Φόρος του Θεοδοσίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Στήλη του Θεοδοσίου)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ερείπια από τον Φόρο του Θεοδοσίου στη σημερινή πλατεία Μπεϊγιαζίτ
Μαρμάρινο τμήμα της στήλης του Θεοδοσίου

Ο Φόρος του Θεοδοσίου A' (λατινικά: Forum Theodosii) ήταν πλατεία της Κωνσταντινούπολης, η οποία κτίστηκε κατά την εποχή του Κωνσταντίνου Α´ στις αρχές του 4ου αιώνα και ήταν αρχικά γνωστή ως Φόρος του Ταύρου (Forum Tauri). Κατά το 393 μετονομάστηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α´, ο οποίος την ξανάκτισε και η περιοχή απέκτησε επιπλέον κτήρια όπως εκκλησίες, λουτρά και στοές καθώς και μια θριαμβευτική στήλη στο κέντρο της, κατά τα πρότυπα των στηλών του Τραϊανού και Μάρκου Αυρήλιου στη Ρώμη, η οποία ήταν γνωστή ως η στήλη του Θεοδοσίου.[1]

Στήλη του Θεοδοσίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο μέσο του φόρου υπήρχε μια Ρωμαϊκή θριαμβευτική στήλη, η οποία ανεγέρθηκε προς τιμή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α´. Ο κορμός της περιείχε ανάγλυφα με αναπαραστάσεις της νίκης του αυτοκράτορα εναντίον των βαρβαρικών φυλών και στην κορυφή της υπήρχε το αργυρό άγαλμα του ίδιου του Θεοδοσίου Α'.[1][2] Το εσωτερικό της στήλης διέθετε μια εσωτερική σπειροειδή σκάλα, η οποία οδηγούσε στην κορυφή της στήλης και όπου κατά το τέλος της μέσης Βυζαντινής περιόδου αναφέρεται πως ζούσε ένας στυλίτης ασκητής. Αν και το άγαλμα του Θεοδοσίου Α' κατέρρευσε κατά τη διάρκεια σεισμού το 478, η στήλη παρέμεινε στη θέση της χωρίς άγαλμα έως και το 506, όταν τοποθετήθηκε ένα νέο άγαλμα του Αναστασίου Α´. Όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε΄ Δούκας συνελήφθη από τους Γάλλους σταυροφόρους της Δ´ σταυροφορίας κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ρίχτηκε από την κορυφή της στήλης και θανατώθηκε.[3] Η στήλη παρέμενε όρθια έως τα τέλη του 15ου αιώνα, όταν κατεδαφίστηκε από τον Βαγιαζίτ Β´,[1] και μερικά από τα τμήματά της χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των λουτρών του Πατρόνα Χαλίλ τον 18ο αιώνα.

Βασιλική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανασκαφές στα θεμέλια της περιοχής ανακάλυψαν τα ίχνη από 3 βασιλικές. Η πρώτη βασιλική είναι η μοναδική της οποίας το σχέδιο είναι γνωστό από την περίοδο του Ιουστινιανού (527-565), με τον κεντρικό χώρο της να είναι σχεδόν τετράγωνος και δύο παράπλευρες αυλές. Ο νάρθηκας στη δυτική πλευρά συνδέεται με τις αυλές, και τα διαστήματα μεταξύ των κιόνων οι οποίοι διαχώριζαν την κλίτη του κτίσματος έχουν σφραγιστεί με κιγκλιδώματα. Ο μεγάλου μεγέθους άμβωνας που ανακαλύφθηκε στην πρώτη βασιλική είναι ο μοναδικός που διασώζεται από την πρώιμη βυζαντινή περίοδο και σήμερα βρίσκεται στον κήπο της Αγίας Σοφίας.[4]

Θριαμβευτική αψίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση της θριαμβευτικής αψίδας
Τμήμα ενός από τους κίονες οι οποίοι είχαν τη μορφή ροπάλου

Μια μαρμάρινη θριαμβευτική αψίδα ανεγέρθηκε στη δυτική πλευρά του Φόρου, κατασκευασμένη με μάρμαρο από το νησί της Προκοννήσου. Η αψίδα διέθετε 3 περάσματα και θολωτή οροφή. Το κεντρικό τμήμα της αψίδας ήταν ευρύτερο και υψηλότερο από τα άλλα και συμπληρώνονταν από 4 κίονες οι οποίες ήταν λαξευμένοι με τη μορφή Ηράκλειων ροπάλων τα οποία κρατούνταν με μια γροθιά. Στην κορυφή της κατασκευής υπήρχε ένα άγαλμα του Θεοδοσίου Α' το οποίο συνοδευόταν από τους γιους του Αρκάδιο και Ονώριο.[2]

Με τον καιρό η αψίδα καταστράφηκε ως αποτέλεσμα των διαφόρων ταραχών, σεισμών και πολέμων, το άγαλμα του Αρκαδίου είχε ήδη καταρρεύσει το 558, ενώ το υπόλοιπο της αψίδας καταστράφηκε κατά τη διάρκεια σεισμού το 740 και από άλλες φυσικές καταστροφές που ακολούθησαν από τον 5ο αιώνα και έπειτα και έτσι η αψίδα είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά πολύ πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Μαρίνης, Βασίλειος. «Στήλες, κίονες και οβελίσκοι στη Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη». Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. 
  2. 2,0 2,1 «Constantinople, Forum of Theodosius - Livius». www.livius.org. Ανακτήθηκε στις 2016-02-28. 
  3. Bradbury, Jim (2004). «The Routledge Companion to Medieval Warfare». Routlege. σελ. 7. 
  4. Murray (1845). «"The" Quarterly Review, Volume 75». Google Books. σελίδες 375–376. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]