Στήλη της Ευδοξίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η στήλη της Ευδοξίας ήταν βυζαντινή τιμητική στήλη, η οποία ανεγέρθηκε το 403 μ.Χ.1 προς τιμήν της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, συζύγου του Αρκαδίου (395-408).

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στήλη της Ευδοξίας βρισκόταν στη βορειοανατολική πλευρά του Αυγουσταίου, στο σημείο το οποίο αργότερα θα γίνει γνωστό ως Πιττάκια,2 μπροστά από το κτήριο της Συγκλήτου.3 Ήταν κατασκευασμένη από πορφυρίτη και στην κορυφή της ήταν τοποθετημένο το αργυρό άγαλμα της αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Στο βάθρο του αγάλματος, το οποίο βρέθηκε το 1847 στο επίπεδο της παλιότερης πλατείας, σε βάθος 3 μέτρων, κατά τη θεμελίωση του Οθωμανικού Εμπορικού Δικαστηρίου και το οποίο σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, αναφέρεται ότι την πρωτοβουλία για την κατασκευή είχε ο έπαρχος της πόλης Σιμπλίκιος.4 Η στήλη της Ευδοξίας γειτνίαζε με αυτή του Λέοντα Α΄.

Το κείμενο των επιγραφών αποτελείται από τέσσερις στίχους στην Ελληνική, χαραγμένους ψηλότερα και από τη λατινική επιγραφή κάτω από την ελληνική:

Κί ] ονα πορφυρέην καὶ ἀργυρέην βασιλείαν

Δέρκεο ἔνθα πόληι θεμιστεύουσιν ἄνακτες

Τ ] οὔνομαδ' εἰ ποθέεις, Εὐδοξία. Τίς ἀνέθηκεν;

Σιμπλίκιος μεγάλων ὑπάτων γόνος ἐσθλὸς ὕπαρχος.

DOMINAE AELIAE EVDOXIAE SEMPER AVGVSTAE

VC. SIMPLICIVS PRAEFECTVS VRBIS DEDICAVIT.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στήλη και ιδίως η υπερβολή των εορτασμών για τα εγκαίνιά της στάθηκαν σε μεγάλο βαθμό αφορμή, ώστε να εξοριστεί για δεύτερη φορά ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, καθώς πυροδότησαν σφοδρές αντιδράσεις και πύρινους λόγους εκ μέρους του κατά της Ευδοξίας, η οποία κατηγορήθηκε για ανηθικότητα και "διονυσιασμό".

Γνωρίζουμε ότι το άγαλμα παρέμενε στη στήλη μέχρι τα μέσα του 6ου αιώνα, όταν ο Ιουστινιανός Α΄ το αντικατέστησε τοποθετώντας στη θέση του εκείνο της συζύγου του, Θεοδώρας.5

Παραπομπές - Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Comes Marcellinus. Chronicon. PL (Migne), 51, σελ. 922 (http://www.documentacatholicaomnia.eu/02m/0474-0534,_Marcellinus_Comes,_Chronicum,_MLT.pdf)
  2. Janin, Raymond (1964). Constantinople byzantine: développement urbain et répertoire topographique. Paris: Institut Français d’Études Byzantines, σελ. 76.
  3. Gilbert Dagron (2001). Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της (330-451). Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ., σελ. 161.
  4. Janin, Raymond (1964), σελ. 77.
  5. Janin, Raymond (1964), σελ. 76.