Αποθετικό μοντέλο (αρχαιολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στον τομέα της αρχαιολογίας το αποθετικό μοντέλο είναι μια μέθοδος ταυτοποίησης του χαρακτήρα μιας αρχαιολογικής θέσης και εντοπισμού πιθανών θαμμένων αρχαιολογικών υπολειμμάτων, χωρίς απαραιτήτως να ανασκαφεί ολόκληρη η περιοχή.

Ακολουθώντας τις επιταγές της σωστικής αρχαιολογίας και την εισαγωγή της αρχαιολογίας στη διαδικασία του προγραμματισμού οικοδόμησης στα περισσότερα δυτικά έθνη, είναι ζωτικής σημασίας η συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών για μια περιοχή πριν από οποιαδήποτε ανασκαφή ή απλή εκσκαφή. Τέτοιες πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ενημέρωση των αρμοδίων για τον αστικό σχεδιασμό και των αρχαιολόγων για την ανάγκη και τη φύση οποιασδήποτε αρχαιολογικής εργασίας, πριν από την κατασκευή ενός νέου κτηρίου.

Το αποθετικό πρότυπο χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα των προηγούμενων ανασκαφών και άλλων αρχαιολογικών ερευνών για να υπολογίσει τη φύση της αρχαιολογίας μιας ευρύτερης περιοχής. Οι παραγωγικές ανασκαφές σε μια περιοχή προϋποθέτουν ότι και το έδαφος είναι παραγωγικό σε αρχαιολογικά ευρήματα. Τα σχετικά ύψη με τη στάθμη θάλασσας ή οι αρχαιολογικοί ορίζοντες είναι δυνατόν να παρεκταθούν σε γνωστά γεωγραφικά σημεία και να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό συγκεκριμένων τύπων ανάπτυξης.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν γνωστές διαταραχές στο έδαφος, είναι δυνατόν να εκτιμήσει κανείς ότι ορισμένες περιοχές έχουν περιορισμένο αρχαιολογικό δυναμικό. Μια επιθεώρηση κτηρίων με υπόγεια για παράδειγμα, υποδεικνύει ότι σε ορισμένους δρόμους της πόλης τα αρχαιολογικά ευρήματα έχουν αφαιρεθεί (νόμιμα ή παράνομα) στο εγγύς ή μακρινό παρελθόν, ανάλογα με την ιστορία και την οικοδομική ανάπτυξη της πόλης. Όλες αυτές οι πληροφορίες είναι δυνατόν να αποθηκεύονται σε βάσεις δεδομένων (GIS) στοιχεία γεωφυσικής διασκόπησης, να αναλύονται και να αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου, προσφέροντας περισσότερες πληροφορίες και περισσότερο αληθοφανή μοντέλα. Αποθετικό μοντέλο χρησιμοποιήθηκε πειραματικά στην πόλη της Υόρκης στη Μεγάλη Βρετανία το 1990 και από τότε χρησιμοποιείται για κάθε είδους αρχαιολογικό σχεδιασμό της πόλης.