Βιομηχανική επανάσταση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η ατμομηχανή του Βατ, που έπαιξε βασικό ρόλο στη Βιομηχανική Επανάσταση.

Ιστορία του κόσμου
Herodot und Thukydides.jpg
Προϊστορία
Παλαιολιθική (2.5 εκ. - 10000 π.Χ.)
Μεσολιθική (10000 - 3000 π.Χ.)
Νεολιθική (3000 - 2000 π.Χ.)
Χαλκολιθική (3500 - 1500 π.Χ.)
Εποχή του Χαλκού (2000 - 1000 π.Χ.)
Εποχή του Σιδήρου (1600 - 600 π.Χ.)
Αρχαία Ιστορία
Αρχαϊκή (10ος - 7ος αιώνας π.Χ.)
Κλασική (7ος - 4ος αιώνας π.Χ.)
Ύστερη (3ος αι. π.Χ. - 5ος αι. μ.Χ.)
Μεσαίωνας
Πρώιμος (6ος - 10ος αιώνας)
Ύστερος (11ος - 15ος αιώνας)
Νεότερη Ιστορία
Αναγέννηση (14ος - 16ος αιώνας.)
Διαφωτισμός (17ος - 18ος αιώνας)
Βιομηχανική επανάσταση (19ος αιώνας)
Αποικιοκρατία (15ος - 20ος αιώνας)
Σύγχρονη Ιστορία
20ος αιώνας
21ος αιώνας

Η Bιομηχανική Επανάσταση ήταν μια ιστορική περίοδος και ένα ιδιαίτερα σύνθετο σύστημα ραγδαίων μεταβολών και ανακατατάξεων - τεχνικών, οικονομικών, κοινωνικών και πνευματικών - οι οποίες οδήγησαν για πρώτη φορά στην εμφάνιση της "εκβιομηχανισμένης" (industrialized) κοινωνίας στη Μεγάλη Βρετανία μεταξύ των ετών 1760 - 1860. Την αλλαγή αυτή ακολούθησαν ανάλογες, αλλά όχι και ταυτόσημες βιομηχανικές επαναστάσεις και στις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες που από την αγροτική κυρίως μορφή τους επέφεραν την εκβιομηχάνισή τους. Ιδιαίτερα επηρεάστηκε η Γαλλία και αργότερα οι ΗΠΑ σε σχέση με το τρόπο λειτουργίας και ανάπτυξης της οικονομίας και της δομής της κοινωνίας. Οι ιδέες του διαφωτισμού που κυριαρχούσαν την εποχή αυτή, ήρθαν να ντύσουν με το πνευματικό μανδύα το σύνολο των μεταρρυθμίσεων και στον ιδεολογικό μεταρρυθμιστικό χάρτη.

Πολλοί ιστορικοί της οικονομίας ερίζουν ως προς το παραπάνω χρονικό προσδιορισμό όπως και προς τον χαρακτήρα, τον ρυθμό και την έκταση τόσο επί της βρετανικής όσο και επί των μεταγενέστερων βιομηχανικών επαναστάσεων, λόγω ακριβώς της πολυπλοκότητας των φαινομένων αυτών, κατά τους παραπάνω μεταβληθέντες τομείς, που εμποδίζει έτσι μια ενιαία ακρίβεια του ορισμού.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της Βιομηχανικής Επανάστασης ήταν:

  • H εκτεταμένη χρήση νέων τεχνικών μέσων που περιόριζαν τη χειρωνακτική εργασία, αυξάνοντας την παραγωγή και μειώνοντας το κόστος των προϊόντων.
  • H αξιοποίηση νέων μορφών ενέργειας.
  • H εφαρμογή καινοτομιών στη μεταλλουργία.
  • H ανάδειξη του εργοστασίου ως του βασικού τόπου παραγωγής, όπου συγκεντρώθηκε η πλειοψηφία των εργατών.
  • Oι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.

Όρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος "Βιομηχανική Επανάσταση" εγκαινιάσθηκε πολύ αργότερα σε σχέση με την περίοδο που αυτή εκδηλώθηκε. Πρωτοαναφέρθηκε σχεδόν στα μέσα του 19ου αιώνα και μάλιστα σαν ένα μέσον σύγκρισης μεταξύ του γαλλικού ταξικού εμφυλίου πολέμου που ονομάστηκε Γαλλική επανάσταση και των εντυπωσιακών οικονομικών και τεχνικών μεταβολών που συνέβαιναν την ίδια εποχή στη Μεγάλη Βρετανία. Ειδικότερα ο όρος πέρασε σε ακαδημαϊκή χρήση αμέσως μετά τη δημοσίευση των σχετικών διαλέξεων του A. Toybee,[1] το 1884, όπου πολύ γρήγορα και καθιερώθηκε ως ιδιαίτερα επιτυχής σε λαϊκή χρήση.[2]

Ιστορική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βιομηχανική επανάσταση ήταν μια ιστορική περίοδος και διαδικασία με βαθύ και διαρκή μετασχηματισμό των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, και των συνθηκών εργασίας, που ξεκίνησε στο δεύτερο μισό του 18ου Αιώνα και ενισχύθηκε στο 19ο Αιώνα, αρχικά στην Βρετανία και, στη συνέχεια, στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης. Ο North υποστηρίζει ότι σημαντικότατο ρόλο για την ανάπτυξη των αγορών, είχε ο σωστότερος καθορισμός και επιβολή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων σε αγαθά και υπηρεσίες μέσα από περιορισμούς που ενθάρρυναν την παραγωγικότητα.[3]

Η ταχεία ανάπτυξη των πόλεων είχε τονώσει τη γεωργία αρκετά νωρίς. Πριν από τη βιομηχανική επανάσταση είχε ήδη προηγηθεί μια περίοδος μικρών τεχνικών βελτιώσεων στην αγροτική παραγωγή που έτσι μπόρεσε να ανταποκριθεί στην ταχεία πληθυσμιακή ανάπτυξη. Η πραγματικά μεγάλη αύξηση της παραγωγής συνέβη περισσότερο με κοινωνικούς και όχι τεχνολογικούς μετασχηματισμούς. Οι νόμοι των περιφράξεων κατάργησαν την καλλιέργεια των κοινοτικών ανοιχτών αγρών και εξαφανίστηκε η γεωργία των μικροκαλλιεργητών.

Παράλληλα, η ανάπτυξη αγροτικής παραγωγής υψηλής απόδοσης στα τέλη του 18ου αιώνα δημιούργησε τις προϋποθέσεις για εμφάνιση οικοτεχνικών δικτύων που μπορούσαν να τροφοδοτήσουν τις αναπτυσσόμενες βιομηχανίες με προϊόντα αλλά και ένα σχετικά εκπαιδευμένο πρώην αγροτικό και νυν εργατικό δυναμικό.

Ο τρόπος βιομηχανικής ανάπτυξης τον 18ο αιώνα, την πρώτη περίοδο εκβιομηχάνισης, ήταν η επέκταση της οικοτεχνίας. Η εκμηχάνιση της βρετανικής κλωστοϋφαντουργίας αποτέλεσε την ενσάρκωση της προόδου στην παραγωγή και τις τεχνικές μεθόδους που έγιναν στην αρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Τα λεγόμενα εργοστάσια, μέχρι τη δεκαετία του 1860 ήταν σχεδόν αποκλειστικά κλωστοϋφαντουργικά και κυρίως εργοστάσια επεξεργασίας βαμβακιού.[4] Η ανάπτυξη αυτής της βιομηχανίας ήταν σταδιακή με ορισμένα στάδια της παραγωγής να παραμένουν στην οικοτεχνία.. Στα κρίσιμα στάδια της επεξεργασίας βαμβακιού, όπως η κλώση, υπήρχε έλλειψη αποδοτικών και φθηνών χεριών, κάτι που προώθησε την αυτοματοποίηση.[5] Μετά από αυτό, πλήθος υφαντών ύφαιναν στο σπίτι σε χειροκίνητους αργαλειούς, απορροφώντας τα προϊόντα των μηχανοποιημένων κλωστηρίων.

Η ζήτηση για το βαμβάκι και η ανάπτυξη της αγγλικής υφαντουργικής βιομηχανίας ευθύνεται για μεγάλο μέρος της οικονομικής ανάπτυξης της Βρετανίας ως το 1830. Ήταν τόσο σημαντική για το εξωτερικό εμπόριο που επηρέαζε την κίνηση ολόκληρης της οικονομίας.[6] Επίσης δημιούργησε μια κοινωνική κατάσταση που στηριζόταν σε ένα νέο τρόπο παραγωγής. Υπό την κυριαρχία αυτού του τρόπου παραγωγής οι καπιταλιστές αγόρασαν μηχανήματα και προσέλαβαν εργάτες για να τα λειτουργήσουν, ενώ ένας καινούργιος πληθυσμός εργατών, υποταγμένων στην πειθαρχία της εργοστασιακής εργασίας, εργαζόταν έμμισθα. Ο έλεγχος των μέ­σων παραγωγής έδωσε τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να συσσωρεύσει μηχανές και εργατικό δυναμικό, όπως χρειαζόταν, και να τα εντάξει στην υπηρεσία της επαυξημένης κερδοφορίας

Στον τομέα παραγωγής υφάσματος ο εμπορικός πλούτος μετασχηματιζόταν σε κεφάλαιο αφενός μέσω της αγοράς μηχανημάτων και πρώτων υλών και αφετέρου της αγοράς εργατικής δύναμης που έθετε σε κίνηση τις μηχανές. Με την εκμετάλλευση εργατικού δυναμικού το κεφάλαιο ανέλαβε τον έλεγχο της κοινωνικής εργασίας και δημιούργησε μια τάξη εργατών που εξαρτιόνταν αποκλειστικά από το ημερομίσθιο.

Οι βιομήχανοι είχαν στη διάθεση τους ένα απόθεμα άνεργων ερ­γατών το οποίο είχε δημιουργηθεί ιστορικά από την περίφραξη και τη μαζική εκκένωση της γης, καθώς και από το αναπτυσσόμενο μέγεθος των αγροτικών οικογενειών που εργάζονταν στο σύστημα «φασόν». Η χρήση μηχανών αύξησε την παραγωγικότητα της εργασίας, μειώνοντας το κόστος ανά μονάδα παραγωγής. Άλλωστε η εργασία ήταν φθηνή αφού οι εργαζόμενοι ήταν στην πλειοψηφία τους γυναίκες και παιδιά. Η  μεγαλύτερη δαπάνη παραγωγής που παλιότερα ήταν το κόστος της πρώτης ύλης, είχε μειωθεί σημαντικά με την επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας στις ΗΠΑ και την εφεύρεση της εκκοκκιστικής μηχανής το 1793.[7]

Η βιομηχανική επανάσταση και ο ανταγωνισμός οδήγησαν σε μια συνεχόμενη και σημαντική πτώση της τιμής των προϊόντων αλλά όχι και πτώση των εξόδων παραγωγής.[8] Η μείωση των περιθωρίων κέρδους έπρεπε να αναχαιτιστεί, κάτι που μπορούσε να γίνει μόνο με τον περιορισμό των δαπανών. Το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών πλέον ήταν τα ημερομίσθια που ήταν το τριπλάσιο του κόστους των πρώτων υλών.[9]

Η βιομηχανία πιέστηκε πολύ από την μείωση περιθωρίων κέρδους, ώστε έπρεπε να προχωρήσει σε μείωση δαπανών σε εργατικά χέρια, οργάνωση και επέκταση της παραγωγής και των πωλήσεων.  Οι αποδοχές των εργατών μειώνονταν σταθερά από το 1815 και μετά, μέχρι το απαραίτητο κατώτερο όριο ώστε να μη λιμοκτονήσουν οι εργάτες, κάτι που μείωσε το μισθό των υφαντών με χειροκίνητο αργαλειό. Αυτή η μείωση μισθών καθυστέρησε κάπως την υιοθέτηση του μηχανοκινήτου αργαλειού. Ο αυτοματισμός που εισήχθη αργότερα στην παραγωγή δεν ήταν σημαντικές τεχνολογικές καινοτομίες αλλά γενίκευση χρήσης των υπαρχόντων μηχανημάτων (ή ελαφρές βελτιώσεις τους).[10]

Τα πρώιμα εργοστάσια υφασμάτων αντιμετώπιζαν μια απροθυμία από την εργατική τάξη να απασχοληθεί σε εργοστάσια. Οι αντιδράσεις προέρχονταν από τις απαιτήσεις για αδιάκοπη εργασία με εντατικούς ρυθμούς και αυστηρή πειθαρχία που ήταν σε αντίθεση με προηγούμενες συνήθειες εργασίας στο σπίτι. Πολλά πρώιμα εργοστάσια στελεχώθηκαν από τροφίμους ορφανοτροφείων χωρίς τη θέλησή τους. Οι πρώην χειροτέχνες και οικοτέχνες θεωρούσαν ότι ήταν κοινωνικά μειωτική η μετατροπή τους από οικιακούς παραγωγούς σε υποταγμένους βιομηχανικούς εργάτες. Οι επιχειρηματίες προσπαθώντας να εξασφαλίσουν πειθαρχημένο και φθηνό εργατικό δυναμικό στράφηκαν σε νέες εργατικές δυνάμεις. Το καινούργιο εργατικό δυναμικό που επάνδρωνε τους μηχανοκίνητους αργαλειούς αποτελούνταν πλέον κυρίως από γυναίκες και παιδιά.

Οι καινούργιες βιομηχανίες απαιτούσαν όχι απλώς εργατικά χέρια και μηχανήματα, αλλά και πρώτες ύλες και έτσι εκτεταμένες περιοχές του κόσμου αναδιοργανώθηκαν για να μπορέσουν να προμηθεύσουν τα νέα εργοστάσια. Αυτές οι προσπάθειες δημιούργησαν νέα καθεστώτα ερ­γασίας ή ενέτειναν σε αξιοσημείωτο βαθμό τη ζήτηση σε εργατικά χέ­ρια στα ήδη υπάρχοντα εργασιακά συστήματα.

Η παραγωγή βαμβακερών υφασμάτων έγινε η σημαντικότερη βιομηχανία φορέας της Βιομηχανικής Επανάστασης. Μετά τους Ναπολεόντειους Πόλεμους το μισό της αξίας όλων των βρετανικών εξαγωγών αποτελούνταν από προϊόντα βαμβακιού και το 20% των εισαγωγών ήταν ακατέργαστο βαμβάκι. Όπως σημειώνει ο Hobsbawm, είναι σχεδόν βέβαιο ότι συνεισέφερε στη συσσώρευση κεφαλαίου περισσότερο από όσο οι άλλες βιομηχανίες.

Κύρια χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κύρια χαρακτηριστικά της Βιομηχανικής Επανάστασης ήταν:

  1. H εκτεταμένη χρήση νέων τεχνικών μέσων που περιόριζαν τη χειρωνακτική εργασία, αυξάνοντας την παραγωγή και μειώνοντας το κόστος των προϊόντων,
  2. H αξιοποίηση νέων μορφών ενέργειας,
  3. H εφαρμογή καινοτομιών στη μεταλλουργία,
  4. H ανάδειξη του εργοστασίου ως του βασικού τόπου παραγωγής, όπου συγκεντρώθηκε η πλειοψηφία των εργατών και τέλος
  5. Oι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.

Το νεότευκτο οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού οδήγησε αρχικά, από τη μία πλευρά τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής σε οικονομική ανάπτυξη και πλουτισμό και από την άλλη μετέτρεψε τους εργαζόμενους σε θύματα εκμετάλλευσης και οικονομικής εξαθλίωσης. Το κράτος τήρησε αρχικά ουδέτερη στάση σ' αυτή τη σύγκρουση συμφερόντων, στη συνέχεια όμως, μέσα από κοινωνικές ανακατατάξεις και μετά τις επαναστατικές εκρήξεις και τη σταδιακή άνοδο των σοσιαλιστικών κινημάτων, υιοθέτησε ένα παρεμβατικό ρόλο αναδιανομής του πλούτου (Κεϋνσιανή ρύθμιση). Η Τεχνική δεν ήταν προφανώς η μοναδική συνιστώσα που ώθησε στη Βιομηχανική Επανάσταση, έπαιξε όμως αποφασιστικό ρόλο με τον εκμηχανισμό των παραγωγικών διαδικασιών, την αυξανόμενη αξιοποίηση των πορισμάτων της επιστήμης και τη χρήση όλο και περισσότερων υλικών, μορφών ενέργειας και πληροφοριών. Η δεσπόζουσα θέση της Τεχνικής στην οικονομία άρχισε να απαιτεί μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων με εξειδικευμένες γνώσεις, με αποτέλεσμα να ιδρυθούν στο 19ο αιώνα τεχνικές και πολυτεχνικές σχολές κάθε κατευθύνσεως και επιπέδου. Αυτή η βελτίωση της κατάρτισης είχε ως αποτέλεσμα, πέρα από την άνοδο του γενικότερου μορφωτικού επιπέδου της κοινωνίας, νέες τεχνικές βελτιώσεις, επινοήσεις και εφευρέσεις[11].

Τεχνικές καινοτομίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κορυφαίο επίτευγμα της Βιομηχανικής Επανάστασης θεωρείται η εφεύρεση της ατμομηχανής στη Μεγάλη Βρετανία, οι εφαρμογές της οποίας επεκτάθηκαν σε διάφορους τομείς της οικονομίας, και ο σιδηρόδρομος. Το πρώτο τρένο κυκλοφόρησε το 1830 στη Μεγάλη Βρετανία, ενώ τα επόμενα χρόνια σιδηροδρομικό δίκτυο άρχισε να κατασκευάζεται στη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και άλλα κράτη. Ουσιαστικά ο σιδηρόδρομος έφερε την επανάσταση στις μεταφορές. Αντίστοιχα στις θαλάσσιες μεταφορές την επανάσταση έφερε η χρήση ατμόπλοιου που έκανε τις μεταφορές ασφαλείς και γρήγορες. Άλλα περίφημα επιτεύγματα ήταν η μηχανή εσωτερικής καύσης, η παραγωγή ηλεκτρισμού και ο τηλέγραφος με τον οποίο χρησιμοποιείται ηλεκτρισμός για να μεταδοθεί μέσα από καλώδια ένα μήνυμα φτιαγμένο από σήματα.

Την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης έγιναν πολλές καινοτομίες που βοήθησαν στην ανάπτυξη κάποιων τεχνών και στην επίτευξη κάποιων κατασκευών. Μερικές καινοτομίες ήταν η εκτεταμένη χρήση των νέων τεχνικών μέσων όπως ο σιδηρόδρομος , το ατμόπλοιο , το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο, επίσης η εφαρμογή καινοτομιών στην μεταλλουργία και υφαντουργία ήταν πολύ σημαντική.

Μετά το 1880 έγιναν νέοι βιομηχανική κλάδοι που συνδέονταν με την επιστημονική έρευνα. Η χημεία πέρασε από τον χώρο του εργαστηρίου στην μαζική παραγωγή. Επαναστατικές επιστημονικές ανακαλύψεις γέννησαν την οργανική χημεία και επέτρεψαν την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων συνθετικών βαφών, λιπασμάτων, πλαστικών υλών και εκρηκτικών (δυναμίτιδα).

Χάρη στη χημεία αναπτύχθηκαν, ακόμη, οι βιομηχανίες φαρμάκων, ψυγείων, φωτογραφικών και κινηματογραφικών ειδών. Πρωτοπόρος αναδείχθηκε η Γερμανία. Παράλληλα, ο ηλεκτρισμός αποτέλεσε, ίσως, την κυριότερη καινοτομία του δεύτερου μισού του 19 αι., τόσο ως πηγή ενέργειας για τους ηλεκτρικούς κινητήρες όσο και ως μέσο φωτισμού.

Στο δεύτερο μισό του 19 αι., η εξέλιξη των κινητήρων και η ενσωμάτωση τους σε οχήματα είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία του αυτοκινήτου, αλλά και τον πειραματισμό στην δημιουργία ιπτάμενων μηχανών, των πρώτων αεροπλάνων. Τέλος άλλες καινοτομίες έγιναν στα μέσα μετάδοσης ήχου σε μεγάλες αποστάσεις (ηλεκτρικός τηλέγραφος, τηλέφωνο, ασύρματος τηλέγραφος) τα οποία έκαναν ευκολότερη την επικοινωνία.

Εκτός, όμως, από την Ευρώπη, ο αντίκτυπος της Bιομηχανικής Eπανάστασης έφτασε και στον υπόλοιπο κόσμο μέσω των εξερευνήσεων στις αποικίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Κοινωνικές επιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εργατική τάξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νέα κοινωνική ομάδα ήταν οι εργάτες και οι εργάτριες .Οι εργάτες που κατασκεύαζαν τα βιομηχανικά προϊόντα δεν είχαν τα χρήματα που χρειάζονταν για να τα αγοράσουνε .Οι εργάτες ζούσαν σε άσχημες συνθήκες και δεν είχαν σίγουρη και σταθερή δουλειά. Οι περισσότεροι από αυτούς ζούσαν σε μικρά δωμάτια στο κέντρο της πόλης. Οι κακές συνθήκες υγιεινής προκαλούσαν επιδημίες. Έτσι πολλοί άνθρωποι πέθαιναν από φυματίωση και χολέρα. Οι εργάτες ξεχώριζαν από τη δουλειά που έκαναν, από την ειδίκευση που είχαν ,από την καταγωγή τους ,από το φύλο και την ηλικία τους .Άλλοι έπαιρναν μεγαλύτερα μεροκάματα και άλλοι μικρότερα, άλλοι είχαν σταθερές δουλειές και άλλοι όχι. Οι πρώτες εργατικές οργανώσεις δημιουργηθήκαν στη Μεγάλη Βρετανία μετά το 1820.Στη συνέχεια δημιουργηθήκαν για κάθε επάγγελμα ξεχωριστά εργατικά συνδικάτα. Αρχικά δεν ήταν νόμιμα , γιατί οι εργοδότες και οι κυβερνήσεις αντιδρούσαν .Αργότερα όμως αναγκαστήκαν να τα αναγνωρίσουν .Μετά οι εργάτες έκαναν απεργίες για να καλυτερεύσουν τις συνθήκες εργασίας τους και να έχουν περισσότερα δικαιώματα .Τα εργατικά στρωματά είχαν σημαντική συμμετοχή σε όλα τα επαναστατικά κινήματα που έγιναν στις ευρωπαϊκές χώρες το 1830 και το 1848. Μετά το 1840 οι κυβερνήσεις στα βιομηχανικά κράτη πήραν τα πρώτα μετρά για να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας .Τα πρώτα εργατικά νομοθετήματα περιόρισαν την γυναικεία και την παιδική εργασία πρώτες εργατικές ενώσεις προστάτευαν τα μέλη τους και τις οικογένειες τους από αρρώστιες, ατυχήματα, θανάτους κτλ., αλλά και από το νέο μεγάλο κίνημα: την ανεργία. Στη Γαλλία το 1841 ορίστηκε με νόμο το 8ωρο για τα παιδιά 8-12 χρονών, στην Μεγάλη Βρετανία το 1842 απαγορεύθηκε στις γυναίκες να κατεβαίνουν στα ορυχεία και το 1847 καθιερωθήκαν σε ορισμένους κλάδους της βιομηχανίας 10 ώρες δουλειά.

Παιδική εργασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους οι επιχειρηματίες στράφηκαν στα παιδιά ήταν ότι εφόσον αυτά μπορούσαν να εκτελέσουν συγκεκριμένες εργασίες, ήταν συμφέρουσα επιλογή τουλάχιστον οικονομικά, αφού κόστιζαν λιγότερο και πειθαρχούσαν ευκολότερα από τους ενήλικες. Οι αμοιβές των παιδιών στα εργοστάσια ήταν κάτω από το μισό και συνήθως το ένα τρίτο από τις αντίστοιχες των ενηλίκων εργατών.[12] Αν και η τεχνολογική πρόοδος ευνόησε τη μείωση της παιδικής εργασίας, αυτό συνέβη χρόνια αφότου η ίδια τεχνολογική πρόοδος, στα πρώτα στάδια εκβιομηχάνισης, ευνόησε την παιδική εργασιακή απασχόληση αφού μείωσε την ανάγκη για ειδικευμένα εργατικά χέρια.

Φυσικά το ζήτημα της παιδικής εργασίας είχε γίνει αντικείμενο δημόσια συζήτησης και ανησυχίας. Υπήρξε διαμάχη μεταξύ επιχειρηματιών και κράτους σχετικά με την επιβολή νόμων και ρυθμίσεων που θα απέτρεπαν ή περιόριζαν τη χρήση παιδιών στα εργοστάσια, με σθεναρή αντίδραση από την πλευρά των επιχειρηματιών με επιχείρημα τον ανταγωνισμό με τις ξένες βιομηχανίες. Νόμοι που περιόριζαν την παιδική εργασία τελικά εφαρμόστηκαν αρκετά αργά, μόνο όταν οι οικονομίες και η βιομηχανία δεν χρειάζονταν πλέον την παιδική εργασία για να αναπτυχθούν.[13]

Γυναικεία εργασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίστοιχα με τα παιδιά-εργάτες, το υπόλοιπο μεγάλο μέρος της πλειοψηφίας του εργατικού δυναμικού στα -υφαντουργικά κυρίως- εργοστάσια ήταν οι γυναίκες. Το 1820 το 75-80% των ενήλικων γυναικών στην Ευρώπη εργάζονταν στην βιομηχανία υφασμάτων.[14] Η γυναικεία εργασία βεβαίως θεωρούνταν κατώτερης ποιότητας από την ανδρική και δεν θεωρούνταν ειδικευμένη.

Οι χαμηλοί μισθοί των ανδρών αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για την συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Βεβαίως οι γυναίκες αμείβονταν πολύ λιγότερο, ωστόσο η αγροτική εργασία ήταν πλέον αβέβαιη και η οικοτεχνία έσβηνε. Με την είσοδο των γυναικών στην μισθωτή εργασία, τουλάχιστον ενίσχυαν το οικογενειακό εισόδημα. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των οικογενειών δεν έγινε από τους υψηλότερους μισθούς των ανδρών - αρχηγών των οικογενειών - αλλά από την εργασία των γυναικών και των παιδιών.[15]

Αστοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αστοί ήταν πλούσια άτομα (βιομήχανοι, μεγαλέμποροι, τραπεζίτες, ή μεγαλογιατροί) .Σε όποια Ευρωπαϊκά κράτη αναπτύχθηκε η βιομηχανία, οι αστοί γίνονταν πάντα η πιο ισχυρή κοινωνική ομάδα.Οι αστοί, ως οι πιο πλούσιοι, είχαν στα χέρια τους όλα τα μέσα παραγωγής, για παράδειγμα, βιομηχανικές μηχανές και χρήματα για να αγοράσουν νέες ύλες και για να έχουν εργάτες. Για τους Αστούς είχε μεγάλη σημασία η επιτυχία τους στην εργασία και η μόρφωσή τους. Κατά τον 19ο αιώνα, οι Αστοί προσπάθησαν να συμμετέχουν και αυτοί στην πολιτική εξουσία, επειδή υπήρχαν πιο φιλελεύθερα καθεστώτα. Γενικά ,δηλαδή, οι Αστοί ήταν πολύ πλούσιοι άνθρωποι οι οποίοι ζούσαν με πάρα πολλά χρήματα, και είχαν μεγαλύτερη εξουσία από κάθε άλλη κοινωνική τάξη τον 19ο αιώνα.

Βιομηχανικές πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις πρώτες βιομηχανικές πόλεις που δημιουργήθηκαν στις κορυφές λόφων υπήρχαν 30 με 40 εργοστάσια. Γύρω από τα εργοστάσια βρίσκονταν μικρά, φτωχικά εργατικά σπιτάκια, στα οποία οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στην αθλιότητα και το θάνατο.Τα σπιτάκια των εργατών ήταν μονώροφα, από σανίδια και με σπασμένα τζάμια. Στο καθένα στριμώχνονταν δέκα με δεκαπέντε άνθρωποι που δεν είχαν άλλη επιλογή. Γύρω από τα σπίτια των εργατών υψώνονταν τα εργοστάσια, ενώ πυκνά μαύρα σύννεφα υψώνονταν πάνω από την πόλη. Έτσι περιγράφει το Μάντστεστερ της Αγγλίας ο Γάλλος ιστορικός και διπλωμάτης Αλέξις ντε Τοκβίλ.

Οικονομικός φιλελευθερισμός, καπιταλισμός και σοσιαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νέος τρόπος οργάνωσης της οικονομίας ονομάστηκε οικονομία της ελεύθερης αγοράς ή κεφαλαιοκρατία ή καπιταλισμός. Ιδεολογική βάση αυτού του συστήματος υπήρξε ο οικονομικός φιλελευθερισμός. Σύμφωνα με αυτόν ,οι επιχειρηματίες είχαν το δικαίωμα να πράττουν ό,τι εκείνοι έκριναν αναγκαίο για να κερδίζουν. Στο σύστημα αυτό το ατομικό συμφέρον θεωρούνταν σημαντικότερο του κοινωνικού.

Η ανάγκη συγκέντρωσης τεράστιων κεφαλαίων για να ιδρυθούν μεγάλες βιομηχανίες οδήγησε στη δημιουργία εταιριών με τη συμμετοχή πολλών κεφαλαιούχων.Το κεφάλαιο αυτών των επιχειρήσεων εκφράζονταν σε μετοχές.Ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής στην εταιρεία ο κάθε κεφαλαιούχος είχε έναν αριθμό μετοχών. Την ίδια εποχή δημιουργήθηκαν μεγάλες τράπεζες που συγκέντρωναν κεφάλαια τα οποία δάνειζαν σε επιχειρηματίες με τόκο. Η ανάγκη μείωσης του κόστους παραγωγής προκάλεσε συγχωνεύσεις και οδήγησε στη δημιουργία ολιγοπωλίων και μονοπωλίων, δηλαδή τεράστιων επιχειρήσεων που κατόρθωναν να κυριαρχήσουν στην αγορά. Παράλληλα άρχισαν να ξεσπούν, οικονομικές κρίσεις όταν η αγορά αδυνατούσε να απορροφήσει την παραγωγή. Έτσι άρχισε να αμφισβητείται ο απόλυτος οικονομικός φιλελευθερισμός και να συζητείται η κρατική παρέμβαση στην οικονομία.

Οι πρώτες σοσιαλιστικές θεωρίες εμφανίστηκαν τον 19ο αιώνα με σκοπό την αντιμετώπιση των έντονων προβλημάτων, που αντιμετώπιζαν οι τότε κοινωνίες. Το κύριο προτέρημά τους ήταν το κοινωνικό συμφέρον και όχι το ατομικό. Γι' αυτό άλλωστε πήρε αυτή την ονομασία (αγγλική λέξη: social=κοινωνικός).

Το 1848 οι δύο γερμάνοι Καρλ Μαξ και Φρίντριχ Ένγκελς δημοσίευσαν το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο". Αργότερα ο πρώτος έφερε στην δημοσιότητα ένα τρίτομο έργο με τίτλο "Το Κεφάλαιο". Με αυτά τα δύο έργα εμφανίστηκαν οι απόψεις που υποστήριζαν ότι κύρια αιτία της κοινωνικής αδικίας ήταν το γεγονός ότι τα μέσα παραγωγής άνηκαν σε μικρό αριθμό αστών. Έτσι αναπτύχθηκε η ιδέα πως η εργατική τάξη θα έπρεπε να δημιουργήσει ένα πολιτικό κόμμα που θα ανέτρεπε τον καπιταλισμό και θα έπαιρνε στα χέρια του τα μέσα παραγωγής δημιουργώντας έτσι μια ταξική κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπων. Αυτές οι ιδέες έγιναν γνωστές ως μαρξισμός.

Συνδικαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι και πριν το 1830 η κατάσταση των συνθηκών εργασίας ήταν τραγικές και προκαλούσαν τον ξεσηκωμό των εργατών. Μετά το 1830 ξεκίνησαν μία μεγάλη προσπάθεια για την καθιέρωση κάποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η οκτάωρη εργασία. Το 1838 η αγγλική ένωση εργατών διατύπωσε πολιτικά αιτήματα μέσω της διακήρυξης ‘’Χάρτα του Λαού’’. Την 1 Μαΐου 1886 έγινε απεργία του Σικάγου με αίτημα την καθιέρωση της οκτάωρης εργασίας, η οποία δυστυχώς έληξε άδοξα με τον θάνατο πολλών διαδηλωτών. Από τότε αυτή η μέρα γιορτάζεται ως παγκόσμια ημέρα των εργατών. Στα τέλη του 19ου αιώνα επιτεύχθηκε ο περιορισμός των ωρών εργασίας σε δέκα, η δημιουργία των ταμείων ασφάλισης και η υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Πολιτική Οργάνωση των Εργατών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1864 ιδρύθηκε στο Λονδίνο η πρώτη Διεθνής Ένωση Εργατών, γνωστή και ως πρώτη Διεθνής που διαλύθηκε όμως το 1876 λόγω των διαφωνιών που είχαν οι σοσιαλιστές. Ωστόσο, το 1889 ιδρύθηκε στο Παρίσι η δεύτερη Διεθνής στην οποία συμμετείχαν εξ’ ολοκλήρου πολιτικά κόμματα τα οποία δέχονταν τον μαρξισμό. Όλα τα επόμενα χρόνια δημιουργήθηκαν σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα με άμεσο σκοπό τους να ανέλθουν στην κυβέρνηση μέσω εκλογών. Όμως υπήρχαν κάποιοι σοσιαλιστές που θεωρούσαν πως για να ανατραπεί ο καπιταλισμός θα πρέπει να επαναστατήσουν έτσι ώστε να εγκαθιδρυθεί ένα νέο σοσιαλιστικό καθεστώς. Τέτοιοι ήταν οι Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ στη Γερμανία και ο Λένιν στη Ρωσία.

Υποσημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. A. Toybee "Lectures on the Industrial Revolution in England" / London: Rivingtons, 1884
  2. Teich, M. (2008). Η Βιομηχανική επανάσταση και η κοινωνία στην Ευρώπη κατά το 19ο αιώνα. Πάτρα: ΕΑΠ. σελ. 80. 
  3. North 2000: 260
  4. Hobsbawm 1990: 61
  5. Hobsbawm 1990: 59
  6. Hobsbawm 1990: 62
  7. Hobsbawm 1990: 65
  8. Hobsbawm 1990: 66
  9. Hobsbawm 1990: 66
  10. Hobsbawm 1990: 67
  11. Στ. Γ. Φραγκόπουλου, «Ατμοκίνηση, Βιομηχανική Επανάσταση» στο Ιστορία της Τεχνολογίας.
  12. Παπαθανασίου 2008: 158
  13. Παπαθανασίου 2008: 159-162
  14. Χαντζαρούλα 2008: 188
  15. Χαντζαρούλα 2008: 188

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hobsbawm, Eric (1990). Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848. Αθήνα: ΜΙΕΤ. 
  • North, Douglass (2000). Δομή και μεταβολές στην οικονομική ιστορία. Αθήνα: Κριτική. ISBN 9602181753. 
  • Παπαθανασίου, Μ. (2008). «Παιδική εργασία στην Ευρώπη». Στο: Δρίτσα Μαργ.. Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης. Πάτρα: ΕΑΠ. 
  • Χαντζαρούλα, Π. (2008). «Γυναικεία εργασία, ταυτότητα και σχετική νομοθεσία στην Ευρώπη, 19ος αιώνας». Στο: Δρίτσα Μαργ.. Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης. Πάτρα: ΕΑΠ.