Κοντοσκάλιον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κοντοσκάλιον
Είδοςλιμάνι
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°0′4″N 28°58′16″E
Διοικητική υπαγωγήΚωνσταντινούπολη
ΧώραΤουρκία
Χάρτης της Μεσαιωνικής Κωνσταντινούπολης. Το Κοντοσκάλιοον βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης και ονομαζόταν Λιμάνι του Ιουλιανού και μετά της Σοφίας.

Το Κοντοσκάλιον, επίσης γνωστό ως λιμήν του Ιουλιανού ή Νέο λιμάνι (λατινικά: Portus Iulianus‎, Portus Novus) ή λιμάνι της Σοφίας, των Σοφι(αν)ών ή στην οθωμανική περίοδο ως Kadırga Limanı («Λιμάνι των Γαλερών») ήταν ένα λιμάνι στην Κωνσταντινούπολη, ενεργό από τον 6ο αιώνα έως την πρώιμη οθωμανική περίοδο. Στη βιβλιογραφία είναι γνωστό με πολλά ονόματα και οι πηγές γι' αυτό είναι συχνά αντιφατικές. [1]

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λιμάνι βρισκόταν σε έναν κολπίσκο -ακόμα αναγνωρίσιμο σήμερα στην σχεδόν ευθύγραμμη ακτογραμμή- της Θάλασσας του Μαρμαρά, μεταξύ της 9ης περιφέρειας (τα Κανικλείου, τα Αμάντου) και της 3ης περιφέρειας (Τα Ορμίσδου, εκκλησία Αγ. Σεργίου και Βάκχου) της πόλης, στο νοτιοδυτικό άκρο της κοιλάδας του Ιπποδρόμου. Πιο δυτικά ήταν η περιοχή Βλάγκα και ο Λιμήν του Ελευθερίου. Η περιοχή του λιμενικού συγκροτήματος καλύπτει μέρος της σημερινής γειτονιάς του Κάτιργκα Λιμάνι και του Κούμκαπι στην περιοχή Φατίχ (του εντός των τειχών άστεως) της Κωνσταντινούπολης. [1] Η οδός του λιμανιού των Γαλερών (Kadirga Limani caddesi) στην Κωνσταντινούπολη εξακολουθεί να οριοθετεί τη βόρεια ακτή του παλιού λιμανιού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Κωνσταντινούπολης γύρω στο 1420, από τον Κριστόφορο Μπουοντελμόντι. Το Κοντοσκάλιον είναι καθαρά ορατό στο κεντρικό δεξί μέρος του χάρτη, δεξιά του Ιπποδρόμου: ο ημικυκλικός κυρτός μώλος το προστατεύει από τη θάλασσα, ενώ τα τείχη το χωρίζουν από την Πόλη.
Η Θάλασσα του Μαρμαρά από το Κούμκαπι. Από εδώ τα ρωμαϊκά κάτεργα (γαλέρες) προσέγγιζαν το λιμάνι, που έχει προσχωθεί από άμμο.

Ήδη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Α΄ (β. 306-337), η τοποθεσία του μετέπειτα λιμανιού χρησιμοποιήθηκε ως αποβάθρα. [1] Το 362, κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής του στην πρωτεύουσα, ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός (β. 361-363) έκτισε στην ακτή της Θάλασσας του Μαρμαρά ένα λιμάνι, που ονομάστηκε Portus Novus («Νέο Λιμάνι») ή Portus Julianus (λιμάνι του Ιουλιανού)· την ίδια στιγμή ανήγειρε μπροστά του ένα κτήριο σε σχήμα C, μία ημικυκλική στοά, που ονομάστηκε Sigma ή Porticus Semirotunda. [2] Αυτή η απόφαση ελήφθη παρά τα πολλά προβλήματα, που επηρέαζαν την τοποθεσία: κάθε λιμάνι κατά μήκος της ακτής του Μαρμαρά είναι απροστάτευτο ενάντια στις άγριες καταιγίδες, που προκαλούνται από τον κατά περιόδους νοτιοδυτικό άνεμο, τον Νότο (οθωμανικά: Λόντο). Αυτός έφερνε πολλή άμμο στη λεκάνη, καθιστώντας απαραίτητη μία περιοδική και προσεκτική βυθοκόρηση. Επιπλέον οι έντονες βροχοπτώσεις προκαλούσαν διάβρωση από τους λόφους, που έφερναν λάσπη. [3] Από την άλλη πλευρά η κατασκευή ενός λιμανιού στη νότια ακτή ήταν απαραίτητη για την τροφοδότηση των δυτικών και νότιων περιοχών της πόλης, οι οποίες ήταν πολύ μακριά από τον Κεράτιο.

Τα προβλήματα αυτής της περιοχής επιδεινώθηκαν από επανειλημμένες πυρκαγιές της Πόλης· η πρώτη πυρκαγιά, που σημειώθηκε στα τέλη του 4ου αι., κατέστρεψε εν μέρει την περιοχή. [1] Τον 6ο αι. ο Αυτοκράτορας Αναστάσιος Α΄ (β. 491-518) άδειασε τη λεκάνη χρησιμοποιώντας υδραυλικά μηχανήματα, κατασκεύασε μία προβλήτα και βυθοκόρησε τον αμμώδη πυθμένα. [2] Αργότερα, πιθανώς από τον Ιουστινιανό Α΄ (β. 527–565), μέρος της κυκλοφορίας του λιμένος του Νεωρίου -του πρώτου λιμανιού που χτίστηκε στην πόλη και βρίσκεται στον Κεράτιο- μεταφέρθηκε στο νέο λιμάνι. Μετά από ζημιά από άλλη πυρκαγιά το 561, ο διάδοχός του Ιουστίνος Β΄ (β. 565–578) ανέθεσε περί το 575 σημαντικά έργα, εκβαθαίνοντας ξανά τον πυθμένα και διευρύνοντας τη λεκάνη: τα έργα διευθύνθηκαν από δύο ανώτερους αξιωματούχους, τον πραιπόσιτο Ναρσή και τον πρωτοβεστιάριο Τρόιλο. Μπροστά από το διευρυμένο λιμάνι, που μετονομάστηκε σε "Λιμένα της Σοφίας" από τη σύζυγο του Ιουστίνου Β΄, ανεγέρθηκαν τέσσερα αγάλματα, που παριστούσαν τον Ιουστίνο Β΄, τη Σοφία, την κόρη τους Αραβία και τον Ναρσή.

Στα τέλη του αι. το λιμάνι απέκτησε επίσης μία στρατιωτική λειτουργία, την οποία δεν έχασε μέχρι το τέλος: έγινε η βάση του Ρωμαϊκού ναυτικού. [1] Ο Αυτοκράτορας Φιλιππικός Βαρδάνης (β. 711–713) αφαίρεσε δύο από τα αγάλματα, που στόλιζαν το Κοντοσκάλιον, καθώς έφεραν προφητικές επιγραφές, τις οποίες θεωρούσε δυσμενείς. [2] Ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος (β. 829-842) έκτισε μία οπλοθήκη κοντά στο λιμάνι, κοντά στην Porta Leonis (Οθωμανικά: Çatladı Kapı), που περιελάμβανε ναυπηγείο και εξοπλισμό Μεταξύ του 9ου και του 11ου αιώνα, το λιμάνι παρέμεινε σε λειτουργία· εκείνη την περίοδο, οι συγγραφείς τού έργου Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως άρχισαν να το αναφέρουν επίσης ως Κοντόσκαλιον, [4] όνομα που παραμένει ως η σύγχρονη ελληνική ονομασία της συνοικίας που βρίσκεται στα δυτικά του λιμανιού, γνωστής ως Kumkapı (Πύλης της άμμου).

Μετά το τέλος της Λατινικής αυτοκρατορίας, το λιμάνι εμφανίζεται σε διάφορες πηγές με το όνομα Κοντοσκέλιον, προκαλώντας σύγχυση μεταξύ των σύγχρονων μελετητών. [1] Σύμφωνα με τα Πάτρια, αυτή η ονομασία είναι μία αναφορά σε κάποιον Αγαλλιανό, έναν Ρωμαίο τουρμάρχη (ανώτερο αξιωματικό του στρατού) με το παρατσούκλι Κοντοσκέλης λόγω των μικρών ποδιών του, [5] αλλά ο Γερμανός λόγιος Άλμπρεχτ Μπέργκερ απορρίπτει την ερμηνεία αυτή ως λάθος των συγγραφέων των Patria, λόγω της διαφορετικής ετυμολογίας των δύο λέξεων: "Κοντοσκάλιον" σημαίνει "μικρή αποβάθρα". [6] Ορισμένοι συγγραφείς, όπως ο Ραιμόν Ζανέν, πρότειναν ότι το όνομα προς το Βλάγκα Κοντοσκέλλιον θα μπορούσε να αναφέρεται σε ένα άλλο λιμάνι, που βρίσκεται 150 μ. δυτικά του λιμανιού του Ιουλιανού / της Σοφίας, πιο κοντά στην περιοχή της Βλάνγκα, αλλά αυτή η ερμηνεία πρέπει να αγνοηθεί, καθώς είναι βέβαιο ότι το Κοντοσκάλιον ήταν το μόνο λιμάνι, που χρησιμοποιείτο στη Θάλασσα του Μαρμαρά μέχρι τον 15ο αιώνα. [4] Κατά την περίοδο αυτή το λιμάνι διατήρησε τη σημαντική λειτουργία του: κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Παλαιολόγων, ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ (β. 1259-1282) το προστάτευσε με ένα τείχος από λαξευτές πέτρες και μία καδένα (άλυσο), ενώ ο διάδοχός του Ανδρόνικος Β΄ (β. 1282-1328) βάθυνε το λιμάνι και έκλεισε την είσοδό του με σιδερένιες πύλες, προστατεύοντας τα πλοία από τις καταιγίδες που έρχονταν με τον Λόντο. [7] Το λιμάνι μαρτυρείται σε ένα εγκώμιον του Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ (β. 1425–1448), που γράφτηκε το 1427. Από αυτό γνωρίζουμε ότι ο Ιωάννης Η΄ διέταξε επισκευές στο λιμάνι, απασχολώντας αμειβόμενους εργαζόμενους (μεταξύ αυτών ήταν και κληρικοί και μοναχοί) και όχι υπηρέτες. [8] Μετά το τέλος αυτών των εργασιών, η λεκάνη μπορούσε να φιλοξενήσει 300 γαλέρες. Σε ορισμένες εκδόσεις του χάρτη του Φλωρεντινού ταξιδιώτη Κριστόφορο Μπουοντελμόντι, ο οποίος επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 1421, [9] η λεκάνη φαίνεται να πλαισιώνεται από την οπλοθήκη· και στην αναφορά του Ισπανού ταξιδιώτη Πέδρο Ταφούρ, ο οποίος το είδε το 1437, το λιμάνι ήταν ακόμη ενεργό. Έμεινε έτσι μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάκτηση της πόλης, το 1462 ο σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ (1444–46, 51–81) οχύρωσε το λιμάνι, γνωστό τώρα ως Κάντιργκα Λιμάνι («Λιμάνι για τα Κάτεργα/Γαλέρες»), κτίζοντας πολλούς πύργους. [4] Ωστόσο η έναρξη της κατασκευής το 1515 μίας νέας οπλοθήκης στον Κεράτιο, της Tersâne-i Âmire, προστατευμένο από τις καταιγίδες που προκαλούντο από τον νοτιοδυτικό άνεμο και την τεράστια ανάπτυξη του οθωμανικού ναυτικού, προκάλεσε τη φθορά του Kadirga Limanı. Ο Γάλλος ταξιδιώτης του 16ου αιώνα Πιέρ Ζιλ αναφέρει ότι περί το 1540 οι γυναίκες, που ζούσαν σε αυτή τη γειτονιά, συνήθιζαν να πλένουν τα ρούχα τους στο λιμάνι. [7] Πάντως σε μερικούς χάρτες του 18ου αιώνα, το λιμάνι εξακολουθεί να εμφανίζεται σε ενεργή χρήση. [9] Το τέλος του λιμανιού επιταχύνθηκε με την ανέγερση του τζαμού Νουρουοσμανιγιέ, το οποίο ξεκίνησε το 1748, καθώς το χώμα από την εκσκαφή για τη θεμελίωσή του ρίχτηκε εν μέρει στο λιμάνι. Η λεκάνη και το οπλοστάσιο έχουν από καιρό εξαφανιστεί και σήμερα έχουν εν μέρει ανακατασκευαστεί.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κάντιργκα Λιμάνι και η οπλοθήκη του, από το Byzantium nunc Constantinopolis των Μπράουν και Χόκεμπεργκ, 1572.

Στην πρώτη περιγραφή της περιοχής -που προέρχεται από τον 6ο αιώνα- το λιμάνι περιγράφεται ως λεκάνη, που πλαισιώνεται από μία οπλοθήκη και περιβάλλεται από τείχη. [4] Οι πρώτοι χάρτες της πόλης δείχνουν την ίδια κατάσταση, με την οπλοθήκη να εκτείνεται στην πεδιάδα δυτικά του τζαμιού Σοκολού Μεχμέτ Πασά μέχρι το παλαιό τείχος του Κούμκαπι, ενώ η λεκάνη, προστατευμένη από μία προβλήτα, οριοθετείται από τα Θαλάσσια Τείχη, που εξακολουθούσαν να στέκονται εκεί ως τον 19ο αιώνα.

Σύμφωνα με τον Βόλφγκανγκ Μύλλερ-Βάινερ είναι επίσης πιθανό ότι η περιοχή της οπλοθήκης ήταν αρχικά μία άλλη θαλάσσια λεκάνη, αλλά η διαίρεση μεταξύ του Κοντοσκαλίου και του λιμανιού της Σοφίας που εμφανίζεται σε πολλούς παλαιούς χάρτες, όπου αναπαριστώνται ως χωριστά λιμάνια, πρέπει να απορριφθεί, λόγω της τοπογραφίας της περιοχής. [4]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Berger, Albrecht (1988). Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (in German). Bonn: R. Habelt. ISBN 3774923574.
  • Janin, Raymond (1964). Constantinople Byzantine. Développement Urbaine et Répertoire Topographique (in French). Paris: Institut Français d'Etudes Byzantines.
  • Müller-Wiener, Wolfgang (1977). Bildlexikon Zur Topographie Istanbuls: Byzantion, Konstantinupolis, Istanbul Bis Zum Beginn D. 17 Jh (in German). Tübingen: Wasmuth. ISBN 978-3-8030-1022-3.