τ/χ. 63, (1997), σελ. 18–25,

Σημειώσεις παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μαράτου-Αλιφάντη Λ., Γαληνού Π. 1999, 110.
  2. Λέκκας, Π. 2001, 207.
  3. 3,0 3,1 Τσουκαλάς Κ. 1983, 42.
  4. Ράπτης Κ. 2000, 72.
  5. Βλ. Davies Norman 1997, 812, επίσης Berstein S. - Milza. P. 1999, 30.
  6. Berstein S. - Milza. P. 1999, 31.
  7. Ράπτης Κ. 2000, 73.
  8. Κολιόπουλος, Ι. Σ. 2001, 15.
  9. Λέκκας Π. 2001, 207-208.
  10. Μόνο το 2,5% των κατοίκων της Ιταλικής Χερσονήσου υπολογίζεται ότι μιλούσε την ιταλική διάλεκτο που καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα της Ιταλίας, το 1860. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση του Κοινοβουλίου ο βουλευτής Μάσιμο ντ' Αζέλιο σχολίασε: [...]Φτιάξαμε την Ιταλία, τώρα πρέπει να φτιάξουμε και τους Ιταλούς[...]»”Βλ.: Ράπτης Κ. 2000, 75.
  11. Ράπτης, Κ. 2000, 73.
  12. Βερεμής Θ., Κιτρομηλίδης, Π. κ.α. 1997, 16-17.
  13. Πασχαλίδης Γ. 1999, 80.
  14. Ιντζεσίλογλου Ν. 1999, 179.

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δες επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]