Στρατής Ανδρεάδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στρατής Ανδρεάδης
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Στρατής Ανδρεάδης (Ελληνικά)
Γέννηση1905
Βροντάδος Χίου
Θάνατος14  Φεβρουαρίου 1989
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
ΣπουδέςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταεπιχειρηματίας

Ο Στρατής (Ευστράτιος) Ανδρεάδης (1905 - 14 Φεβρουαρίου 1989) ήταν Έλληνας εφοπλιστής, τραπεζίτης και επιχειρηματίας, από τους ισχυρότερους οικονομικούς παράγοντες του 20ού αιώνα στην Ελλάδα, απασχολώντας δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους. Πέραν της ναυτιλίας και της τραπεζικής διατέλεσε, μεταξύ άλλων, πρόεδρος ασφαλιστικών εταιρειών, ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, βιομηχανιών, εταιρειών αστικών συγκοινωνιών και νοσοκομείων.[1] Μαζί με τον μεγάλο αντίπαλό του Πρόδρομο Μποδοσάκη Αθανασιάδη αποτέλεσαν τους σημαντικότερους και πλέον εμβληματικούς επιχειρηματίες που είχαν έδρα των επιχειρήσεών τους την Ελλάδα κατά την τριακονταετία από την Απελευθέρωση (1944) έως την Μεταπολίτευση (1974).[2]

Τον Δεκέμβριο του 1975 το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων Ανδρεάδη κρατικοποιήθηκε επιθετικά από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, με ενέργειες του υπουργού Συντονισμού Παναγή Παπαληγούρα και του υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκου Κυριαζίδη. Μετά τον θάνατο του Ανδρεάδη, τα παιδιά του εξασφάλισαν μεγάλη χρηματική αποζημίωση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.[1][3]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στρατής Ανδρεάδης γεννήθηκε το 1905 στον Βροντάδο της Χίου -στην «καρδιά του ελληνικού εφοπλισμού»- και ήταν γόνος οικογένειας με παράδοση στην ναυτιλία.[4] Πατέρας του ήταν ο εφοπλιστής και ευεργέτης του νησιού Γεώργιος Ανδρεάδης, και μητέρα του η Πολυτίμη Κάκκαρη, επίσης από εφοπλιστική οικογένεια.

Αποφοίτησε από την Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στην Γαλλία, όπου αναγορεύθηκε διδάκτωρ Πολιτικής Οικονομίας και Δημοσίου Δικαίου του Πανεπιστημίου του Παρισιού το 1932.[1] Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ασχολήθηκε με τις οικογενειακές ναυτιλιακές επιχειρήσεις ενώ παράλληλα ακολούθησε και ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, καθώς εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής του Διοικητικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ - σήμερα Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Αργότερα υπήρξε και εκλεγμένος πρύτανης της ΑΣΟΕΕ, σε επτά περιόδους μεταξύ 1943 και 1968.[1]

Το 1935 εκλέχθηκε βουλευτής Χίου με το Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα του στρατηγού Γεωργίου Κονδύλη και συμμετείχε ως πληρεξούσιος στην Ε΄ Εθνοσυνέλευση, αλλά η καριέρα του στην πολιτική δεν είχε συνέχεια.[1]

Το 1939 νυμφεύθηκε την Ειρήνη (Ρένα) Κορυζή, κόρη του τραπεζίτη και πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή, με την οποία απέκτησαν τρεις γιους (ένας εκ των οποίων, ο Αλέξανδρος, νυμφεύθηκε την Χριστίνα Ωνάση, κόρη του Αριστοτέλη Ωνάση). Στα αμέσως επόμενα χρόνια, κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, πολλά πλοία Ελλήνων εφοπλιστών (μεταξύ των οποίων και αυτά του Γιώργου Ανδρεάδη) καταστράφηκαν από τους Συμμαχικούς βομβαρδισμούς. Ως αντάλλαγμα, από το 1945 η Αμερικανική κυβέρνηση πρόσφερε 98 πολεμικής κατασκευής πλοία τύπου «Λίμπερτυ» σε προνομιακές τιμές, και ο Ανδρεάδης ήταν ένας από τους πρώτους που επωφελήθηκαν.[1] Παράλληλα, είχε αναλάβει από τον Απρίλιο του 1945 και τη διεύθυνση των Ελληνικών Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων (ΕΗΣ) μαζί με τον Νικόλαο Βλάγκαλη.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 έως τον θάνατό του ο Ανδρεάδης παρήγγειλε και παρέλαβε δεκάδες πλοία. Μέχρι το 1952 εκπροσωπούνταν στο Λονδίνο από τον οίκο του Σταύρου Λιβανού. Στην συνέχεια ίδρυσε την Andreadis (UK) Ltd. Η εταιρεία αυτή ανέλαβε την πρακτόρευση ενός μεγάλου στόλου πολλών πλοίων, ο οποίος δημιουργήθηκε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα χάρη στις διαδοχικές ναυπηγήσεις πλοίων για λογαριασμό του ομίλου Ανδρεάδη αρχικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη συνέχεια στην Ιαπωνία, από τα Ναυπηγεία Mitsubishi. Το 1962 ο Ανδρεάδης ίδρυσε τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, τα οποία γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη στην πορεία επιτυγχάνοντας τελικά την ναυπήγηση ποντοπόρων πλοίων στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Το 1950 έγινε αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) και το 1960 πρόεδρος,[5] θέση που κατείχε μέχρι το 1975, ενώ ανακηρύχθηκε «ισόβιος επίτιμος πρόεδρος» της Ένωσης μετά την αποχώρησή του από την προεδρία της, για τις «πολύτιμες υπηρεσίες που είχε προσφέρει στο σωματείο και τον εφοπλισμό γενικότερα».[1]

Tο 1952 αγόρασε την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, και το 1957 την βρετανική Ιονική Τράπεζα από τον Σερ Τσαρλς Χάμπρο, η οποία λειτούργησε ως Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα. To 1962 απέκτησε την Τράπεζα Πειραιώς και το 1964 την Τράπεζα Αττικής.[5] Στην τραπεζική επιχειρηματική του δραστηριότητα πιστώνεται επίσης και η ίδρυση της Τράπεζας Επενδύσεων –πρωτοπόρος στον τομέα αυτόν στην Ελλάδα– με τη συμμετοχή μεγάλων τραπεζών του εξωτερικού το 1963, αλλά και η απόκτηση του ελέγχου της Commercial Bank of the Near East στο Λονδίνο.[1]

Οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες του Ανδρεάδη επεκτάθηκαν στην ίδρυση σημαντικών βιομηχανικών μονάδων, όπως το εργοστάσιο χημικών λιπασμάτων στην Νέα Καρβάλη Καβάλας το 1962, η Ελληνική Βιομηχανία Χυμών και Κονσερβών στο Βέλο Κορινθίας και τα Διυλιστήρια Πετρελαίου στα Μέγαρα, η λειτουργία των οποίων τελικά εμποδίστηκε.[5] Επίσης ανέλαβε πρόεδρος των ασφαλιστικών εταιρειών «Φοίνιξ», «Ιονική» και «Γενικαί Ασφάλειαι της Ελλάδος» που λειτούργησαν υπό τον έλεγχο του ομίλου του. Το 1963 ο Ανδρεάδης ολοκλήρωσε και εγκαινίασε το ξενοδοχείο Χίλτον, το οποίο μέχρι σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς της Αθήνας. Τέλος, διατέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» στο Κολωνάκι.[1]

Τιμήθηκε με διάφορα παράσημα (Ανώτερος Ταξιάρχης του Γεωργίου Α΄, Ανώτερος Ταξιάρχης του Φοίνικος κλπ.). Επίσης υπήρξε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών.[5]

Η κρατικοποίηση του Ομίλου Ανδρεάδη από την κυβέρνηση Καραμανλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Δεκέμβριο του 1975, ολόκληρη η επιχειρηματική αυτοκρατορία του Στρατή Ανδρεάδη -πλην της ναυτιλίας- «κυριεύθηκε εξ εφόδου εν μια νυκτί από την κυβέρνηση».[3] Ο Ανδρεάδης κηρύχθηκε έκπτωτος από τη διοίκηση της Εμπορικής και της Ιονικής-Λαϊκής (από τις οποίες εξαρτιόνταν μετοχικά όλες οι άλλες τράπεζες, βιομηχανίες και επιχειρήσεις του Ομίλου) και η κυβέρνηση διόρισε επιτρόπους τους διευθυντές της Τράπεζας της Ελλάδος Εμμ. Κηπουρίδη και Δ. Καλοδούκα. Πολλοί δημοσιογράφοι στιγμάτισαν την ενέργεια αυτή ως «παράνομη δήμευση της περιουσίας του Ανδρεάδη», ενώ άλλοι, όπως ο Νίκος Νικολάου, έγραψαν για μια κρατικοποίηση που «κατέστη αναγκαία» γιατί ο Ανδρεάδης χρηματοδοτούσε τις επιχειρήσεις του με χρήματα των καταθετών, κατά παράβαση των κανόνων της Νομισματικής Επιτροπής.[3]

Ειδικότερα, ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκος Κυριαζίδης (πολιτικά κεντροαριστερός και μετέπειτα υφυπουργός Οικονομικών και πρέσβης στο Λονδίνο επί κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου) υπέβαλε έκθεση στην Νομισματική Επιτροπή που κατήγγειλε παρανομίες του Ανδρεάδη.[3] Στην συνέχεια πραγματοποιήθηκε έλεγχος από τους ειδικούς ελεγκτές της ΤτΕ Κηπουρίδη και Καλοδούκα, οι οποίοι, πράγματι, κατέγραψαν παρανομίες στην διοίκηση των τραπεζών. Αμέσως μόλις έλαβε τον έλεγχο ο Παπαληγούρας (αργά την νύχτα της 5ης Δεκεμβρίου), τον πήρε και πήγε στην Βουλή, στο γραφείο του πρωθυπουργού. Ο Καραμανλής μέσα σε δύο ώρες συγκάλεσε το Υπουργικό Συμβούλιο στο οποίο -αφού εξέθεσε τα γεγονότα στους υπουργούς- χαρακτήρισε την συμπεριφορά Ανδρεάδη σαν «επεισόδιο που εμπίπτει στο άρθρο 44 του Συντάγματος» το οποίο αναφερόταν σε «έκτακτες περιπτώσεις επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης». Κανένας υπουργός δεν αποτόλμησε αντίρρηση και βάσει του άρθρου αυτού συντάχθηκε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), την οποία υπέγραψε αμέσως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τσάτσος, και δημοσιεύθηκε τα ξημερώματα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.[3]

Η επίθεση στον Ανδρεάδη προκάλεσε δυσφήμηση της χώρας στο εξωτερικό, δυσπιστία των Ελλήνων επιχειρηματιών προς τον Καραμανλή (τον οποίον άρχισαν να κατηγορούν για «σοσιαλμανία») και άπνοια ιδιωτικών επενδύσεων, ενώ ακόμα και κεντροδεξιοί δημοσιογράφοι υποστήριξαν ότι «δεν θα είχε συμβεί η ζημιά αν αντί της δήμευσης είχε επιβληθεί ένα βαρύ πρόστιμο στον Ανδρεάδη για τις ταχυδακτυλουργίες του».[3]

Ο Στρατής Ανδρεάδης σε συνέντευξή του το 1985 είπε ότι «η ενέργεια που έγινε το 1975 είχε κίνητρα προσωπικά. Ας μου επιτραπεί να πω κίνητρα ταπεινά των τότε κυβερνώντων».[3] Ο Ανδρεάδης επί χούντας είχε διώξει την οικογένεια του Καραμανλή από το διαμέρισμα στο Κολωνάκι όπου ο Καραμανλής διέμενε ως πρωθυπουργός την οκταετία 1955-63 (στην οδό Καρνεάδου 24) και μάλιστα είχε πετάξει τα πράγματα του Καραμανλή στον δρόμο (η πολυκατοικία και το διαμέρισμα ήταν ιδιοκτησία του Ομίλου Ανδρεάδη) ενώ η Ιονική είχε κατασχέσει την περιουσία του αδελφού του Παναγή Παπαληγούρα λόγω χρεών. Επιπλέον, ο ίδιος ο Ανδρεάδης διαφήμιζε στο εσωτερικό και προπαντός στο εξωτερικό την οικονομική πολιτική του χουντικού καθεστώτος, καλώντας τους ξένους να επενδύσουν στην Ελλάδα όπου υπήρχε «σταθερότητα», και ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος συνδέθηκε φιλικά μαζί του -διάσημο ήταν το τάβλι που έπαιζαν δύο φορές την εβδομάδα.[3]

Η μεγαλύτερη εύνοια που έδειξε η χούντα στον Ανδρεάδη είχε να κάνει με την θεσμοθέτηση ειδικών προνομίων για τους εφοπλιστές, κυρίως στην αποφυγή φορολογίας. Ο ίδιος ο Ανδρεάδης υποστήριζε ότι αυτά που η χούντα θεσμοθέτησε το 1968 ήταν, ουσιαστικά, προτάσεις και μέτρα που είχαν διατυπωθεί και υιοθετηθεί επί κυβερνήσεως Γεωργίου Παπανδρέου το 1964 με οικονομικό εγκέφαλο τον Ανδρέα Παπανδρέου.[1] Επίσης η εταιρεία «Στραν» του Ανδρεάδη είχε απαλλοτριώσει, με τη βοήθεια της χούντας, χιλιάδες στρέμματα με φιστικιές και ελιές για να χτίσει ένα από τα μεγαλύτερα διυλιστήρια της χώρας στην Πάχη Μεγάρων.

Ο Ανδρεάδης πέθανε στις 14 Φεβρουαρίου 1989, σε ηλικία 84 ετών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε στο Παρίσι, στην λεωφόρο Φος (Avenue Foch).[6] Στην Αθήνα το σπίτι του ήταν στην περιοχή Ανακτόρων, στην οδό Στησιχόρου 8. Μετά τις επιθετικές κρατικοποιήσεις του Καραμανλή, ο Ανδρεάδης είχε χάσει όλες τις χερσαίες επιχειρήσεις του, αλλά του είχαν μείνει τα πλοία του. Με την διεθνή κρίση της ναυτιλίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980, υπέστη σημαντικές απώλειες, αλλά όταν πέθανε, ο στόλος του ήταν ακόμα σημαντικός και υπολογίσιμος (περίπου 15 πλοία)

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, μετά τον θάνατο του Ανδρεάδη, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε το ελληνικό δημόσιο στην καταβολή μεγάλης χρηματικής αποζημίωσης στους κληρονόμους του.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 Βιογραφικά στοιχεία Στρατή Ανδρεάδη στο Greekshippingmiracle
  2. Τα Νέα, 16 Φεβρουαρίου 1989
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 Νίκος Νικολάου, Η Καθημερινή, Αφηγησεις: Η «βεντέτα» Καραμανλή - Παπαληγούρα με τον Ανδρεάδη
  4. Τα Νέα, 16 Φεβρουαρίου 1989
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Λήμμα Στρατής Ανδρεάδης στην Εγκυκλοπαίδεια Υδρία - Cambridge - Ήλιος
  6. Η Καθημερινή, 16 Φεβρουαρίου 1989