Ταντέους Κοσιούσκο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ταντέους Κοστσιούσκο
Schweikart Tadeusz Kościuszko.jpg
Πορτραίτο από τον Καρλ Γκότλιμπ Σβάινκαρτ
Γέννηση 04 Φεβρουαρίου 1746 (1746-02-04)
Μιερατσούσκινα, Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία
Θάνατος 15 Οκτωβρίου 1817 (71 ετών)
Σόλοτουρν, Ελβετία
Ενταφιασμός Καθεδρικός Ναός της Κρακοβίας
Χώρα Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία (1765–1776, 1784–1794),
Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής(1776–1784)
Εν ενεργεία 1765–1794
Βαθμός Ταξίαρχος (ΗΠΑ)
Αντιστράτηγος (Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία)
Μάχες/πόλεμοι Αμερικανική Επανάσταση,
Ρωσοπολωνικός πόλεμος του 1792,
εξέγερση Κοσιούσκο
Τιμές Τάγμα του Λευκού Αετού, Commander's Cross of the Virtuti Militari, Βραβείο Στρατιωτικής Αξίας της Πολωνίας και Society of the Cincinnati
Υπογραφή Tadeusz Kościuszko's signature.svg

Ο Αντρέι Ταντέους Μποναβεντούρα Κοσιούσκο (πολωνικά: Andrzej Tadeusz Bonawentura Kościuszko  , 4 ή 12 Φεβρουαρίου 1746 - 15 Οκτωβρίου 1817) ήταν Πολωνο-Λιθουανός στρατιωτικός μηχανικός, πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης ο οποίος είναι εθνικός ήρωας στην Πολωνία, τη Λιθουανία, τη Λευκορωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.[1][2] Πολέμησε στις μάχες ανάμεσα στην Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία με τη Ρωσία και την Πρωσία και με την αμερικανική πλευρά στην Αμερικανική Επανάσταση. Ως Ανώτατος Αρχηγός των Πολωνικών Εθνικών Στρατιωτικών Δυνάμεων, ηγήθηκε της εξέγερσης του Κοσιούσκο το 1794.

Ο Κοσιούσκο γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1746 σε μία έπαυλη στο κτήμα Μερετσεβσίνα στο βοϊβοδάτο Νοβογκρόντεκ, στο Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, τμήμα της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας. Σε ηλικία 20 ετών αποφοίτησε από το Σώμα Δοκίμων στη Βαρσοβία της Πολωνίας. Μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στη Συνομοσπονδία του Μπαρ το 1768, ο Κοστσιούσκο μετακόμισε στη Γαλλία το 1769 για να μελετήσει. Επέστρεψε στην Πολωνία το 1774, δύο χρόνια μετά τον πρώτο διαμελισμό και προσελήφθη ως δάσκαλος στην οικία του Γιόσεφ Συλβέστερ Σοσνόβσκι. Μετά τη προσπάθεια του Κοσιούσκο να κλεφτεί με τη κόρη του εργοδότη του, επέστρεψε στη Γαλλία. Το 1776 ο Κοστσιούσκο πήγε στη Βόρεια Αμερική όπου συμμετείχε στην Αμερικανική Επανάσταση ως συνταγματάρχης του ηπειρωτικού στρατού. Ως αναγνωρισμένος στρατιωτικός αρχιτέκτονας, σχεδίασε και επέβλεψε την κατασκευή σύγχρονων οχυρώσεων, όπως αυτές στο Γουέστ Πόιντ, κοντά στη Νέα Υόρκη. Το 1783, σε αναγνώριση των υπηρεσιών του, το Κογκρέσο της Φιλαδέλφειας τον ανακήρυξε ταξίαρχο.

Μετά την επιστροφή του στην Πολωνία το 1784, ο Κοστσιούσκο διορίστηκε υποστράτηγος στον στρατό της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας το 1789. Μετά τον Ρωσοπολωνικό πόλεμο του 1792, ο οποίος οδήγησε στον δεύτερο διαμελισμό της Πολωνίας, οργάνωσε εξέγερση εναντίον της Ρωσίας τον Μάρτιο του 1794, δρώντας ως αρχηγός της. Οι ρωσικές δυνάμεις τον συνέλαβαν στη μάχη του Μασιεγιόβιτσε τον Οκτώβριο του 1794. Η καταστολή της εξέγερσης τον Νοέμβριο του ίδιου έτους οδήγησε στον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας το 1795, ο οποίος σήμανε και το τέλος της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας μετά από 123 χρόνια. Το 1796, μετά το θάνατο της τσαρίνας Μεγάλης Αικατερίνης, του δόθηκε χάρη από τον διάδοχό της, Τσάρο Παύλο Α΄, και μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήταν στενός φίλος του Τόμας Τζέφερσον, με τον οποίο μοιραζόταν τις ίδιες ιδέες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και το 1798 έγραψε μια διαθήκη στην οποία άφηνε την αμερικανική του περιουσία για την παιδεία και ελευθερία των σκλάβων στις ΗΠΑ. Τελικά επέστρεψε στην Ευρώπη και έζησε στην Ελβετία μέχρι τον θάνατό του το 1817. Η εκτέλεση της διαθήκης του αργότερα αποδείχθηκε δύσκολη και τα κεφάλαια δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ για τον σκοπό που προορίζονταν.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έπαυλη Μερετσεβσίνα, όπου γεννήθηκε ο Κοστσιούσκο

Ο Κοσιούσκο γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1746 σε μία έπαυλη στο κτήμα γνωστό ως Μερετσεβσίνα κοντά στο Κοσόβ (σήμερα Κοσάβα, Λευκορωσία) στο βοϊβοδάτο Νοβογκρόντεκ, στο Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, τμήμα της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας.[3][4] Η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν είναι γνωστή: συχνά αναφέρεται η 4η Φεβρουαρίου[3] ή η 12η Φεβρουαρίου[5][6].

Ο Κοσιούσκο ήταν ο νεότερος γιος ενός μέλους της σλάχτα (αριστοκρατίας), του Λούτβικ Ταντέους Κοσιούσκο, ενός αξιωματικού του Πολωνο-Λιθουανικού στρατού, και της γυναίκας του Τέκλα, το γένος Ρατόμσκα.[7] Οι Κοσιούσκο χρησιμοποιούσαν το πολωνικά έμβλημα Ροχ ΙΙΙ.[8] Την εποχή της γέννησης του Ταντέους, η οικογένεια κατείχε μερικές εκτάσεις στο Μεγάλο Δουκάτο, στις οποίες εργάζονταν 31 αγροτικές οικογένειες.[9][10]

Ο Κοσιούσκο σε ηλικία 15 ετών

Ο Ταντέους βαπρίστηκε από τη ρωμαιοκαθολική και ορθόδοξη εκκλησία, και έτσι έλαβε τα ονόματα Αντρέι, Ταντέους και Μποναβεντούρα.[11][12][13][14] Η οικογένειά του από την πλευρά του πατέρα ήταν εθνικά Λιθουανική-Ρουθηνιανή[9] και έλκει την καταγωγή της από τον Κονταντί Φιοντορόβιτς Κοστιούσκο, ενός αυλικού του Πολωνού βασιλιά και Μεγάλου Δούκα της Λιθουανίας Σιγισμούνδο Α΄.[15] Η οικογένεια του Κοσιούσκο από τη πλευρά της μητέρας του, οι Ρατόσμκι, ήταν επίσης Ρουθηνιανοί.[16] Σύγχρονοι Λευκορώσοι συγγραφείς εκλαμβάνουν τη ρουθηνιακή ή λιθουανική καταγωγή του ως λευκορωσική.[17] Ο ίδιος είχε περιγράψει τον εαυτό του με τον χαρακτηρισμό Λίτβιν,[16] ένας όρος ο οποίος χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους, ανεξαρτήτως καταγωγής, του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας εντός της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Οι σύγχρονοι Λευκορώσοι συγγραφείς εκλαμβάνουν τον όρο Λίτβιν ότι χαρακτηρίζει τους Λευκορώσους, προτού αρχίσει να χρησιμοποιείται ο όρος Λευκορώσοι.[18] Ο Κοσιούσκο όμως δεν μιλούσε λευκορωσικά και η οικογένειά του είχε εκπολωνισθεί στις αρχές του 16ου αιώνα.[19] Όπως και η πλειονότητα της Πολωνο-λιθουανικής αριστοκρατίας εκείνης της εποχής, οι Κοσιούσκο μιλούσαν πολωνικά.[20]

Το 1755, ο Κοσιούσκο άρχισε να παρακολουθεί σχολείο στο Λιούμπεσιν, αλλά δεν το ολοκλήρωσε ποτέ εξαιτίας της δεινής οικονομικής κατάστασης της οικογένειας μετά τον θάνατο του πατέρα το 1758. Ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάβος Αύγουστος Πονιατόφκσι εγκαθιδρύει τη Σχολή Δοκίμων (Korpus Kadetów) το 1764 στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, για να εκπαιδεύσεις αξιωματικούς του στρατού και της κυβέρνησης. Ο Κοσιούσκο εγγράφηκε στη σχολή τις 18 Δεκεμβρίου 1765, πιθανότατα χάρις στην υποστήριξη της οικογένειας Σαρτορίσκι. Η σχολή έδινε έμφαση σε στρατιωτικά θέματα και τις φιλελεύθερες τέχνες,[21] και μετά την αποφοίτησή του τις 20 Δεκεμβρίου 1766, ο Κοσιούσκο προήχθη στο βαθμό του υπολοχαγού. Παρέμεινε ως εκπαιδευτής και το 1768 προήχθη σε λοχαγό.[7]

Ευρωπαϊκά ταξίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1768 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος στην Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, όταν η Συνομοσπονδία του Μπαρ προσπάθησε να εκθρονίσει τον βασιλιά Στανισλάβο Αύγουστο Πονιατόβσκι. Ένας από τους αδελφούς του Κοσιούσκο, ο Γιόσεφ, πολέμησε με τους στασιαστές. Αντιμέτωπος με τη δύσκολη απόφαση ανάμεσα στους αντάρτες και τους χορηγούς του - το βασιλιά και την οικογένεια Σαρτορίσκι - ο Κοσιούσκο αποφάσισε να φύγει από την Πολωνία. Στα τέλη του 1769, αυτός και ο συνεργάτης του, ο επιφανής καλλιτέχνης Αλεξάντερ Οργόβσκι, έλαβαν βασιλικές υποτροφίες και τις 5 Οκτωβρίου έφυγαν για Παρίσι. Ήθελαν να εμβαθύνουν τη στρατιωτική τους εκπαίδευση, αλλά ως ξένοι τους απαγορεύθηκε να εγγραφούν στις γαλλικές στρατιωτικές ακαδημίες και έτσι εγγράφηκαν στην Βασιλική Ακαδημία Ζωγραφικής και Γλυπτικής.[7] Εκεί ο Κοσιούσκο ακολούθησε το ενδιαφέρον του στη σχεδίαση και τη ζωγραφική και έλαβε ιδιωτικά μαθήματα στην αρχιτεκτονική από τον σημαίνοντα Γάλλο αρχιτέκτονα Ζαν-Ροντόλφ Περονέ.[22]

Ο Κοσιούσκο όμως δεν σταμάτησε να προσπαθεί να βελτιώσει τις στρατιωτικές του γνώσεις. Παρακολουθούσε διαλέξεις για πέντε χρόνια και σύχναζε στις βιβλιοθήκες των στρατιωτικών ακαδημιών του Παρισιού. H έκθεσή του στον γαλλικό Διαφωτισμό, μαζί με τη θρησκευτική ανοχή στη Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, επηρέασε την μετέπειτα σταδιοδρομία. Η γαλλική οικονομική θεωρία της φυσιοκρατίας του προκάλεσε εντύπωση.[23] Επίσης ανέπτυξε τις καλλιτεχνικές του ικανότητες, και ενώ τελικά επέλεξε σταδιοδρομία προς άλλη κατεύθυνση, συνέχισε να ζωγραφίζει και να σχεδιάζει όλη του ζωή.[7][24]

Στον πρώτο διαμελισμό της Πολωνίας το 1772, η Ρωσία, η Πρωσία και η Αυστρία προσάρτησαν μεγάλα τμήματα της Πολωνο-Λιθουανικής επικράτειας και επηρέασε την εσωτερική πολιτική του κράτους. Όταν ο Κοσιούσκο επέστρεψε το 1774, βρήκε ότι ο αδελφός του Γιόσεφ είχε σπαταλήσει όλη τη οικογενειακή περιουσία και δεν είχε θέση στον στρατό ούτε μπορούσε να διοριστεί ως αξιωματικός.[25] Τελικά προσελήφθη ως δάσκαλος της οικογένειας του επαρχιακού κυβερνήτη (βοεβόδα) και χετμάνου Γιόζεφ Σιλβέστερ Σοσνόβσκι και ερωτεύθηκε την κόρη του κυβερνήτη Λουντβίκα. Επιχείρησε να την παντρευτεί αλλά εμποδίσθηκε από τους ακολούθους του βοεβόδα.[7] Ο Κοσιούσκο ξυλοκοπήθηκε και αυτό το γεγονός μπορεί να οδήγησε στην μετέπειτα αντιπάθειά του για τους ταξικούς διαχωρισμούς.[9]

Το φθινόπωρο του 1775 αποφάσισε να μεταναστεύσει για να αποφύγει τον Σοσνόβσκι και τους ακολούθους του.[7] Στα τέλη του 1775, επιχείρησε να ενταχθεί στον σαξωνικό στρατό αλλά αποφάσισε να επιστρέψει στο Παρίσι.[7] Εκεί έμαθε για το ξέσπασμα της Αμερικανικής Επανάστασης, στην οποία οι βρετανικές αποικίες της Βόρειας Αμερικής εξεγέρθηκαν εναντίον του στέμματος στον αγώνα τους για ανεξαρτησία. Οι πρώτες αμερικανικές επιτυχίες έτυχαν ευρείας προβολής στη Γαλλία και οι Γάλλοι και η κυβέρνηση υποστήριζε τους επαναστάτες.[26]

Αμερικανική επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν έμαθε για την Αμερικανική Επανάσταση, ο Κοσιούσκο, ο ίδιος άνθρωπος επαναστατικών βλέψεων, υπέρμαχος του αμερικανικού σκοπού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ταξίδευσε για την Αμερική τον Ιούνιο του 1776 μαζί με άλλους ξένους αξιωματικούς, πιθανόν με τη βοήθεια ενός Γάλλου υποστηρικτή των επαναστατών, τον Πιερ Μπωμαρσέ..[7][23] Τις 30 Αυγούστου 1776, ο Κοσιούσκο υπέβαλε δήλωση στο Δεύτερο Κογκρέσο και την επόμενη μέρα εντάχθηκε στον ηπειρωτικό στρατό την επόμενη μέρα.[7]

Βόρεια περιοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οχυρό Κλίντον, στο Γουέστ Πόιντ. Στο βάθος το άγαλμα του Κοστσιούσκο.

Το πρώτο έργο του Κοσιούσκο ήταν να χτίσει οχυρώσεις στο Φορτ Μπίλλινγκσπορτ στο Πώλσπορο, Νιου Τζέρσεϊ, για να προστατεύσει τις όχθες του ποταμού Ντέλαγουερ και να εμποδίσουν την βρετανική επέλαση ανάντη προς τη Φιλαδέλφεια.[27] Αρχικά υπηρέτησε ως εθελοντής υπό τον Βενιαμίν Φραγκλίνου, αλλά τις 18 Οκτωβρίου 1776, το Κογκρέσο τον διόρισε συνταγματάρχη των μηχανικών του στρατού.[28]

Την άνοιξη του 1777, ο Κοστσιούσκο εντάχθηκε στη βόρεια στρατιά υπό τον στρατάρχη Οράτιο Γκέιτς, φτάνοντας στα σύνορα Καναδά-ΗΠΑ τον Μάιο του 1777. Ακολούθως στρατοπέδευσε στο οχυρό Τικοντερόγκα και εξέτασε τις οχυρώσεις ενός εκ των πιο εντυπωσιακών οχυρών στη Βόρεια Αμερική.[7][29] Οι έρευνές του τον οδήγησαν να προτείνει την τοποθέτηση μίας πυροβολαρχίας στο όρος Ντιφάιανς, ένα υψηλό σημείο κοντά στο οχυρό.[29] Η πρότασή του, την οποία ενέκριναν και οι υπόλοιποι μηχανικοί, απορρίφθηκε από τον ταξίαρχο, Άρθουρ Σαιντ Κλαιρ.[7][29]

Αυτό αποδείχθηκε τακτικό λάθος. Όταν ο Βρετανικός στρατός υπό τον στρατηγό Τζον Μπεργκόιν έφτασε τον Ιούλιο του 1777 έπραξε ακριβώς όπως είχε προειδοποιήσει ο Κοσιούσκο και τοποθέτησε πυροβόλα στον λόφο.[29] Με τους Βρετανούς να ελέγχουν πλήρους το υψηλό έδαφος, οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι η θέση τους είναι απέλπιδα και εγκατέλειψαν το οχυρό ρίχνοντας με τα βίας μία βολή στην πολιορκία του Τικοντερόγκα.[29] Στη συνέχεια οι Βρετανοί καταδίωξαν κατά πόδας τους Αμερικανούς προς το νότο. Ο υποστράτηγος Φίλιπ Σόιλερ, θέλοντας να δημιουργήσει απόσταση ανάμεσα στους άντρες του και τους Βρετανούς, διέταξε τον Κοσιούσκο να καθυστερήσει τον εχθρό.[30] Ο Κοσιούσκο άρχισε ρίχνοντας δέντρα, δημιουργώντας φράγματα και καταστρέφοντας γέφυρες και δρόμους.[30] Οι Βρετανοί, επιβαρυμμένοι με τις γραμμές τροφοδοσίας, άρχισαν να επιβραδύνουν, δίνοντας χρόνο στους Αμερικανούς να υποχωρήσουν με ασφάλεια πέρα από τον Χάντσον.[30]

Ο Γκέιτς ανέθεσε στον Κοσιούσκο να ερευνήσει την περιοχή ανάμεσα στους αντίπαλους στρατούς, να εντοπίσει τις πιο οχυρές θέσεις και να τις οχυρώσει. Βρήκε μια τέτοια θέση κοντά στη Σαρατόγκα, στο ύψωμα Μπέμις πάνω από τον ποταμό Χάντσον, και σχεδίασε ισχυρές οχυρώσεις, σχεδόν απόρθητες από κάθε κατεύθυνση. Η κρίση του και η προσοχή στη λεπτομέρεια οδήγησε τους Βρετανούς στην απόγνωση κατά τη διάρκεια της μάχης της Σαρατόγκα,[7] και τελικά οι Βρετανοί παραδόθηκαν τις 16 Οκτωβρίου 1777.[31] Αυτή η ήττα ήταν καθοριστική, με τον πόλεμο να γέρνει υπέρ των Αμερικανών.[32] Η δουλειά του Κοσιούσκο στη Σαρατόγκα επαινέθηκε από τον Γκέιτς, ο οποίος αργότερα είπε στον φίλο του Μπέντζαμιν Ρας: «Οι μεγάλοι τακτικοί στην εκστρατεία ήταν οι λόφοι και τα δάση, τα οποία ένας νεαρός Πολωνός μηχανικός ήταν αρκετά ικανός ώστε να διαλέξει για προπύργιό μου».[7]

Τον Μάρτιο του 1778, ο Κοσιούσκο έφτασε στο Γουέστ Πόιντ, Νέα Υόρκη, και πέρασε πάνω από δύο χρόνια[33] ενισχύοντας τις οχυρώσεις και βελτιώνοντας την αμυντική λειτουργία.[34][35] Αυτές τις οχυρώσεις προσπάθησε να παραχωρήσει στους Βρετανούς ο Μπένεντικτ Άρνολντ όταν έγινε προδότης.[36] Λίγο αφότου ολοκλήρωσε τις οχυρώσεις στο Γουέστ Πόιντ, τον Αύγουστο του 1780, ο Τζορτζ Ουάσινγκτον ενέκρινε το αίτημα του Κοσιούσκο να μετακινηθεί σε θέση μάχης στη νότια στρατιά. Οι οχυρώσεις στο Γουέστ Πόιντ θεωρήθηκαν ευρέως ως καινοτόμες για την εποχή.[37][38]

Νότια περιοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτραίτο του Κοσιούσκο από τον Kazimierz Wojniakowski

Αφότου ταξίδευσε νότια μέσω της αγροτικής Βιρτζίνια τον Οκτώβριο του 1780, ο Κοσιούσκο προχώρησε στη Βόρεια Καρολίνα για να παρουσιαστεί στον πρώην διοικητή του Γκέιτς.[34] Όμως, μετά την καταστροφική ήττα του Γκέιτς στο Κάμντεν τις 16 Αυγούστου 1780, το Κογκρέσο επέλεξε τον αρχιστράτηγο Ναθάνιελ Γκριν για να αντικαταστήσει τον Γκέιτς στην νότια στρατιά.[39] Όταν ο Γκριν ανέλαβε τις 3 Δεκεμβρίου 1780, κράτησε τον Κοσιούσκο στη θέση του επικεφαλής μηχανικού.[34]

Μέχρι το τέλος της εκστρατείας, ο Κοσιούσκο τοποθετήθηκε επικεφαλής της κατασκευής βαρκών, την επιλογή θέσεων για στρατόπεδα, να ερευνά για ποτάμια περάσματα, να οχυρώνει θέσεις και να αναπτύσσει σημεία επαφής και επικοινωνίας. Οι συνεισφορές του ήταν καθοριστικές για να αποτρέψουν την κατάρρευση της νότιας στρατιάς. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του «Αγώνα για το Νταν», όταν ο Βρετανός στρατηγός Τσαρλ Κορνγουάλις κυνήγησε τον Γκριν για περίπου 200 μίλια (320 χιλιόμετρα) σε ανώμαλο έδαφος τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1781. Χάρις σε ένα συνδυασμό τακτικών από τον Γκριν και βαρκών, μαζί με τη γνώση για τα ποτάμια περάσματα, οι Αμερικανοί διέσχισαν με ασφάλεια κάθε ποτάμι, όπως τους Γιάντκιν και Νταν.[34] Ο Κορνουάλις, χωρίς να έχει βάρκες και χωρίς να βρει τρόπο να διασχίσει τον φουσκωμένο Νταν τελικά σταμάτησε την καταδίωξη και αποσύρθηκε πίσω στη Βόρεια Καρολίνα. Οι Αμερικανοί ανασχηματίστηκαν νότια του Χάλιφαξ, Βιρτζίνια, σε θέση που είχε οχυρωθεί από τον Κοσιούσκο ύστερα από αίτημα του Γκριν.[40]

Κατά τη διάρκεια του Αγώνα για το Νταν, ο Κοσιούσκο βοήθησε να επιλεγεί ο χώρος στον οποίο τελικά ο Γκριν επέστρεψε για να πολεμήσει τον Κορνουάλις, στο Γκίλφορντ Κορτχάους. Αν και τακτικά ηττημένοι, οι Αμερικανοί σχεδόν διέλυσαν τον στρατό του Κορνουάλις ως αποτελεσματική δύναμη και απέκτησαν μόνιμο στρατηγικό πλεονέκτημα στον Νότο.[41] Έτσι, ο Γκριν άρχισε την ανακατάληψη της Νότιας Καρολίνας την άνοιξη του 1781. Οι αμερικανικές δυνάμεις απώθησαν τους Βρετανούς στα παραλιακά λιμάνια στο δεύτερο ήμισυ του 1781 και τις 16 Αυγούστου ο Κοσιούσκο συμμετείχε στη δεύτερη μάχη του Κάμντεν.[42] Στο Νάιτι Σιξ, ο Κοσιούσκο πολιόρκησ το οχυρό από τοις 22 Μαΐου μέχρι τις 18 Ιουνίου. Κατά τη διάρκεια της ανεπιτυχούς πολιορκίας, ο Κοσιούσκο τραυματίστηκε για πρώτη και μοναδική φορά στο πεδίο της μάχης στην εφταετή του υπηρεσεία, από ξιφολόγχη στα οπίσθια κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης.[43]

Ο Κοσιούσκο στη συνέχεια βοήθησε να οχυρωθούν οι αμερικανικές βάσεις στη Βόρεια Καρολίνα,[44] πριν να λάβει μέρος σε αρκετές μικρότερες επιχειρήσεις τον τελευταίο χρόνο των εχθροπραξιών, παρενοχλώντας τους Βρετανούς κοντά στο Τσάρλεστον. Διοικούσε δύο ίλες ιππικού και μία μονάδα πεζικού και η τελευταία μάχη στην οποία ηγήθηκε ήταν στο Τζέιμς Άιλαντ, Νότια Καρολίνα, τις 14 Νοεμβρίου 1782,[45] όπου η μικρή του ομάδα σχεδόν εξολοθρεύτηκε.[46] Ένα μήνα αργότερα ήταν ανάμεσα στους στρατιώτες οι οποίοι ανακατέλαβαν το Τσάρλεστον μετά την απομάκρυνση των Βρετανών από την πόλη. Ο Κοσιούσκο πέρασε το υπόλοιπο του πολέμου εκεί, διοργανώνοντας μια επίδειξη πυροτεχνημάτων τις 23 Απριλίου 1783, για να εορτάσει την υπογραφή της συνθήκης των Παρισίων νωρίτερα τον ίδιο μήνα.[47]

Μετά τον πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς δεν είχε πληρωθεί στα εφτά χρόνια της υπηρεσίας τους, στα τέλη Μαΐου 1783 ο Κοστσιούσκο αποφάσισε να παραλάβει ο ίδιος τον μισθό του.[48] Εκεί το χρόνο του ζητήθηκε από το Κογκρέσο να επιβλέψει την παράσταση πυροτεχνημάτων για τους εορτασμούς της 4ης Ιουλίου στο Πρίνστον.[49] Τις 13 Οκτωβρίου 1783, το Κογκρέσο τον ανακήρυξε ταξίαρχο, αλλά ακόμη δεν είχε πληρωθεί, όπως και πολλοί άλλοι αξιωματικοί και στρατιώτες.[50] Ενώ περίμενε την πληρωμή του, χωρίς να μπορεί να πληρώσει το ταξίδι της επιστροφής στην Ευρώπη, ζούσε με δάνεια από τον Πολωνοεβραίο τραπεζίτη Χάιμ Σόλομον. Τελικά του δόθηκαν 12.280 δολάρια, με επιτόκιο 6%, για να τα παραλάβει την 1 Ιανουαρίου 1784, και 500 έικρ (200 εκτάρια) γης, αλλά μόνο εάν επέλεγε να μείνει στις Ηνωμένες Πολιτείες.[51] Το χειμώνα του 1783-1784 ο πρώην διοικητής του Γκριν τον προσκάλεσε να μείνει στην έπαυλή του.[52] Επίσης έγινε μέλος της Κοινωνίας των Σινσινάτι.[34]

Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Κοσιούσκο στο Μιερατσούσκινα, Λευκορωσία.

Τις 15 Ιουλίου 1784, ο Κοσιούσκο ξεκίνησε για την Πολωνία, όπου έφτασε τις 26 Αυγούστου. Εξαιτίας μιας διαμάχης ανάμεσα στους προστάτες του, την οικογένεια Σαρτορίσκι και τον βασιλιά Στανισλάβο, ο Κοσιούσκο πάλι δεν κατάφερε να διοριστεί στον στρατό της Κοινοπολιτείας. Εγκαταστάθηκε στο Σιεσνοβίτσε (λευκορωσικά: Сяхновічы)..[34] Ο αδελφός του Γιόζεφ έχασε τα περισσότερα από τα οικογενειακά κτήματα μέσω κακών επενδύσεων, αλλά με τη βοήθεια της αδελφής του Άννας, ο Κοσιούσκο εξασφάλισε ένα τμήμα για τον ίδιο.[53] Αποφάσισε να περιορίσει την υποχρεωτική εργασία των αγροτών σε δύο ημέρες την εβδομάδα και εξαίρεσαι τελείως τις γυναίκες αγρότες. Τα κτήματά του σύντομα σταμάτησαν να παράγουν κέρδος και άρχισε να αποκτά χρέη..[34] Την κατάσταση δε βοήθησε η αποτυχία της αμερικανικής κυβέρνησης να παραδώσει τα χρήματα που είχε υποσχεθεί για την εφταετή θητεία του.[54] Ο Κοσιούσκο σχημάτισε φιλίες με φιλελεύθερους. Ο Ούγκο Κολοτάι του πρόσφερε θέση λέκτορα στο Γιαγκελόνιο Πανεπιστήμιο στη Κρακοβία, την οποία ο Κοσιούσκο απέρριψε.[55]

Τελικά το Μεγάλο Σέιμ του 1788-92 εισήγαγε κάποιες μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης στρατευμάτων στα σύνορα της Κοινοπολιτείας. Ο Κοσιούσκο διέκρινε την ευκαιρία σε επιστρέψει σε στρατιωτική υπηρεσία και πέρασε χρόνο στη Βαρσοβία, ανάμεσα σε όσους συμμετείχαν σε πολιτικές διαμάχες εκτός του Σέιμ. Έγγραψε ένα δοκίμιο να δημιουργηθεί μια στρατιωτική δύναμη με βάση του αμερικανικό μοντέλο.[34][56] Καθώς η πολιτική πίεση αυξανόταν για τη δημιουργία στρατού, οι πολιτικοί σύμμαχοι του Κοσιούσκο απέκτησαν επιρροή στον βασιλιά, ο Κοσιούσκο επέβαλε ξανά τη δήλωση διορισμού και τις 12 Οκτωβρίου 1789 έλαβε τον διορισμό του ως υποστράτηγος.[34] Άρχισε να λαμβάνει τη πληρωμή των 12.000 ζλότι τον χρόνο, θέτοντας τέλος στις οικονομικές του δυσκολίες. Ζήτησε να μεταφερθεί στη λιθουανική στρατιά αλλά τέθηκε σε μια μονάδα στη δύση, στη Πολωνία. Την 1η Φεβρουαρίου 1790, παρουσιάστηκε στο Βλότσαβεκ. Το καλοκαίρι διοικούσε μερικές μονάδες πεζικού και ιππικού στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Βιστούλα. Τον Αύγουστο του 1790 μετατάχθηκε στη Βολινία και στρατοπέδευσε κοντά στο Σταροκοστιαντίνιβ και το Μιεντιμπόρζε.[34] Ο πρίγκιπας Γιόζεφ Πονιατόβσκι, ο οποίος ήταν ο ανιψιός του βασιλιά, αναγνώρισε την εμπειρία του Κοσιούσκο και τον προήγαγε σε υπαρχηγό, αφήνοντας του τη αρχηγία όταν ήταν απών.[57]

Παράλληλα, ο Κοσιούσκο άρχισε να ασχολείται όλα και περισσότερο με τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις.[58] Ο Κοσιούσκο υποστήριξε ότι οι αγρότες και οι Εβραίοι πρέπει να αποκτήσουν πλήρη δικαιώματα πολίτη, καθώς αυτό θα τους έδινε κίνητρο να υπερασπιστούν την Πολωνία σε περίπτωση πολέμου.[59] Οι πολιτικοί μεταρρυθμιστές με επίκεντρο το Πατριωτικό Κόμμα πέτυχαν μια σημαντική νίκη με την υιοθέτηση του Συντάγματος της 3 Μαΐου 1791. Ο Κοσιούσκο είδε το σύνταγμα ως ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση, αλλά απογοητεύθηκε με τη διατήρηση της μοναρχίας και βελτίωσε ελάχιστα τη θέση των αγροτών και των Εβραίων.[60] Οι γείτονες της Κοινοπολιτείας είδαν το σύνταγμα ως απειλή στην επιρροή τους στην εσωτερική πολιτική της Πολωνίας. Ένα χρόνο μετά την υιοθέτηση του συντάγματος, τις 14 Μαΐου 1792, αντιδραστικοί άρχοντες σχημάτισαν την συνομοσπονδία της Ταργκοβίτσα, η οποία ζήτησε τη βοήθεια της τσαρίνας Αικατερίνης Β΄ για να ανατρέψει το σύνταγμα. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 18 Μαΐου 1792, ένας ρωσικός στρατός 100.000 αντρών διέσχισε τα πολωνικά σύνορα, κατευθυνόμενος προς τη Βαρσοβία, αρχίζοντας τον ρωσοπολωνικό πόλεμο του 1792.[61]

Υπερασπίζοντας το σύνταγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Ταντέους Κοσιούσκο κατά τη διάρκεια της μάχης του Ρακλάβιτσε, από τον Γιούλιους Κόσακ.

Οι Ρώσοι είχαν αριθμητικό πλεονέκτημα 3:1, με περίπου 98.000 στρατιώτες έναντι σε 37.000 Πολωνούς.[62] Επίσης είχαν το πλεονέκτημα στην εμπειρία στο πεδίο της μάχης.[63] Πριν εισβάλλουν οι Ρώσοι, ο Κοστσιούσκο διορίστηκε υπαρχηγός της μονάδας πεζικού του πρίγκιπα Γιόζεφ Πονιατόβσκι, η οποία στρατοπέδευε στην πολωνική δυτική Ουκρανία. Όταν ο πρίγκιπας έγινε στρατάρχης ολόκληρου του πολωνικού στρατού τις 3 Μαΐου 1792, στον Κοστσιούσκο δόθηκε η διοίκηση μίας διαίρεσης κοντά στο Κίεβο.[64]

Οι Ρώσοι επιτέθηκαν σε ευρύ μέτωπο με τρεις στρατιές. Ο Κοσιούσκο πρότεινε ολόκληρος ο πολωνικός στρατός να επικεντρωθεί και να αντιμετωπίσει τη μία από τις ρωσικές στρατιές ώστε να εξασφαλιστεί αριθμητική ισορροπία και να αναπτερώσει το ηθικό των κυρίως άπειρων πολωνικών δυνάμεων για μια γρήγορη νίκη, αλλά ο Πονιατόβσκι απέρριψε το πλάνο.[63] Τις 22 Μαΐου 1792, οι ρωσικές δυνάμεις διέσχισαν τα σύνορα στην Ουκρανία, όπου ήταν σταθμευμένοι ο Κοστσιούσκο και ο Πονιατόβσκι. Ο βασιλικός στρατός κρίθηκε πολύ αδύναμος για να αντιμετωπίσει τις εχθρικές δυνάμεις στη δυτική Ουκρανία και άρχισε να υποχωρεί πολεμώντας προς τη δυτική όχθη του ποταμού νότιος Μπουγκ, με το Κοστσιούσκο να διοικεί την οπισθοφυλακή.[64][65] Τις 18 Ιουνίου, ο Πονιατόβσκι νίκησε τη μάχη του Ζιέλεντσε, η μοίρα του Κοσιούσκο δεν συμμετείχε στη μάχη και εντάθηκε στην κυρίως στρατιά μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά η προστασία που παρείχε στα νώτα του στρατού και στις πλευρές του έδωσε το βραβείο Virtuti Militari, το οποίο είναι μέχρι σήμερα η ανώτερη στρατιωτική διάκριση της Πολωνίας. (Ο Στοροζύνσκι όμως δηλώνει ότι το Virtuti Militari απονεμήθηκε στον Κοσιούσκο για την νίκη στη Ντούμπιενκα στις 18 Ιουλίου[64][66]) Οι Πολωνοί συνέχισαν την υποχώρηση, και τις 7 Ιουλίου, οι δυνάμεις του Κοστσιούσκο πολέμησαν με τους Ρώσους στο Βολοντιμίρ-Βολίνσκι. Με την άφιξή του στον βόρειο ποταμού Μπουγκ, ο πολωνικός στρατός χωρίστηκε σε τρεις μοίρες ώστε να υπερασπιστεί την αμυντική γραμμή του ποταμού, αποδυναμώνοντας την αριθμιτική υπεροχή των Πολωνών, ενάντια στη συμβουλή του Κοσιούσκο για έναν ενωμένο, ισχυρό στρατό.[64]

Στις δυνάμεις του Κοσιούσκο ανατέθηκε η προστασία της νότιας πλευράς του μετώπου, κοντά στα σύνορα με την Αυστρία. Στη μάχη της Ντούντιενκα (18 Ιουλίου 1792), ο Κοσιούσκο απώθησε τον αριθμητικά ανώτερο ρωσικό στρατό, χρησιμοποιώντας τα χερσαία εμπόδια και τις οχυρώσεις και θεωρήθηκε ένας από τους κορυφαίους στρατιωτικούς διοικητές της Πολωνίας της εποχής του.[64] Με περίπου 5.300 άντρες, νίκησε 25.000 Ρώσους υπό την αρχηγία του στρατηγού Μιχαήλ Κατσόφσκι.[67] Παρά την τακτική νίκη, ο Κοστσιούσκο αναγκάστηκε να υποχωρήσει καθώς οι Ρώσοι διέσχισαν τα αυστριακά σύνορα και άρχισαν να υπερφαλαγγίζουν τη θέση του.[67]

Μετά τη μάχη, ο βασιλιάς Στανισλάβος Αύγουστος Πονιατόβσκι προβίβασε τον Κοστσιούσκο σε αντίστρατηγο και του προσέφερε το Τάγμα του Λευκού Αετού, αλλά ο Κοσιούσκο, όντας δημοκρατικός, δεν δέχθηκε τη βασιλική τιμή.[68][69] Τα νέα της νίκης του Κοσιούσκο διαδόθηκαν στην Ευρώπη και στις 26 Αυγούστου έγινε επίτιμος πολίτης της Γαλλίας από την εθνική νομοθετική συνέλευση της επαναστατικής Γαλλίας. Ενώ ο Κοσιούσκο θεωρούσε το αποτέλεσμα του πολέμου ακόμη αβέβαιο, ο βασιλιάς διέταξε παύση πυρός.[64][70] Τις 24 Ιουλίου 1792, πριν ο Κοσιούσκο λάβει την προαγωγή του ως αντιστράτηγος, ο βασιλιάς αιφνιδίασε τον στρατό ανακοινώνοντας την ανάρρισή του στην συνομοσπονδία της Ταργκοβίτσα και διέταξε τον πολωνο-λιθουανικό στρατό να σταματήσει τις εχθροπραξίες με τους Ρώσους. Ο Κοσιούσκο σκέφτηκε να απαγάγει τον βασιλιά όπως είχε κάνει η συνομοσπονδία του Μπαρ πριν δύο δεκαετίες, το 1771, αλλά τον αποθάρρυνε ο πρίγκιπας Γιόζεφ. Τις 30 Αυγούστου, ο Κοσιούσκο παραιτήθηκε από τον στρατό και επέστρεψε στη Βαρσοβία, όπου έλαβε την προαγωγή του και πληρωμή, αλλά αρνήθηκε την παράκληση του βασιλιά να παραμείνει στον στρατό. Εκείνη περίπου την εποχή, έπαθε ίκτερο.[64]

Μετανάστης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κοσιούσκο φορώντας το Virtuti Militari και τον αετό των Σινσινάτι.

Η παράδοση του βασιλιά ήταν ισχυρό πλήγμα για τον Κοσιούσκο, ο οποίος δεν είχε χάσει ούτε μια μάχη στην εκστρατεία. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1792 παραιτήθηκε και στις αρχές Οκτωβρίου έφυγε από τη Βαρσοβία. Αρχικά πήγε ανατολικά, στην έπαυλη των Σαρτορίσκι στη Σιένιαβα, λαμβάνοντας κακεντρεχή σχόλια. Στα μέσα Νοεμβρίου πέρασε δύο εβδομάδες στο Λβιβ, όπου τον υποδέχθηκε ο λαός, ο οποίος ήθελε να δει το διάσημο διοικητή. Η Ιζαμπέλα Σαρτόρισκα του ζήτησε να παντρευτεί την κόρη της Ζοφία.[64][71] Οι Ρώσοι σκόπευαν να τον συλλάβουν αν επέστρεψε σε εδάφη τα οποία έλεγχαν. Οι Αυστριακοί, οι οποίοι ήλεγχαν το Λβιβ πρόσφεραν στο Κοσιούσκο θέση στον αυστριακό στρατό, την οποία απέρριψε.[72] Ακολούθως σκόπευαν να τον απελάσουν, αλλά ο Κοσιούσκο έφυγε από το Λβιβ και πήγε στο Πούγαβι, περνώντας από το Ζάμοστς.[64][72]

Όμως, ούτε εκεί έκατσε πολύ και στις 12-13 Δεκεμβρίου ήταν στη Κρακοβία, τις 17 Δεκεμβρίου στο Βρότσλαβ και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στη Λειψία, όπου πολλοί Πολωνοί στρατιωτικοί και πολιτικοί είχαν σχηματίσει μια κοινότητα μεταναστών.[64] Σύντομα αυτός και άλλοι άρχισαν να σχεδιάζουν μια εξέγερση ενάντια στη ρωσική εξουσία στη Πολωνία.[73] Οι πολιτικοί, ομαδοποιημένοι γύρω από τους Ιγκνάσι Ποτόκι και Ούγκο Κολατάι, άρχισαν επαφές με παρόμοιες ομάδες στην Πολωνία και την άνοιξη του 1893 τους είχαν προσεταιριστεί και άλλοι πολιτικοί και επαναστάτες. Παράλληλα, άρχισε ο σχεδιασμός μία εξέγερσης πριν ακόμη τους προσεταιριστεί ο Κοστσιούσκο, του οποίου η υποστήριξη τους έδωσε μεγάλη ώθηση, καθώς ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή άτομα στην Πολωνία.[74]

Μετά από δύο εβδομάδες παραμονής στη Λειψία, πριν τη δεύτερη εβδομάδα του Ιανουαρίου του 1793, ο Κοσιούσκο έφυγε για το Παρίσι, όπου προσπάθησε να λάβει τη γαλλική υποστήριξη για την εξέγερση στην Πολωνία. Έμεινε εκεί μέχρι το καλοκαίρι, αλλά παρά την αυξανόμενη επαναστατικότητα, οι Γάλλοι δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα με τον στόχο των Πολωνών και αρνήθηκαν να δεσμευτούν.[73] Ο Κοσιούσκο συμπέρανε ότι οι γαλλικές αρχές δεν ενδιαφέρονταν για την Πολωνία πέρα από ότι θα εξυπηρετούσε τον δικό τους σκοπό και άρχισε να απογοητεύεται από τη γαλλική επανάσταση - με τις έριδες ανάμεσα στις διαφορετικές φράξιες και την αυξανόμενη τρομοκρατία.[75]

Τις 23 Ιανουαρίου 1793, η Πρωσία και Ρωσία υπέγραψαν τον Δεύτερο Διαμελισμό της Πολωνίας. Το Χρόδνο Σέιμ συγκληθεί υπό πίεση τον Ιούνιο και επικύρωσε τον διαμελισμό και επίσης αναγκάστηκε να ακυρώσει το σύνταγμα της 3ης Μαΐου 1791.[76][77] Με τον δεύτερο διαμελισμό, η Πολωνία έγινε μια μικρή χώρα με έκταση περίπου 200.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα[78] και 4 εκατομμύρια κατοίκους.[76] Αυτό αιφνιδίασε την συνομοσπονδία της Ταργκοβίτσα, η οποία πίστευε ότι υπερασπιζόταν τα συμφέροντα των αρχόντων, αλλά δεν περίμενε ότι το αίτημά τους για βοήθεια από την Τσαρίνα Αικατερίνη θα αποδυνάμωνε τελικά τη χώρα τους.[77][79]

Τον Αύγουστο του 1793, ο Κοσιούσκο, αν και ανησυχούσε ότι μια εξέγερση δεν θα είχε τύχη ενάντια στις τρεις δυνάμεις, επέστρεψε στη Λειψία, όπου του ζητήθηκε να αρχίσει τις προετοιμασίες το ταχύτερο δυνατό.[80] Τον Σεπτέμβριο πέρασε παράνομα τα πολωνικά σύνορα και άρχισε να διάγει προσωπικές παρατηρήσεις και συναντήθηκε με υψηλόβαθμους αξιωματικούς του πολωνικού στρατού, όπως ο στρατηγός Γιόζεφ Βοντίτσκι. Οι προετοιμασίες ήταν αργές και έφυγε για την Ιταλία, σκοπεύοντας να επιστρέψει τον Φεβρουαρίου του 1794. Όμως, η κατάσταση στην Πολωνία άλλαζε ταχύτατα. Οι ρωσικές και πρωσικές κυβερνήσεις ανάγκασαν την Πολωνία να διαλύσει τον στρατό της και οι εναπομείνασες μονάδες εντάχθηκαν στον ρωσικό στρατό. Τον Μάρτιο, Ρώσοι πράκτορες ανακάλυψαν τους επαναστάτες στη Βαρσοβία και άρχισαν να συλλαμβάνουν επιφανείς Πολωνούς πολιτικούς και στρατιωτικούς. Ο Κοστσιούσκο αναγκάστηκε να εκτελέσει το σχέδιό του νωρίτερα απ'ότι σκόπευε και τις 15 Μαρτίου 1794, έφυγε για την Κρακοβία.[73]

Εξέγερση του Κοσιούσκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κοσιούσκο στη μάχη του Ρακλαβίτσε, από τον Γιαν Ματέικο.

Μαθαίνοντας ότι η ρωσική φρουρά είχε φύγει από την Κρακοβία, ο Κοσιούσκο μπήκε στην πόλη το βράδυ τις 23 Μαρτίου 1794. Το επόμενο πρωί, στην κεντρική πλατεία, ανακοίνωσε την εξέγερση.[73] Ο Κοστσιούσκο έλαβε τον τίτλο του διοικητή των πολωνο-λιθουανικών δυνάμεων οι οποίες μάχονταν ενάντια στη ρωσική κατοχή.[81] Στη συνέχεια κινητοποίησε το λαό, προσπαθώντας να αποκτήσει αρκετούς εθελοντές ώστε να αντιμετωπίσει τον μεγαλύτερο και πιο έμπειρο ρωσικό στρατό. Επίσης, ήλπιζε να μην παρέμβουν η Αυστρία ή η Πρωσία, και έτσι αποθάρρυνε τις δραστηριότητες ενάντια στους Αυστριακούς και τους Πρώσους.

Ο Κοσιούσκο συγκέντρωσε περίπου 6.000 άτομα, τα οποία περιλάμβαναν 4.000 τακτικούς στρατιώτες και 2.000 εφέδρους, και προέλασε προς τη Βαρσοβία.[73] Οι Ρώσοι κατάφεραν να οργανώσουν το στρατό για τον αντιμετωπίσουν ταχύτερα απ'ότι περίμενε, αλλά κατάφερε να νικήσει στο Ρατσλαβίτσε τις 4 Απριλίου 1794, χάρις στην ηγεσία του σε μια ομάδα πεζικού από εθελοντές χωρικούς. Όμως, αυτή η ρωσική ήττα δεν ήταν στρατηγικά σημαντική και οι ρωσικές δυνάμεις ανάγκασαν σύντομα τον Κοστσιούσκο να υποχωρήσει στην Κρακοβία. Κοντά στο Πολάνιετς έλαβε ενισχύσεις και συναντήθηκε με άλλους ηγέτες της εξέγερσης και εξέδωσε μια σημαντική πολιτική ανακοίνωση, την Ανακήρυξη του Πολάνιετς. Η ανακοίνωση ανέφερε ότι οι υπηρέτες δικαιούνταν πολιτικών δικαιωματών και μείωνε την υποχρεωτική τους εργασία.[82] Παράλληλα, οι Ρώσοι επικήρυξαν τον Κοσιούσκο «νεκρό ή ζωντανό».[83]

Η Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία εξέδωσε τα πρώτα χαρτονομίσματα ζλότι το 1794, υπό την ηγεσία του Ταντέους Κοστσιούσκο. Τον Ιούνιο, οι Πρώσοι άρχισαν να βοηθούν ενεργά τους Ρώσους και τις 6 Ιουνίου 1794, ο Κοστσιούσκο πολέμησε μια αποφασιστική μάχη ενάντια στις ρωσοπρωσικές δυνάμεις στο Στσεκοτσίνι.[82] Από τα τέλη Ιουνίου και για αρκετές εβδομάδες, υπερασπιζόταν την Βαρσοβία, την οποία ήλεγχαν επαναστάτες. Τις 28 Ιουνίου, μια ομάδα στασιαστών στη Βαρσοβία συνέλαβε και κρέμασε τον επίσκοπο Ιγκνάσι Μασάλσκι και άλλους έξι. Ο Κοστσιούσκο ανέφερε σχετικά με το γεγονός ότι τον γέμισε με πικρία και λύπη, αναφέροντας ότι οι νόμοι θα πρέπει να τηρούνται.[84] Το πρωί της 6ης Σεπτεμβρίου, οι Πρωσικές δυνάμεις έχοντας αποσυρθεί για να καταπνίξουν την επανάσταση στην Ευρύτερη Πολωνία, σταμάτησαν την πολιορκία. Τις 10 Οκτωβρίου, κατά τη διάρκεια μιας εξόδου ενάντια στη νέα ρωσική επίθεση, ο Κοσιούσκο τραυματίστηκε και συνελήφθη στο Ματσιεγιοβίτσε. Φυλακίστηκε από τους Ρώσους στην Αγία Πετρούπολη, στο οχυρό Πέτρου και Παύλου.[85] Σύντομα, η εξέγερση καταπνίγηκε μετά την μάχη της Πράγας, όπου σύμφωνα με έναν Ρώσο αυτόπτη μάρτυρα, τα ρωσικά στρατεύματα σφάγιασαν 20.000 κατοίκους της Βαρσοβίας.[86] Ο μετέπειτα τρίτος διαμελισμός της Πολωνίας τέλειωσε την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου πολωνικού κράτους για τα επόμενα 123 χρόνια.[87]

Μετέπειτα ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H οικία του Κοσιούσκο στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Σήμερα αποτελεί εθνικό μνημείο

Ο θάνατος της Τσαρίνας Αικατερίνης της Μεγάλης τις 17 Νοεμβρίου 1796, οδήγησε σε αλλαγή της ρωσικής πολιτικής προς την Πολωνία.[85] Τις 28 Νοεμβρίου, ο Τσάρος Παύλος Α΄, ο οποίος μισούσε την Αικατερίνη, έδωσε χάρη στον Κοσιούσκο και τον απελευθέρωση, αφότου έδωσε όρκο πίστης. Ο Παύλος υποσχέθηκε να απελευθερώσει όλους τους Πολωνούς πολιτικούς κρατούμενους οι οποίοι βρίσκονταν σε ρωσικές φυλακές και είχαν μετεγκατασταθεί βίαια στη Σιβηρία. Ο Τσάρος έδωσε στον Κοσιούσκο 12.000 ρούβλια, τα οποία αργότερα ο Κοσιούσκο, το 1798, επιχείρησε να επιστρέψει όταν επίσης αποκήρυξε τον όρκο.[88]

Ο Κοσιούσκο έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω Στοκχόλμης και Λονδίνου, αναχωρώντας από το Μπρίστολ τις 17 Ιουνίου 1797, και έφτασε στη Φιλαδέλφεια τις 18 Αυγούστου.[88] Αν και καλωσορίστηκε από τον λαό, αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία από την αμερικανική κυβέρνηση, την οποία ήλεγχαν οι Ομοσπονδιακοί, δυσαρεστημένοι με τον Κοσιούσκο ο οποίος προσέκειτο στο Δημοκρατικό-Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.[88]

Τον Μάρτιο του 1798, ο Κοσιούσκο έλαβε γράμματα από τη Ευρώπη. Τα νέα σε ένα από αυτά τον αιφνιδίασε, με αποτέλεσμα, αν και ακόμη τραυματισμένος, να αναπηδήσει από τον καναπέ και πηδήσει στο μέσω του δωματίου χωρίς βοήθεια, λέγοντας στον στρατηγό Άντονι Βάλτον Γουάιτ «Πρέπει να επιστρέψω άμεσα στην Ευρώπη». Το συγκεκριμένο γράμμα ανέφερε ότι ο Πολωνός στρατηγός Γιαν Χένρικ Νταμπρόβσκι και Πολωνοί στρατιώτες πολεμούσαν στην Γαλλία μαζί με τον Ναπολέοντα και η αδελφή του Κοσιούσκο έστειλε τους δύο ανιψιούς του να υπηρετήσουν στο στράτευμα του Ναπολέοντα.[89] Την ίδια περίοδο ο Κοσιούσκο έμαθε ότι ο Ταλλεϋράνδος ζητούσε την ηθική και δημόσια υποστήριξή του για τη μάχη της Γαλλίας ενάντια στη Πρωσία, η οποία συμμετείχε στους διαμελισμούς της Πολωνίας.[88] Ο Κοσιούσκο συμβουλεύτηκε αμέσως τον Τόμας Τζέφερσον, ο οποίους του εξασφάλισε διαβατήριο με άλλο όνομα και κανόνισε την μυστική του αναχώρηση για τη Γαλλία. Ο Κοσιούσκο δεν είπε λέξη στον πρώην συμπολεμιστή και συγκρατούμενο Τζούλιαν Νιέμτσεβιτς ούτε στον υπηρέτη του, αφήνοντάς τους μόνο λίγα χρήματα.[90][91]

Άλλοι παράγοντες συνέβαλαν στην απόφασή του να φύγει. Οι επαφές του με τη Γαλλία σήμαιναν ότι μπορούσε να φυλακιστεί ή να απελαθεί με βάση τις πράξεις περί Αλλοδαπών και Ανταρσίας.[92] Ο Τζέφερσον ανησυχούσε ότι η Γαλλία και οι ΗΠΑ ήταν στα πρόθυρα πολέμου μετά τη συμφωνία XYZ και τον θεωρούσε ως ανεπίσημο απεσταλμένο. Ο Κοσιούσκο αργότερα έγραψε «ο Τζέφερσον θεωρούσε ότι εγώ θα ήμουν πιο αποτελεσματικός για την επίτευξη συμφωνίας με τη Γαλλία, έτσι αποδέχθηκαν την αποστολή αν και χωρίς επίσημη δικαιοδοσία».[93]

Διαθήκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν ο Κοσιούσκο φύγει για τη Γαλλία, συνέλεξε την πληρωμή του, έγραψε μια διαθήκη και εμπιστεύτηκε τον Τζέφερσον ως εκτελεστή της.[88][90] Ο Κοστσιούσκο και ο Τζέφερσον έγιναν στενοί φίλοι το 1797 και συνέχισαν να αλληλογραφούν για 20 έτη με αμοιβαίο σεβασμό. Στην διαθήκη του, ο Κοσιούσκο άφηνε την αμερικανική του περιουσία ως καταπίστευμα για την ελευθερία των μαύρων σκλάβων και την εκπαίδευσή τους για ανεξάρτητη δουλεία και ζωή.[94] Αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του Κοσιούσκο, ο Τζέφερσον, 77 ετών τότε, ανέφερε ότι ήταν ανίκανος να την εκτελέσει λόγω ηλικίας[95] και διαφόρων νομικών εμπλοκών του κληροδοτήματος, το οποίο ήταν δεσμευμένο μέχρι το 1856.[96] Ο Τζέφερσον πρότεινε τον φίλο του Τζον Χάρτγουελ Κοκ, επίσης ενάντιο στη σκλαβιά, ως εκτελεστή, αλλά ο Κοκ αρνήθηκε.[95] Η περίπτωση του κληροδοτήματος του Κοσιούσκο κατέληξε τρεις φορές στον Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.[97] Ο Κοσιούσκο είχε γράψει τέσσερις διαθήκες, τρεις από τις οποίες ήταν μεταγενέστερες της αμερικανικής.[98] Τελικά, το κληροδότημα δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ για τον σκοπό που προοριζόταν. Αν και η αμερικανική διαθήκη δεν εκτελέστηκε ποτέ,[99] η κληρονομία τους οδήγησε στην ίδρυση ενός εκπαιδευτικού ινστιτούτου για Αφροαμερικανούς στο Νιούαρκ, στο Νιου Τζέρσεϊ, το 1826, το οποίο φέρει το όνομα του Κοσιούσκο.[89][100]

Επιστροφή στην Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τελευταία κατοικία του Κοσιούσκο, στο Σόλοτουρν, Ελβετία

Ο Κοσιούσκο έφτασε στο Μπαγιόν της Γαλλίας τις 28 Ιουνίου 1798.[88] Μέχρι τότε τα σχέδια του Ταλεϋράνδου είχαν αλλάξει και δεν τον συμπεριλάμβαναν.[88] Ο Κοσιούσκο παρέμεινε πολιτικά ενεργά στους κύκλους των Πολωνών μεταναστών στη Γαλλία και στις 7 Αυγούστου 1799 έγινε μέλος της Κοινωνίας των Πολώνων Ρεπουμπλικάνων.[88] Ο Κοσιούσκο όμως αρνήθηκε τη διοίκηση των πολωνικών λεγεώνων οι οποίες είχαν σχηματιστεί στη Γαλλία.[88] Τις 17 Οκτωβρίου και τις 6 Νοεμβρίου 1799 συναντήθηκε με τον Ναπολέοντα, όμως απέτυχε να επιτύχει συμφωνία με τον Γάλλο στρατηγό, ο οποίος θεωρούσε τον Κοσιούσκο ένα «τρελό» ο οποίος «υπερεκτιμούσε την επιρροή του» στην Πολωνία.[101] Ο Κοσιούσκο από την πλευρά αντιπαθούσε τον Ναπολέοντα για τις δικτατορικές του βλέψεις και τον αποκάλεσε «υπονομευτή της (Γαλλικής) Δημοκρατίας».[88] Το 1807, ο Κοσιούσκο εγκαταστάθηκε στο Σατώ ντε Μπερβίλ, απομακρυνόμενος από την πολιτική.[88]

Ο Κοσιούσκο δεν πίστευε ότι ο Ναπολέοντας θα αποκαθιστούσε την Πολωνία σε ισχυρή μορφή.[102] Όταν οι δυνάμεις του Ναπολέοντα έφτασαν στα σύνορα της Πολωνίας, ο Κοσιούσκο του έγραψε ένα γράμμα, απαιτώντας εχέγγυα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ικανά εθνικά όρια, το οποίο ο Ναπολέων αγνόησε.[101] Ο Κοσιούσκο συμπέρανε ο Ναπολέοντας δημιούργησε το Δουκάτο της Βαρσοβίας το 1807 μόνο ως τέχνασμα και όχι επειδή υποστήριζε την ανεξαρτησία της Πολωνίας.[103] Έτσι, ο Κοσιούσκο δεν μετακόμισε στο Δουκάτο της Βαρσοβίας ούτε εντάχθηκε στον στρατού, σύμμαχο του Ναπολέοντα.[101]

Αντίθετα, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, συναντήθηκε με τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ στο Παρίσι και μετά το Μπραουνάου, Ελβετία.[101] Ο τσάρος ήλπιζε ότι μπορούσε να πείσει τον Κοσιούσκο να επιστρέψει στην Πολωνία, όπου ο Τσάρος σχεδίασε ένα νέο πολωνικό κράτος σύμμαχο της Ρωσίας. Σε αντάλλαγμα, ο Κοσιούσκο απαίτησε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και αποκατάσταση της επικράτειας, η οποία ήλπιζε να φτάνει μέχρι τους ποταμού Ντβίνα και Δνείπερο στα ανατολικά.[101] Όμως, ο Κοσιούσκο έμαθε σύντομα ότι το βασίλειο που σχεδίαζε ο Τσάρος ήταν ακόμη μικρότερο από το Δουκάτο της Βαρσοβίας και αποκάλεσε την οντότητα «ένα αστείο».[104] Όταν δεν έλαβε απάντηση στα γράμματά του από τον Τσάρο έφυγε από τη Βιέννη και εγκαταστάθηκε στο Σόλοτουρν, Ελβετία.

Στις 2 Απριλίου 1817, ο Κοστσιούσκο χειραφέτησε τους αγρότες στα κτήματά του στην Πολωνία, αλλά ο τσάρος Αλέξανδρος δεν τον επέτρεψε.[105] Έχοντας κακή υγεία και παλιά τραύματα, ο Κοσιούσκο πέθανε τις 15 Οκτωβρίου 1817 σε ηλικία 71 ετών στο Σόλοτουρν, αφότου έπεσε από ένα άλογο, είχε πυρετό και έπαθε εγκεφαλικό μερικές ημέρες αργότερα.[106]

Κηδεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τεφροδόχος η οποία περιέχει την καρδιά του Κοσιούσκο.

Η πρώτη κηδεία του Κοσιούσκο έλαβε χώρα τις 19 Οκτωβρίου 1817, στην πρώην ιησουητική εκκλησία του Σόλοτουρν.[101][107] Καθώς τα νέα του θανάτου διαδόθηκαν, έλαβαν χώρα λειτουργίες και μνημόσυνα στην Πολωνία.[108] Το ταριχευμένο σώμα του τάφηκε σε μια κρύπτη στην εκκλησία του Σόλοτουρν. Το 1818 το σώμα του Κοστσιούσκο μεταφέρθηκε στην Κρακοβία, φτάνοντας στον ναό του Αγίου Φλοριάνου τις 11 Απριλίου 1818. Τις 22 Ιουνίου 1828[108] ή 23 Ιουνίου 1819,[101] υπό τον ήχο της καμπάνας του Σιγισμούνδου και βολές κανονιών, το σώμα του τοποθετήθηκε σε μία κρύπτη του καθεδρικού ναού της Κρακοβίας, όπου βρίσκεται το πάνθεον των Πολωνών βασιλέων και εθνικών ηρώων.[101][108]

Τα όργανα του Κοσιούσκο, τα οποία είχαν αφαιρεθεί κατά την ταρίχευση, τάφηκαν ξεχωριστά στο νεκροταφείο του Τσούχβιλ, κοντά στο Σόλοτουρν, όπου παραμένουν μέχρι σήμερα. Η καρδιά του όμως δεν θάφτηκε με τα άλλα όργανα, αλλά φυλάχθηκε σε μια τεφροδόχο στο Πολωνικό Μουσείο στο Ράπερσβιλ, Ελβετία.[101][108] Η καρδιά μαζί με τα υπόλοιπα εκθέματα του μουσείο επαναπατρίστηκαν στη Βαρσοβία το 1927, και τώρα βρίσκεται σε ένα παρεκκλήσι στο Βασιλικό Κάστρο της Βαρσοβίας.[101][108]

Τιμές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλά μνημεία σε όλο το κόσμο αφιερωμένα στον Κοσιούσκο, αρχίζοντας με το λόφο Κοσιούσκο στην Κρακοβία, ο οποίος δημιουργήθηκε από άντρες, γυναίκες και παιδιά την περίοδο 1820-1823 με χώμα από τα πεδία των μαχών στις οποίες πολέμησε.[101][109] Η γέφυρα Ταντέους Κοσιούσκο, μια διπλή γέφυρα στον ποταμό Μόχοκ στο Όλμπανι, η οποία ολοκληρώθηκε το 1959,[110] και η γέφυρα Κοσιούσκο, η οποία ολοκληρώθηκε το 1939 στη Νέα Υόρκη, έχουν πάρει το όνομά τους από το Κοσιούσκο.[111] Η παλιά γέφυρα στη Νέα Υόρκη αντικαταστάθηκε από νέα γέφυρα του ίδιου ονόματος το 2017.[112][113]

Η οικία όπου έμεινε ο Κοσιούσκο στη Φιλαδέλφεια το 1796 τώρα είναι το Εθνικό Μνημείο Ταντέους Κοσιούσκο, το μικρότερο εθνικό πάρκο των ΗΠΑ.[114] Μουσείο στο Κοσιούσκο λειτουργεί στην τελευταία κατοικία του στο Σόλοτουρν της Ελβετίας.[115] Ένα πολωνο-αμερικανικό πολιτιστικό πρακτορείο, το Ίδρυμα Κοσιούσκο, δημιουργήθηκε το 1925 και εδρεύει στη Νέα Υόρκη.[116]

Το όρος Κοσιούσκο, το ψηλότερο βουνό της Αυστραλίας, πήρε το όνομά του από τον Πολωνό στρατιωτικό. Το όνομα δόθηκε από τον εξερευνητή Πάβελ Στρελέτσκι επειδή η εμφάνισή του του θύμισε αυτή του λόφου Κοσιούσκο στην Κρακοβία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το νησί Κοσιούσκο στην Αλάσκα, η κομητεία Κοσιούσκο στην Ιντιάνα και η πόλη Κοσιούσκο στο κεντρικό Μισισιπί, καθώς και εκατοντάδες δρόμοι πήραν το όνομά τους από τον Ταντέους Κοσιούσκο.[101]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Tadeusz Kościuszko». BelTA News Agency. Ανακτήθηκε στις November 16, 2015. 
  2. «U.S. Embassy Marks Birthday of Tadeusz Kościuszko With Donation to Museum». U.S. Department of State. February 5, 2015. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις November 17, 2015. Ανακτήθηκε στις November 16, 2015. 
  3. 3,0 3,1 Herbst, 1969 p. 430.
  4. Institute of World Politics, 2009, article.
  5. Szyndler, 1994, p. 103.
  6. Storozynski, 2009, p. 13.
  7. 7,00 7,01 7,02 7,03 7,04 7,05 7,06 7,07 7,08 7,09 7,10 7,11 7,12 Herbst, 1969 p. 431.
  8. Szyndler, 1991, p. 476.
  9. 9,0 9,1 9,2 Cizauskas 1986, pp. 1–10.
  10. Storozynski, 2011, p. 2.
  11. Szyndler, 1991, p. 27.
  12. Krol, 2005, Public address.
  13. Gardner, 1920 p. 317.
  14. Kajencki, 1998, p. 54.
  15. Korzon, 1894, p. 135.
  16. 16,0 16,1 Новости [Novosti], 2009, p. 317.
  17. Sanko & Saverchenko, 1999, p. 82.
  18. Под ред, 2006, pp. 206–08.
  19. 100 Great Aristocrats, Essay.
  20. Storozynski, 2011, p. 27.
  21. Storozynski, 2011, p. 28.
  22. Gardner, 1942, p. 17.
  23. 23,0 23,1 Storozynski, 2009, pp. 17–18.
  24. NPS, 2009, Essay.
  25. Storozynski, 2011, p. 32.
  26. Storozynski, 2011, pp. 36–38.
  27. Colimore, news article.
  28. Storozynski, 2011, pp. 41–42.
  29. 29,0 29,1 29,2 29,3 29,4 Storozynski, 2011, pp. 47–52.
  30. 30,0 30,1 30,2 Storozynski, 2011, pp. 53–54.
  31. Afflerbach, 2012, pp. 177–79.
  32. Storozynski, 2011, p. 65.
  33. U.S.Government Printing Office, 1922.
  34. 34,0 34,1 34,2 34,3 34,4 34,5 34,6 34,7 34,8 34,9 Herbst, 1969, p. 43.
  35. Storozynski, 2011, p. 85.
  36. Storozynski, 2011, pp. 128–30.
  37. Storozynski, 2011, pp. 131–32.
  38. Palmer, 1976, pp. 171–74.
  39. Storozynski, 2011, pp. 141–42.
  40. Storozynski, 2011, pp. 144–46.
  41. Storozynski, 2011, p. 147.
  42. Storozynski, 2011, p. 148.
  43. Storozynski, 2011, pp. 149–53.
  44. Storozynski, 2011, p. 154.
  45. Kajencki, 1998, p. 174.
  46. Storozynski, 2011, pp. 158–60.
  47. Storozynski, 2011, pp. 161–62.
  48. Storozynski, 2011, p. 163.
  49. Storozynski, 2011, p. 164.
  50. Storozynski, 2009, p. 114.
  51. Storozynski, 2011, pp. 166–67.
  52. Storozynski, 2011, p. 168.
  53. Storozynski, 2011, p. 177.
  54. Storozynski, 2011, p. 178.
  55. Storozynski, 2011, p. 181.
  56. Storozynski, 2011, p. 187.
  57. Storozynski, 2011, p. 203.
  58. Storozynski, 2011, p. 194.
  59. Storozynski, 2011, p. 195.
  60. Storozynski, 2011, pp. 213–14.
  61. Storozynski, 2011, pp. 218–23.
  62. Bardach, 1987, p. 317.
  63. 63,0 63,1 Storozynski, 2011, p. 223.
  64. 64,0 64,1 64,2 64,3 64,4 64,5 64,6 64,7 64,8 64,9 Herbst, 1969, p. 433.
  65. Storozynski, 2011, p. 224.
  66. Storozynski, 2011, p. 230.
  67. 67,0 67,1 Storozynski, 2011, pp. 228–29.
  68. Otrębski, 1994, p. 39.
  69. Falkenstein, 1831, p. 8.
  70. Storozynski, 2011, p. 231.
  71. Storozynski, 2011, p. 237.
  72. 72,0 72,1 Storozynski, 2011, pp. 239–40.
  73. 73,0 73,1 73,2 73,3 73,4 Herbst, 1969, p. 434.
  74. Storozynski, 2011, p. 238.
  75. Storozynski, 2011 pp. 244–45.
  76. 76,0 76,1 Lukowski, 2001, pp. 101–3.
  77. 77,0 77,1 Sužiedėlis, 1944, pp. 292–93.
  78. Davies, 2005, p. 394.
  79. Stone, 2001, pp. 282–85.
  80. Storozynski, 2011, p. 245.
  81. Storozynski, 2011, p. 252.
  82. 82,0 82,1 Herbst, 1969, p. 435.
  83. Storozynski, 2011, p. 283.
  84. Storozynski, 2009, pp. 195–96.
  85. 85,0 85,1 Herbst, 1969, pp. 435–36.
  86. Storozynski, 2011, p. 291.
  87. Landau & Tomaszewski, 1985, p. 27.
  88. 88,00 88,01 88,02 88,03 88,04 88,05 88,06 88,07 88,08 88,09 88,10 Herbst, 1969, p. 437.
  89. 89,0 89,1 Gardner 1942, p. 183.
  90. 90,0 90,1 Gardner, 1943, p. 124.
  91. Sulkin, 1944, p. 48.
  92. Nash, Hodges, Russell, 2012, pp. 161–62.
  93. Alexander, 1968, article.
  94. Sulkin. 1944, p. 48.
  95. 95,0 95,1 Storozynski, 2009, p. 280.
  96. Nash, Hodges, Russell, 2012, p. 218.
  97. Ennis v. Smith, 55 U.S. 400, 14 How. 400, 14 L.Ed. 427 (1852).
  98. Yiannopoulos, 1958, p. 256.
  99. Storozynski, 2009, p. 282.
  100. Nash, Hodges, Russell, 2012, p. 241.
  101. 101,00 101,01 101,02 101,03 101,04 101,05 101,06 101,07 101,08 101,09 101,10 101,11 Herbst, 1969, p. 438.
  102. Davies, 2005, pp. 216–17.
  103. Davies, 2005, p. 208.
  104. Feliks, on line essay.
  105. Cizauskas, 1986, journal.
  106. Storozynski, 2011, pp. 380–81.
  107. Szyndler, 1991, p. 366.
  108. 108,0 108,1 108,2 108,3 108,4 Kościuszko Mound, Essay.
  109. Nash, Hodges, Russell, 2012, p. 212.
  110. Capital Highways.
  111. New York State Department of Transportation.
  112. Burrell, Janelle; Adams, Sean (April 28, 2017). «First Span Of New Kosciuszko Bridge Open To Traffic». CBS New York. Ανακτήθηκε στις April 28, 2017. 
  113. Dunlap, David W. (2017-04-28). «How Do You Pronounce Kosciuszko? It Depends on Where You’re From.». The New York Times. ISSN 0362-4331. https://www.nytimes.com/2017/04/28/nyregion/kosciuszko-bridge-pronounciation.html. Ανακτήθηκε στις 2017-04-29. 
  114. Kosciuszko National Memorial (.gov).
  115. Herbst, 1969, pp. 438–39.
  116. The Kosciuszko Foundation, Mission and History.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω Ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]