Λιμένας των Νεωρίων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης της Μεσαιωνικής Κωνσταντινούπολης. Το Νεώριο βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της πόλης, στη νότια ακτή του Κεράτιου. Μετά την είσοδο στον Κεράτιο, είναι ο δεύτερος όρμος.

Ο Λιμένας του Νεωρίου ήταν λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, που ήταν ενεργό από την ίδρυση της πόλης τον 4ο αιώνα έως τα τέλη της Οθωμανικής περιόδου. Ήταν το πρώτο λιμάνι, που κτίστηκε στην Πόλη μετά την ίδρυσή της από τον Κωνσταντίνο Α΄ και το δεύτερο στην περιοχή μετά το Προσφόριον, το οποίο ήταν το λιμάνι του αρχαίου Βυζαντίου. [1] [2]

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λιμάνι βρισκόταν στη νότια ακτή του Κεράτιου κόλπου, ανατολικά της σημερινής Γέφυρας του Γαλατά, στην Έκτη περιοχή της Κωνσταντινούπολης. [2] Στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη, αυτή η περιοχή αντιστοιχούσε στη συνοικία Μπαχτσέ Καπί (Πύλη του Κήπου), που βρίσκεται μεταξύ των τελωνειακών αποθηκών και του μεντρεσέ Αμπντούλ Χαμίτ· σήμερα ο τόπος ανήκει στη γειτονιά του Μπαχτσέ Καπί στο Εμίνονου, το οποίο είναι στη περιοχή Φατίχ (της εντός των τειχών) Πόλης. Ο όρμοος, όπου κάποτε βρισκόταν το λιμάνι, είναι τώρα γεμάτος ιλύ και επί του παρόντος καταλαμβάνεται από τους τερματικούς σταθμούς των πλοιαρίων προς τον Βόσπορο, τη Χαλκηδόνα και το Σκούταρι (Χρυσούπολη).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λιμάνι του Νεώριου (δεύτερος όρμος στην αριστερή πλευρά, μετά την είσοδο στον Κεράτιο), από το έργο Βyzantium nunc Constantinopolis των Μπράουν και Χόγκενμπεργκ, 1572.

Όταν ένας περάσει την είσοδο του Κερατίου, όπου ήταν η καδένα (άλυσος), δηλ. από την περιοχή τα Ευγενίου βόρεια του Πρώτου λόφου της Πόλης, ο πρώτος όρμος που συναντά αριστερά είναι το Λιμάνι του Προσφορίου, που ήταν το λιμάνι της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου. Ο αμέσως δίπλα δεύτερος όρμος έγινε το Λιμάνι του Νεωρίου από τον Κωνσταντίνο Α΄, όταν μετέφερε εδώ την πρωτεύουσα ως Νέα Ρώμη. Καθώς βρισκόταν στη νότια ακτή του Κεράτιου, το Νεώριο δεν υφίστατο τις βαριές καταιγίδες, που προκαλούντο από τον Λόντο, τον νοτιοδυτικό άνεμο που φυσά από τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Επιπλέον η ιλύς του λιμανιού δεν ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα, όπως για τα λιμάνια στη νότια ακτή της πόλης. [1] Στην πραγματικότητα η είσοδος ιστιοφόρων στον Κεράτιο ήταν δυνατή με όλους τους ανέμους. Ο μόνος άνεμος που θα μπορούσε να δημιουργήσει κάποια προβλήματα και λίγη ιλύ, είναι ο Βόρειος άνεμος. [3] Το λιμάνι είχε τη διπλή λειτουργία του εμπορικού λιμανιού και του ναυπηγείου και επίσης εδώ βρισκόταν ένα εργοστάσιο παραγωγής κουπιών (κωπαρίων). Δεδομένου ότι η κύρια δραστηριότητα τού λιμανιού ήταν το εμπόριο, η περιοχή περιβαλλόταν από πολλές αποθήκες. [4] Το γεγονός αυτό είναι φανερό από τις πολλές πυρκαγιές, που έπληξαν το λιμάνι: το 433 όλες οι αποθήκες κάηκαν. Το 465 μια πυρκαγιά, που ξεκίνησε από εδώ, κατέκλυσε οκτώ περιοχές της πόλης· και το 559 οι αποθήκες κάηκαν ξανά. Σύμφωνα με μία μετέπειτα παράδοση, ο Άγιος Ανδρέας ο Απόστολος, όταν είχε αποβιβαστεί στο Βυζάντιο, εγκαταστάθηκε εδώ και έκανε την περιοχή ως το κέντρο τού κηρύγματος του. Το 697 ο Αυτοκράτορας Λεόντιος (β. 695-98) είχε καθαρίσει το λιμάνι από τη λάσπη, καθώς η περιοχή ήταν ύποπτη ότι εξέτρεφε την πανώλη.

Το Νεώριο παρέμεινε ένα σημαντικό λιμάνι για την Πόλη κατά τη διάρκεια των αιώνων και όταν οι λατινικές εμπορικές αποικίες (και πιθανώς και οι Εβραίοι ) εγκαταστάθηκαν εκεί, έχοντας αποκτήσει το δικαίωμα να ιδρύσουν σκάλες (αποβάθρες) στον Κεράτιο, η σημασία του λιμανιού αυξήθηκε. [3] [4] Πρώτα απ' όλα οι Βενετοί και οι Αμαλφίτες εγκαταστάθηκαν στα δυτικά στη συνέχεια ήρθαν οι Πισσάτες, οι οποίοι στα τέλη του 11ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πυκνοκατοικημένη περιοχή δυτικά του λιμανιού. Τελικά το 1155 ήρθαν οι Γενουάτες, οι οποίοι ίδρυσαν την αποικία τους στην περιοχή νότια και ανατολικά του Νεώριου. Τον 17ο αιώνα, πολύ μετά τη μεταφορά των Γενουατών στο Γαλατά στην απέναντι όχθη του Κεράτιου, μέρος της Εβραϊκής κοινότητας εγκαταστάθηκε στη συνοικία. Λόγω της εβραϊκής παρουσίας στην περιοχή κατά την Οθωμανική περίοδο, η ρωμαϊκή Πύλη του Νεωρίου των τειχών άλλαξε το όνομά της σε Çifutkapı ("Εβραϊκή Πύλη"). Οι Εβραίοι έζησαν εκεί μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, όταν ολόκληρη η περιοχή κατεδαφίστηκε, για να διευρυνθεί ο παραλιακός δρόμος και να δημιουργηθεί μία πλατεία μπροστά από το Γενί τζαμί. Κατά τη στιγμή της μέγιστης επέκτασής τους, οι Λατινική περιοχές διαμονής εξαπλώθηκαν αρκετά πέρα, προς τα δυτικά του Νεωρίου, φθάνοντας στην Πύλη της ΒίγλαςΔρουγγαρία πύλη, η μετέπειτα Οντούν Καπί, δηλ. Πύλη των καυσόξυλων των Οθωμανών). Με την άνοδο της Γενουατικής ισχύος κατά την περίοδο των Παλαιολόγων, το εξωτερικό εμπόριο μετανάστευσε από το Νεώριο στον Γαλατά, αλλά μετά την άλωση της πόλης το 1453 και την επακόλουθη πτώση της εμπορικής ηγεμονίας της Γένοβας, το λιμάνι θα αναπτυχθεί και θα διατηρήσει ένα μέρος του εξωτερικού εμπορίου της Πόλης μέχρι τα τέλη της Οθωμανικής εποχής.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά μήκος της προκυμαίας του Νεώριου βρισκόταν μία στοά (έμβολον), με το όνομα Κερατέμβολον. [1] Το όνομα προέρχεται από ένα άγαλμα, που στήθηκε σε μία χάλκινη αψίδα, το οποίο αντιπροσώπευε έναν άνδρα με τέσσερα κέρατα στο κεφάλι του. [5] Σύμφωνα με έναν μύθο, στην περιοχή του λιμανιού εκτίθετο επίσης ένα άγαλμα βοδιού, που μουγκάνιζε μία φορά το χρόνο εκφοβίζοντας τους κατοίκους της περιοχής. Εξαιτίας αυτού ο Αυτοκράτορας Μαυρίκιος (β. 582-602) διέταξε να πεταχτεί αυτό στη θάλασσα. Ένα μέρος του λιμανιού ήταν γνωστό ως "η παλαιά εξάρτησις" και εδώ βρισκόταν ένα ναυπηγείο· σε αυτήν τη γειτονιά βρισκόταν η εκκλησία της Αγίας Ευφημίας. [3]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Janin (1964), p. 235
  2. 2,0 2,1 Müller-Wiener (1977), p. 57
  3. 3,0 3,1 3,2 Janin (1964), p. 236
  4. 4,0 4,1 Müller-Wiener (1977), p. 58
  5. Janin (1964), p. 90

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Janin, Raymond (1964). Constantinople Byzantine (στα French). Paris: Institut Français d'Etudes Byzantines. 
  • Müller-Wiener, Wolfgang (1977). Bildlexikon zur Topographie Istanbuls: Byzantion, Konstantinupolis, Istanbul bis zum Beginn d. 17 Jh. Tübingen: Wasmuth. ISBN 978-3-8030-1022-3.