Φλώρος (πτηνό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φλώρος (πτηνό)
Ενήλικος αρσενικός φλώρος (εμπρόσθια και οπίσθια όψη)
Ενήλικος αρσενικός φλώρος (εμπρόσθια και οπίσθια όψη)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Σπιζίδες (Fringillidae)
Υποοικογένεια: Ακανθυλλίνες [i] (Carduelinae) [1]
Γένος: Χλωρίς (Chloris) Cuvier, 1800 F
Είδος: C. chloris
Διώνυμο
Chloris chloris (Χλωρίς η γνησία)
(Linnaeus, 1758)
Υποείδη

Chloris chloris aurantiventris
Chloris chloris bilkevitchi
Chloris chloris chloris
Chloris chloris chlorotica
Chloris chloris harrisoni
Chloris chloris madaraszi
Chloris chloris muehlei
Chloris chloris turkestanica
Chloris chloris vanmarli
Chloris chloris voousi

Ο Φλώρος είναι στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Σπιζιδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Chloris chloris και περιλαμβάνει 10 υποείδη. [2][3]

Στην Ελλάδα απαντoύν τα υποείδη Chloris chloris muehlei Parrot, 1905, Chloris chloris chloris (Linnaeus, 1758) και Chloris chloris aurantiiventris (Cabanis, 1851). [4][5]

  • Το εξαιρετικό κελάηδημα του φλώρου, καθώς και η ανθεκτικότητά του σε συνθήκες αιχμαλωσίας , του έχουν κοστίσει ακριβά, διότι είναι από τα πλέον «αγαπημένα» ωδικά πτηνά που ζουν σε κλουβιά, ιδιαίτερα στην Ελλάδα (βλ. Αιχμαλωσία).

Γενικές πληροφοριες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ευρωπαϊκός φλώρος, ή απλά φλώρος (Chloris chloris) είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα και συνάμα πιο αγαπητά ωδικά πτηνά σε όλη την ευρωπη και ίσος σε όλη την υφήλιο. Ειναι ενα μικρό στουθιομορφο πτηνό στην οικογένεια των σπιζων (Fringillidae).

Αυτό το πουλί είναι διαδεδομένο σε όλη την Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και νοτιοδυτική Ασία. Είναι κύριος κατοικoς δηλαδή δεν μεταναστεύει ,αλλά μερικές φορές μεταναστεύει από τα βορειότερα προς νοτιότερα. Ο φλώρος έχει επίσης εισαχθεί σε τόσο Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία. Στη Μάλτα θεωρείται ένα διάσημο πουλί για το ωραίο του τραγούδι για αυτό παγιδεύεται με ξόβεργες και άλλες παγίδες εδώ και πολλά χρόνια. Έχει εξημερωθεί και πολλοί άνθρωποι το θεωρούν από τα ωραιότερα ωδικά πτηνά.

Ο ευρωπαϊκός φλώρος περιγράφηκε από τον Λινναίο-(Linnaeus) το 1758 στην 10η έκδοση της του βιβλίου του Systema Naturae" υπό την διωνυμική όνομα της Loxia chloris.

Η οικογένεια των σχιζοειδών χωρίζεται σε δύο υποοικογένειες, ο Carduelinae, που περιέχει περίπου 28 γένη με 141 είδη και η Fringillinae περιέχει ένα μόνο γένος, Fringilla, με 3 είδη. Έχουν χαρακτηριστική μορφολογία του κρανίου, δώδεκα φτερά ουράς. Σε όλα τα είδη το θηλυκό πουλί χτίζει τη φωλιά, επωάζει τα αυγά και τους νεοσσούς τους νέους. Οι σπίζες μεγαλώνουν τα μικρά τους σχεδόν εξ ολοκλήρου με έντομα , ενώ οι σπίνοι cardueline μεγαλώνουν τα μικρά τους με αναμασημένων σπόρους.

Ο φλώρος είναι 15 cm μήκος, με άνοιγμα φτερών 24,5 έως 27,5 εκατοστά. Είναι παρόμοιο σε μέγεθος και σχήμα σε ένα σπίτι σπουργίτι , αλλά είναι κυρίως πράσινος, με κίτρινο στα φτερά και την ουρά. Τα θηλυκά και νεαρά πουλιά είναι πιο θαμπά και διαθέτουν καφέ αποχρώσεις στο πίσω μέρος. Το τραγούδι περιέχει πολλά γυρίσματα και το αρσενικό έχει το χαρακτηριστικό πέταγμα "πεταλούδας" εν πτήσει. Συχνάζουν σε φράκτες χωραφιών και κήπους με σχετικά πυκνή βλάστηση που ευνοούνται για αναπαραγωγή. Φωλιάζει σε δέντρα ή θάμνους, και γεννά 3-6 αυγά.

Το είδος αυτό μπορεί να σχηματίσουν μεγάλα σμήνη εκτός της περιόδου αναπαραγωγής, μερικές φορές σε ανάμειξη με άλλα πουλιά.Τρέφονται κυρίως με σπόρους, αλλά και μούρα.

Εποχή αναπαραγωγής είναι η άνοιξη, από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου, μέχρι τον Ιούνιο, με την ανάπτυξη του πρώτου φτερώματος στις αρχές Ιουλίου. Η επώαση διαρκεί περίπου 13-14 ημέρες. Το αρσενικό την ταΐζει στην φωλιά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.Οι νεοσσοί καλύπτονται με παχύ, μακρύ, γκριζωπό-λευκό φτέρωμα. Αυτοί τρέφονται με προνύμφης εντόμων και από τους δύο ενήλικες κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών, και αργότερα, από αναμασημένους σπόρους. Αφήνουν τη φωλιά περίπου 13 ημέρες αργότερα, αλλά δεν είναι σε θέση να πετάξουν. Συνήθως, είναι έτοιμοι να πετάξουν 16-18 ημέρες μετά την εκκόλαψη.

Το πρωτοζωικό παράσιτο Trichomonas gallinaewas είναι γνωστό ανάμεσα στα πτηνά καθώς μολύνει τα περιστέρια και τα αρπακτικά, αλλά στη Βρετανία το 2005, βρέθηκαν να έχουν μολυνθεί με το παράσιτο και φλώροι. Με την εξάπλωση της νόσου το 2008 βρέθηκαν μολυσμένοι φλώροι και στη Νορβηγία , Σουηδία και Φινλανδία και ένα χρόνο αργότερα στη Γερμανία. Η εξάπλωση της νόσου πιστεύεται ότι προκλήθηκε από την Βρετανία καθώς μεγάλος αριθμός των πτηνών που αναπαράγονται στη Βόρεια Ευρώπη βρίσκονται εκεί.Στη Βρετανία, ο αριθμός των μολυσμένων πτηνών μειώνεται κάθε έτος μετά από μια κορύφωση το 2006.Υπήρξε η μείωση του αριθμού των φλώρων από περίπου 4,3 εκατομμύρια σε περίπου 2,8 εκατομμύρια, αλλά χωρίς σημαντική μείωση του συνολικού αριθμού παγκοσμίως. Ένα παρόμοιο περιστατικό σημειώθηκε στη Φινλανδία, όπου, μετά την άφιξη της νόσου το 2008, υπήρξε μείωση στον αριθμό των πτηνών αλλά μόνο μια μικρή αλλαγή στον αριθμό.

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ανοδική ↑ [6]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Chloris στην επιστημονική ονομασία του γένους και του είδους είναι άμεση απόδοση της ελληνικής λέξης Χλωρίς. Με το όνομα Χλωρίς είναι γνωστά διάφορα πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας, αλλά με το πτηνό σχετίζονται δύο: η κόρη της Περσεφόνης, θεότητα της βλάστησης, η οποία ταυτίζεται με την ρωμαϊκή Φλώρα (flora = χλωρίς) και μία από τις θυγατέρες της Νιόβης και του Αμφίονος, γνωστή και ως Μελίβοια. [7] Σύμφωνα με τον μύθο, η Μελίβοια φοβήθηκε πολύ, χλώμιασε και απέκτησε πρασινωπό χρώμα, οπότε άλλαξε το όνομά της σε Χλωρίς.

  • Επομένως, με όποιο από τα δύο πρόσωπα σχετίζεται η ονομασία του taxon, υπάρχει το κοινό στοιχείο του πράσινου χρώματος, που παραπέμπει στο πτέρωμα του πτηνού.

Στο πράσινο χρώμα αναφέρεται και η αγγλική ονομασία του είδους (Greenfinch). Αλλά και η ελληνική λαϊκή ονομασία προέρχεται από την λέξη χλωρίων με παρετυμολογική επίδραση του τύπου φλωρί «φλουρί» < χλωρός «πρασινωπός». [8]

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο ως Loxia chloris (Σουηδία, 1758). στο έργο του Systema Naturae. [9]

Η συστηματική ταξινομική του taxon παρουσιάζει προβλήματα σε επίπεδο γένους, με τους περισσότερους ερευνητές να έχουν προτείνει την μεταφορά του από το Carduelis στο Chloris, λόγω φυλογενετικών αναλύσεων βασισμένων σε ακολουθίες DNA, οι οποίες έδειξαν ότι τα δύο γένη είναι απομακρυσμένα. [10] Η συγκεκριμένη πρόταση έχει γίνει αποδεκτή από αρκετούς ταξινομικούς φορείς και είναι πολύ πιθανόν να καθιερωθεί. [11][12]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική εξάπλωση του είδους Chloris chloris: Πράσινο = Όλο το έτος (επιδημητικό), Κίτρινο = Καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, Μπλε = Περιοχές διαχείμασης, Κόκκινο = Εισηγμένο

Tο είδος απαντά σε τμήματα του Παλαιού Κόσμου, ενώ έχει εισαχθεί και στην Ωκεανία (Ν. Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία).

Η Ευρώπη αποτελεί την σημαντικότερη αναπαραγωγική επικράτεια του είδους, όπου απαντά ως επιδημητικό, εκτός από κάποιες περιοχές της Β. Σκανδιναβίας και της Ρωσίας όπου έρχεται να φωλιάσει μόνο τα καλοκαίρια, ενώ απουσιάζει από την Ισλανδία.

Στην Ασία η εξάπλωση είναι μικρή, με σημαντικότερες θέσεις φωλιάσματος στην Τουρκία, την Εγγύς Ανατολή και την περιοχή της Κασπίας, ενώ απομονωμένοι θύλακες υπάρχουν ανατολικότερα στην περιοχή του Καζακστάν.

Η Αφρική αποτελεί επικράτεια καθιστικών πληθυσμών στα βορειοδυτικά και διαχειμαζόντων στα βορειοανατολικά, πάντοτε κοντά στην Μεσόγειο και την Β. Ερυθρά Θάλασσα, ενώ ένας (1) μεμονωμένος διαχειμάζων πληθυσμός απαντά στα σύνορα Μαρόκου και Μαυριτανίας. Παλαιότερος, εισηγμένος πληθυσμός στην Νήσο Αναλήψεως του Ατλαντικού έχει, πιθανότατα, εκλείψει.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Chloris chloris aurantiventris Μαδέρα, Κανάριες Νήσοι, Κ Ισπανία, Ν Γαλλία, ανατολικά προς Κροατία, Δ και Ν Ελλάδα, Κρήτη, Δωδεκάνησα, Κύπρος, Β Τυνησία, ΒΔ Λιβύη Μαρόκο, ανατολικά προς Β Αίγυπτο Μεγαλύτερο, με φωτεινότερα χρώματα από το 3
2 Chloris chloris bilkevitchi ΒΑ Τουρκία, Κριμαία, ανατολικά προς Τρανσκαυκασία, Β Ιράν, ΝΔ Τουρκμενιστάν
3 Chloris chloris chloris Β Σκωτία, Νορβηγία, Β και Κ Γαλλία, ανατολικά προς Κ Ουράλια Όρη, ΒΔ Καζακστάν και Δ Σιβηρία, νότια μέχρι Ουγγαρία και Β Ουκρανία Ν Ευρώπη
4 Chloris chloris chlorotica ΝΚ Τουρκία, Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Δ Ιορδανία, ΒΑ Αίγυπτος
5 Chloris chloris harrisoni Ηνωμένο Βασίλειο πλην Β Σκωτίας
6 Chloris chloris madaraszi Κορσική και Σαρδηνία Ενδημικό στις νήσους
7 Chloris chloris muehlei Σερβία, ΠΓΔΜ, Ρουμανία, Μολδαβία, νότια προς Κ και Α Ελλάδα Δ Μικρά Ασία, Κύπρος;
8 Chloris chloris turkestanica Δ και Β Τιεν ΣανΚαζακστάν, νότια προς Κιργιστάν και Κ Τατζικιστάν) ΒΔ και Ν Αφγανιστάν Πιο «γκριζωπά» χρώματα από το 3
9 Chloris chloris vanmarli ΒΔ Ισπανία, Πορτογαλία, ΒΔ Μαρόκο
10 Chloris chloris voousi Κ Μαρόκο, ανατολικά προς Β Αλγερία Ενδημικό στην περιοχή

Πηγές: [13] [14] [15] (σημ. με έντονα γράμματα τα υποείδη που απαντούν στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φλώρος είναι σχεδόν πλήρως επιδημητικό πτηνό, με την μεγαλύτερη πλειονότητα των πληθυσμών να είναι καθιστικοί στις επί μέρους επικράτειες. Οι λίγοι μεταναστευτικοί πληθυσμοί κατευθύνονται προς τη Ν. Ευρώπη και την Β. Αφρική, ιδιαίτερα προς την Αίγυπτο και το Σουέζ, για να διαχειμάσουν. Όπως προαναφέρθηκε, η Ευρώπη αποτελεί την σημαντικότερη επικράτεια φωλιάσματος, ακολουθώντας την ισοθερμική των 14°C κατά τον μήνα Ιούλιο. [16]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από τις Φερόες και την Ισλανδία. [17]

Στην Ελλάδα, ο φλώρος απαντά κυρίως ως μόνιμο, καθιστικό είδος σε όλη την επικράτεια, [18][19] με πολλούς βορειοευρωπαϊκούς πληθυσμούς να έρχονται τον χειμώνα για να αναμιχθούν με τους επιδημητικούς (μέσα Οκτωβρίου-μέσα Απριλίου). [20] Από την Κρήτη αναφέρεται ως μόνιμο πτηνό [21] (υποείδος C. c. aurantiventris), [22] όπως και από την Κύπρο [23] (υποείδος C. c. aurantiventris, πιθανόν και Chloris chloris muehlei) [24] (βλ. και Κατάσταση στην Ελλάδα).

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρωτογενή ενδιαιτήματα του είδους περιλαμβάνουν αραιές συστάδες δέντρων, ξέφωτα ή ανοικτές περιοχές στα δασοόρια και παρόχθιες θέσεις. Γενικότερα, συχνάζει σε ψηλά, πυκνά πλατύφυλλα δένδρα και εκεί όπου, τα σπέρματα διαφόρων καρπών είναι προσβάσιμα, σε θάμνους και καλλιέργειες -ακόμη και ζιζανίων. Η παρουσία του επεκτείνεται σε λιβάδια με ψηλούς φυσικούς φράκτες, δενδροστοιχίες, περιβόλια και φυτείες κωνοφόρων.

Ωστόσο, ολοένα και περισσότερο οι φλώροι απαντούν σε ποικίλες μορφές εγκαταστάσεων του ανθρώπου: αγροκτήματα, μικρά χωριά διάσπαρτα με οπωροκαλλιέργειες, αλλά και στα μεγάλα αστικά κέντρα με πάρκα, στα νεκροταφεία, μεγάλους κήπους ή σε άλλες αστικές τοποθεσίες με την προϋπόθεση να υπάρχουν τουλάχιστον μερικά δέντρα, δενδροστοιχίες ή καλλιέργειες.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο η στατιστική ανάλυση των 5 πρώτων προτιμητέων οικοσυστημάτων, δίνει τα εξής αποτελέσματα: Χωριά, Πόλεις, Λειμώνες, Αρόσιμες εκτάσεις και Πλατύφυλλα δένδρα. [25]

Στην Ελλάδα ο φλώρος απαντά σε άλση, κήπους, ελαιώνες, αμπέλια, καλλιεργούμενες περιοχές στα δασοόρια, σε θαμνότοπους και ποταμιές. [26]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτρέτο ενήλικου αρσενικού φλώρου

Ο φλώρος είναι μέσου μεγέθους σπίζα, μεγαλύτερος από το λούγαρο και την καρδερίνα, αλλά μικρότερος από τον σπίνο και τον πύρρουλα. Γενικά, έχει «στρουμπουλό» παρουσιαστικό, με εύρωστο κεφάλι και ράμφος. Αναγνωρίζεται από τις κίτρινες άκρες των πρωτευόντων ερετικών φτερών (6ο-8ο), που δημιουργούν κίτρινο πλαίσιο στην, κατά τα άλλα, καφεπράσινη διπλωμένη πτέρυγα και τον πρασινωπό τόνο της κάτω επιφάνειας του σώματος. Επίσης, κατά την πτήση διακρίνεται κίτρινο χρώμα στην βάση των πλευρικών πηδαλιωδών φτερών της διχαλωτής ουράς. [27]

Στο είδος εμφανίζεται φυλετικός διμορφισμός, με το αρσενικό να έχει κιτρινοπράσινο στήθος, ελαιοπράσινη ή πρασινογκρίζα άνω επιφάνεια σώματος, γκρίζα πλευρά κεφαλιού και πολύ κίτρινο στα πρωτεύοντα ερετικά και την ουρά. [28] Το ουροπύγιο είναι φωτεινό πράσινο, ενώ οι πλευρές ανοικτόγκριζες, με γκρίζο πλαίσιο στα δευτερεύοντα ερετικά.Το ράμφος και των δύο φύλων είναι μυτερό, ελαφρώς κωνικό και ισχυρό, με κυρτή μέση ραχιαία γραμμή (culmen), ανταποκρινόμενο στις διατροφικές συνήθειες των πτηνών (σπερματοφάγα). Είναι σαρκόχρωμο, όπως οι ταρσοί και τα πόδια, ενώ η ίριδα είναι μαύρη.

Το θηλυκό έχει πιο «θαμπά», γκρίζα χρώματα, η ράχη και ο μανδύας έχουν καφετί απόχρωση, όπως και τα πλαϊνά του κεφαλιού, ενώ υπάρχει σαφώς λιγότερο κίτρινο χρώμα στα πρωτεύοντα ερετικά και την ουρά, σε σχέση με το αρσενικό. [29]

Τα νεαρά άτομα φέρουν διάσπαρτες ραβδώσεις στην κάτω επιφάνεια του σώματος, ενώ το κίτρινο περιθώριο στην πτέρυγα είναι πολύ δυσδιάκριτο. Στους οφθαλμούς υπάρχει ανοικτογκρίζα περιοχή.

  • Πολλοί ορνιθοτρόφοι που ασχολούνται με τα ωδικά πτηνά, διασταυρώνουν φλώρους Χ καναρίνια (φλωροκάναρα) και απελευθερώνουν τα θηλυκά που προκύπτουν από την υβριδοποίηση στην φύση, επειδή δεν κελαηδάνε. Αυτά είναι πιο «θαμπά» σε χρωματισμούς και συνηθίζουν να επισκέπτονται ταΐστρες τον χειμώνα, κάτι που συνήθως αποφεύγουν οι «γνήσιοι» φλώροι. [30]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (14-) 14,5 έως 15 (-16) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: (24,5-) 25 έως 26 (-27,5) εκατοστά
  • Μήκος χορδής πτέρυγας: ♂ 8,9 ± 0,4 εκατοστά [Εύρος 8,6 – 9,2 εκατοστά (σε δείγμα Ν=65.831 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο)], ♀ 8,6 ± 0,4 εκατοστά [Εύρος 8,3 – 8,9 εκατοστά (Ν=52.565)]
  • Βάρος: ♂ 24,6 – 30,6 γραμμάρια (Ν=53.386), ♀ 24,9 – 31,1 γραμμάρια (Ν=43.027) [31]

(Πηγές: [32][33][34][35][36][37][38][39][40][41][42][43])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος αρσενικός (πάνω) και θηλυκός φλώρος

Οι φλώροι είναι κυρίως σπερματοφάγα πτηνά, αν και η διατροφή τους ποικίλλει ανάλογα με την εποχή. Η διατροφή τους βασίζεται στα σπέρματα ποών και θάμνων (κυρίως Polygonaceae, Rosaceae, Compositae, Graminae), αλλά περιλαμβάνει και μπουμπούκια, ολοκληρωμένα άνθη και καρπούς (σωροκάρπια), πολλών φυτικών ειδών. Επίσης, περιστασιακά συλλαμβάνουν κάποια αρθρόποδα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο φωλιάσματος για να τρέφουν τους νεοσσούς.

Στην Ελλάδα, η διατροφή τους βασίζεται στα σπέρματα καλλιεργημένων φυτών και ζιζανίων, όλο το έτος, με κάποια είδη ποών αλατούχων ελών να αποτελούν σημαντικό συμπλήρωμα τον χειμώνα, σε κάποιες περιοχές. Από τον Απρίλιο μέχρι τον Μάιο βασίζονται κυρίως στα αχαίνια του Silybum marianum, καθώς και στα κεράτια πολλών Cuciferae, που καρποφορούν μετά την συγκομιδή τους. Αργά το καλοκαίρι προσελκύονται και από άλλα Compositae, όπως τα γένη Onopordum και Cirsium. [44]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κελάηδημα του φλώρου είναι πολύ χαρακτηριστικό, με γρήγορες τρίλλιες και ρινισμούς υψηλής συχνότητας όπως εκείνους του τσιφτά, ανοδικές κλίμακες σαν του λούγαρου, και πολλά ενδιάμεσα φλουταρίσματα που συναγωνίζονται εκείνα του καναρινιού. Αρθρώνεται, συνήθως, από υψηλή θέση ποσταρίσματος (high post) ή εν πτήσει. [45] Αυτό, βέβαια, του έχει κοστίσει ακριβά, διότι είναι από εκείνα τα πουλιά που αιχμαλωτίζονται και διατηρούνται σε κλουβιά πολύ συχνά.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναπαραγωγική περίοδος είναι από τα μέσα Μαρτίου μέχρι τα μέσα Αυγούστου ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος, αλλά στις περισσότερες περιοχές από τα μέσα Μαΐου, μέχρι τις αρχές Ιουλίου. Οι φλώροι είναι μονογαμικά πτηνά, αλλά έχουν καταγραφεί και πολυγαμικά αρσενικά (μέχρι 5 θηλυκά). [46]

Στις θέσεις αναπαραγωγής (βλ. Βιότοπος), οι φλώροι κατασκευάζουν τη φωλιά τους σε έναν θάμνο, αναρριχητικό φυτό [47] ή σε ένα δένδρο, σε μια διχάλα ή πάνω στον κορμό. Είναι μια μικρή κυπελοειδής κατασκευή, από γρασίδι, βλαστούς και βρύα. Το υλικό επίστρωσης είναι φυτικές ίνες, ρίζες, μαλλί και, μερικές φορές, φτερά. [48]

Νεαρός φλώρος

Η ωοτοκία πραγματοποιείται δύο ή και τρεις φορές σε κάθε περίοδο φωλιάσματος. Το θηλυκό γεννάει (3-) 4 έως 6 (-8) υποελλειπτικά, γυαλιστερά αβγά, διαστάσεων 20,6 Χ 14,8 χιλιοστών και βάρους 2,2 γραμ. εκ των οποίων 5% είναι κέλυφος. [49] Η επώαση μπορεί να αρχίσει ακόμη και πριν την εναπόθεση του τελευταίου αβγού, διαρκεί (11-) 12 έως 14 (-15) ημέρες και πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου από το θηλυκό. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι και χρήζουν της άμεσης προστασίας των γονέων, που τους τρέφουν με εξεμεσμένη τροφή. Ανοίγουν τα μάτια τους μετά από 8 ημέρες, περίπου, και εγκαταλείπουν τη φωλιά στις 13-16 ημέρες σε ημι-πτερωμένη κατάσταση. [50] Μόλις επακολουθήσει η δεύτερη ωοτοκία, τους νεοσσούς αναλαμβάνει το αρσενικό.

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To είδος δεν φαίνεται να διατρέχει κάποιο σοβαρό κίνδυνο, -εκτός από το γεγονός ότι αιχμαλωτίζεται συχνά για το κελάηδημά του- και αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) από την IUCN. [51] Ωστόσο, περιλαμβάνεται στη Συνθήκη της Βέρνης (Παράρτημα ΙΙ), ως προστατευόμενο είδος. [52] Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη, διαθέτουν η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία, η Ρωσία και η Πορτογαλία. [53]

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φλώρος είναι από τα πλέον οικεία πτηνά στην χώρα, αναπαραγόμενος σε όλα τα ηπειρωτικά και σε πολλά νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Απαντούν από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.200 μ., αλλά στην Κρήτη μπορούν να βρεθούν μέχρι τα 1.600 μ. Γενικά, φωλιάζουν και σε αστικά περιβάλλοντα, έχοντας συνηθίσει την ανθρώπινη παρουσία. [54]

Αιχμαλωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που ο φλώρος είναι από τα προστατευόμενα είδη που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη της Βέρνης, αποτελεί από τα «αγαπημένα» πουλιά εκτροφής σε αιχμαλωσία. Εκτός από το θαυμάσιο κελάηδημά του, ένα ακόμη στοιχείο που το κάνει «ευάλωτο» στις προτιμήσεις των εκτροφέων, είναι ότι δεν απαιτεί ιδιαίτερη μέριμνα. Διασταυρώνονται με τα καναρίνια, δίνοντας ενδιάμεσα άτομα (φλωροκάναρα).

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φλώρος απαντά στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες: Ατσάραντος (Στερεά, Ζάκυνθος), Λιναρίδι και Λιναροπούλι (Κρήτη), Πρασινοπούλα, Σπιγγάρι και Σπιγγάριος (Αττική), Φιώρι, Φλώρι [55] και Λουλουδάς (Κύπρος). [56]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Οι ονομασίες Ακανθυλλίνες και Ακανθυλλίς είναι άμεση απόδοση της λατινικής λέξης Carduelinae, από το carduus «άκανθα, αγκάθι» [57]. Ωστόσο, από παλαιότερες αναφορές, καταγράφεται και η απόδοση Ακανθίδες και Ακανθίς, [58][59][60][61] που πιθανόν να είναι και ορθότερη, αν και έχει επικρατήσει η πρώτη στην ελληνική βιβλιογραφία, ως υποκοριστικό της δεύτερης. [62][63]. Γενικά, οι δύο όροι θεωρούνται ισοδύναμοι και μπορούν να χρησιμοποιηθουν, είτε ο ένας είτε ο άλλος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 746
  2. Howard and Moore, p. 749
  3. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=559044
  4. Howard and Moore, p. 749
  5. Handrinos & Akriotis, p. 290
  6. http://www.iucnredlist.org/details/full/22720330/0
  7. ΠΛΜ, 61:167
  8. Μπαμπινιώτης, σ. 1892
  9. Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii)
  10. Zuccon et al
  11. Gill & Donsker
  12. Sangster et al
  13. Howard and Moore, p. 749
  14. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22720330
  15. http://ibc.lynxeds.com/species/european-greenfinch-carduelis-chloris
  16. planetofbirds.com
  17. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22720330
  18. Όντρια (Ι), σ. 162
  19. Κόκκινο Βιβλίο, σ. 162
  20. Handrinos & Akriotis, p. 290
  21. Σφήκας, σ. 75
  22. Howard and Moore, p. 749
  23. Σφήκας, σ. 94
  24. Howard and Moore, p. 749
  25. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob16490.htm
  26. Όντρια (Ι), σ. 162
  27. Mullarney et al, p. 380
  28. Mullarney et al, p. 380
  29. Mullarney et al., p. 380
  30. Heinzel et al, p. 344
  31. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob16490.htm
  32. Harrison & Greensmith, p. 361
  33. Mullarney et al, p. 350
  34. Avon & Tilford, p. 151
  35. Flegg, p. 226
  36. Heinzel et al, p. 344
  37. Perrins, p. 194
  38. Bruun, p. 280
  39. Όντρια, σ. 162
  40. Scott & Forrest, p. 210
  41. Singer, p. 352
  42. http://www.ibercajalav.net
  43. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  44. Handrinos & Akriotis, p. 290
  45. Bruun, p. 280
  46. http://www.hbw.com/species/european-greenfinch-carduelis-chloris
  47. planetofbirds.com
  48. Harrison, p. 301
  49. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob16490.htm
  50. Harrison, p. 301
  51. http://www.iucnredlist.org/details/22720330/0
  52. http://www.club-caza.com/legislacion/docs/europea/4-Convenio_de_Berna.pdf
  53. http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp8880.pdf
  54. Handrinos & Akriotis, p. 289-290
  55. Απαλοδήμος, σ. 62-3
  56. http://avibase.bsc-eoc.org/
  57. http://books.google.gr/books?id=m2QSAAAAIAAJ&pg=PA268&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false
  58. ΠΛΜ: 5, 220
  59. ΠΛ: 2, 146
  60. ΕΛΕ: 1, 110
  61. http://myria.math.aegean.gr/lds/data/volA/pdf/pg_0120.pdf
  62. ΠΛΜ: 5, 228
  63. ΠΛ: 2, 150

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • BirdLife International. 2004. 'Birds in Europe: population estimates, trends and conservation status. BirdLife International, Cambridge, U.K.
  • Crick, H. Q. P.; Dudley, C.; Glue, D.E.; Thomson, D.L. 1997. UK birds are laying earlier.Nature 388: 526.
  • Crick, H. Q. P.; Sparks, T.H. 1999. Climate change related to egg-laying trends. Nature399: 423-424.
  • IUCN. 2014. The IUCN Red List of Threatened Species. Version 2014.2. Available at:www.iucnredlist.org. (Accessed: August 2015).
  • Jenkins, D.; Watson, A. 2000. Dates of first arrival and song of birds during 1974-1999 in mid-Deeside, Scotland. Bird Study 47: 249-251.
  • Jenni, L.; Kery, M. 2003. Timing of autumn bird migration under climate change: advances in long-distance migrants, delays in short-distance migrants. Proceedings of the Royal Society of London Series B 270(1523): 1467-1471.
  • Vahatalo, A. V.; Rainio, K.; Lehikoinen, A.; Lehikoinen, E. 2004. Spring arrival of birds depends on the North Atlantic Oscillation. Journal of Avian Biology 35: 210-216.