Κλασική αρχαιολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κράνος του Μιλτιάδη. Ένα από τα αρχαιολογικά ευρήματα στην αρχαία Ολυμπία απο τον καιρό της κλασικής εποχής.

H κλασική αρχαιολογία, διακριτός κλάδος της αρχαιολογίας, εστιάζεται στη μελέτη των υλικών υπολειμμάτων των πολιτισμών της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης. Στην ευρύτερη έννοιά της η κλασική αρχαιολογία αντλεί υλικό από ένα ευρύτερο χρονικό πλαίσιο, δηλαδή την περίοδο από την άνοδο του Μινωικού, Μυκηναϊκού και Κυκλαδικού πολιτισμού κατά τη δεύτερη 2η χιλιετία Π.Κ.Ε. έως τον εκχριστιανισμό της Ελλάδας. Για τον ρωμαϊκό πολιτισμό, αρχίζει με την ίδρυση της πόλης της Ρώμης και συνεχίζεται έως την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μερικοί από τους άλλους ιταλικούς πολιτισμούς, όπως οι Ετρούσκοι, συμπεριλαμβάνονται σήμερα στην κλασική αρχαιολογία σε αρκετά πρεογράμματα σπουδών και έρευνας. Η γεωγραφική εστίαση της κλασικής αρχαιολογίας είναι η Μεσόγειος και εκείνες οι επικράτειες της δυτικής Ευρώπης που ήταν τμήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στην αυστηρή έννοιά της η κλασική αρχαιολογία σχετίζεται με τη μελέτη των υλικών καταλοίπων του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, (Πλάντζος, 2002, 163)

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αιτίες που γέννησαν την κλασική αρχαιολογία ως επιστήμη κρύβονται στην Αναγέννηση και την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο. Οι ανθρωπιστές, ειδικά στην Ιταλία, άρχισαν συλλογές κλασικών έργων τέχνης και ξεκίνησαν οι ανασκαφές σε κλασικές αρχαιολογικές θέσεις. Ωστόσο, αυτή η πρώιμη αρχαιολογία συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη μελέτη των γραπτών κειμένων. Η συλλογή των αντικειμένων τέχνης, αρχικά από άτομα και αργότερα από μουσεία, και η έμφαση στη χρησιμοποίηση της αρχαιολογίας για για την ερμηνεία ελλήνων και λατίνων συγγραφέων έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της κλασικής αρχαιολογίας από τότε, (Μανακίδου, 2002, 20)

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επικεντρωθεί η έρευνα στην ανασκαφή περιοχών σημαντικών για τα λογοτεχνικά και ιστορικά τους συμφραζόμενα. Οι συστηματικές ανασκαφές στους Δελφούς, την Ολυμπία, και την αθηναϊκή αγορά απεικονίζουν αυτήν την εστίαση. Οι πρώτες ανασκαφές σε θέσεις όπως η Αλικαρνασσός και η Πέργαμος στόχευαν κυρίως στη συλλογή κλασικών έργων τέχνης, ειδικά γλυπτών, που θα μπορούσαν να σταλούν στα ευρωπαϊκά μουσεία. Με τη διαμόρφωση νόμων προστασίας της πολιτισμικής κληρονομίας ενάντια στην εξαγωγή, τα μουσεία σταδιακά έχασαν το ενδιαφέρον τους για την χρηματοδότηση ανασκαφών και στράφηκαν στις νόμιμες ή/και παράνομες αγορές αρχαιοτήτων για νέα αποκτήματα για τις συλλογές τους, (Μανακίδου, 2002, 41)

Έρευνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεγάλες, πολυετείς ανασκαφές δημιούργησαν έναν διακριτό κλασικό αρχαιολογικό πολιτισμό. Η έρευνα χρηματοδοτείτο παραδοσιακά από εθνικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη, από πλούσια άτομα και σημαντικά ιδρύματα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι μεγάλης κλίμακας ανασκαφές διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των σύγχρονων αρχαιολογικών τεχνικών ανασκαφής και καταγραφής, αλλά τα ερευνητικά τους προγράμματα άλλαξαν ελάχιστα από τότε. Ήταν ιεραρχικά στην οργάνωσή τους και στηρίχθηκαν σε μεγάλο αριθμό στη χρησιμοποίηση εξειδικευμένου προσωπικού. Έμφαση δόθηκε στην ταξινόμηση, τη χρονολόγηση και τη σχέση των ευρημάτων με ιστορικά γεγονότα και πολύ λιγότερο στη χρήση του αρχαιολογικού υλικού για την κατανόηση μακροπρόθεσμων κοινωνικών και οικονομικών ανακατατάξεων. Η κλασική αρχαιολογία χρησιμοποιήθηκε, επίσης, σε διαμάχες σχετικές με εθνικά ζητήματα. Ωστόσο, η οικονομία και η πολιτική κατέστησαν μη πρακτικές τις ανασκαφές μεγάλης κλίμακας με αποτέλεσμα να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση σε λιγότερο δαπανηρούς τομείς έρευνας.

Σήμερα η ανασκαφική έρευνα στην κλασική αρχαιολογία στοχεύει στη διασάφηση του ρόλου και της ιστορικής εξέλιξης αρχιτεκτονικών καταλοίπων –πολεοδομικά συγκροτήματα, χώρους οργανωμένης λατρείας, νεκροταφεία- στη συστηματική περισυλλογή και ταξινόμηση κινητών ευρημάτων από τον ιδιωτικό ή τον δημόσιο χώρο και την αξιολόγηση της πολιτισμικής τους αξίας, (Πλάντζος, 2002, 164, 184)

Θεωρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ότι αφορά στην κλασική αρχαιολογία παρατηρείται εξαρχής εξάρτηση από τις λογοτεχνικές πηγές. Η προσκόλληση στα ερευνητικά εδιαφέροντα των φιλολόγων φαίνεται πως περιόρισε αισθητά την ερευνητική δημιουργικότητα των αρχαιολόγων που εργάζονται στην κλασική ελληνική και ρωμαϊκή περίοδο. «Η αρχαιολογία, αυτός ο ένοικος της σκόνης, έγινε ο παραδοσιακά φτωχός συγγενής της φιλολογίας, διακόσμηση των κλασικών σπουδών, του τυποποιημένου φιλολογικού παρελθόντος», (Morris, 1994, 24). Οι αυθεντικότερες πιθανώς συνεισφορές ήλθαν από περίοδους ή τομείς της αρχαίας κοινωνίας, για τους οποίους η φιλολογική μαρτυρία είναι περιορισμένη και οι αρχαιολόγοι κατόρθωσαν να διαμορφώσουν ελεύθερα την ερευνητική τους δραστηριότητα.

Οι κλασικοί αρχαιολόγοι επιστρέφουν σήμερα σε ερευνητικά πεδία που σχετίζονται περισσότερο με την ελληνική και ρωμαϊκή επαρχία και την αρχαία οικονομία, για την οποία οι φιλολογικές μαρτυρίες είναι περιορισμένες και συχνά παραπλανητικές. Οι συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες και οι ανασκαφές αγροτικών περιοχών συχνά μας εξαναγκάζουν σε αναθεωρήσεις των τυποποιημένων, αναπλάσεων -βασισμένων σε κείμενα- της ελληνικής και ρωμαϊκής αγροτικής ιστορίας. Οι ερευνητές που χρησιμοποιούν νέες τεχνικές όπως η υποβρύχια αρχαιολογία ή η φυσική και χημική ανάλυση του αρχαιολογικού υλικού (π.χ. κεραμεική) αντλούν πολλές νέες πληροφορίες για την αρχαία κατασκευαστική τεχνολογία και το εμπόριο, τους τόπους άντλησης πρώτων υλών.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως παρόλο που οι κλασικοί αρχαιολόγοι υπήρξαν οι «ιδρυτές» της επιστήμης της αρχαιολογίας, η υπαγωγή της κλασικής αρχαιολογίας στις φιλολογικές σπουδές και η στενή διασύνδεσή της με τις ανάγκες των μουσείων μείωσε τον ρόλο της στη θεωρητική συζήτηση που αναδιαμόρφωσε ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής και νέας παγκόσμιας αρχαιολογίας από τη δεκαετία του '60 και εντεύθεν. Οι κλασικοί αρχαιολόγοι φυσικά και διανοητικά χωρίστηκαν από τους άλλους κλάδους της αρχαιολογίας και στράφηκαν περισσότερο στην ιστορία της τέχνης παρά στα τμήματα ανθρωπολογίας και τα μουσεία φυσικής ιστορίας, συνεχίζοντας να ακολουθούν παραδοσιακά ερευνητικά προγράμματα σε τομείς όπως η υφολογική ανάλυση για παράδειγμα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μανακίδου, Ε. 2002, «Ιστορική διαδρομή της επιστήμης της αρχαιολογίας στην Ευρώπη», Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, Τομ. Α΄, Πάτρα: ΕΑΠ.
  • Morris, Ian, 1994, 'Archaeologies of Greece', in Ian Morris, Classical Greece: Ancient Histories and Modern Archaeologies, 8–47, 24.
  • Πλάντζος, Δ., 2002, «Κύρια αρχαιολογικά πεδία των ιστορικών χρόνων: 1000-31 π.Χ.», Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, τομ. Β΄ Πάτρα: ΕΑΠ.
  • Porter, James I., 2003, "The Materiality of Classical Studies", Parallax, Volume 9, Issue 4, 64–74.