Παλάτι του Βουκολέοντα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παλάτι του Βουκολέοντος
Bucoleon March 2008.JPG
Είδοςπαλάτι
Αρχιτεκτονικήβυζαντινή αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°0′9″N 28°58′32″E
Διοικητική υπαγωγήΚωνσταντινούπολη
ΧώραΤουρκία
ΧρηματοδότηςΘεοδόσιος Β´
Commons page Πολυμέσα
Το παλάτι του Βουκολέοντα, όπως σώζεται σήμερα.
Ένα από τα δύο μαρμάρινα ζώα στην είσοδο του λιμανιού του Βουκολέοντα, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.
Θραύσματα από το παλάτι στο Αρχαιολογικά Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.

Το Παλάτι του Βουκολέοντος ήταν ένα από τα Ρωμαϊκά παλάτια στη Μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη. Το παλάτι βρίσκεται στην ακτή της Θάλασσας του Μαρμαρά, στα νότια του Ιπποδρόμου και ανατολικά του ναού των Αγίων Σεργίου και Βάκχου.

Ονόματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ορμίσδα είναι το παλαιότερο όνομα του τόπου. Το όνομα Βουκολέων αποδόθηκε πιθανώς μετά τα τέλη του 6ου αιώνα υπό τον Ιουστινιανό Α', όταν κατασκευάστηκε το μικρό λιμάνι μπροστά από το παλάτι, το οποίο είναι τώρα προσχωμένο. Σύμφωνα με την παράδοση ένα άγαλμα ταύρου και ένα λέοντος στήθηκαν εκεί, δίνοντας στο λιμάνι το όνομά του (βοῦς και λέων). Το ανάκτορο ονομάζεται επίσης Οίκος του Ορμίσδα ή Οίκος του Ιουστινιανού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λέοντες από την είσοδο στο παλάτι του Βουκολέοντος, Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης

Το παλάτι του Βουκολέοντα κτίστηκε πιθανότατα κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου Β' τον 5ο αιώνα. [1] Ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος ξαναέκτισε και επέκτεινε το παλάτι, προσθέτοντας μία μεγάλη πρόσοψη επάνω από τα παραθαλάσσια τείχη και το 969 ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Β' έχτισε έναν περίκλειστο τοίχο. [2] Τα ανάκτορο του Βουκολέοντος θα παρέμενε το κύριο παλάτι της Ρωμαϊκής Αυλής μέχρι τον 11ο αιώνα, οπότε κατασκευάστηκε το παλάτι των Βλαχερνών από τη δυναστεία των Κομνηνών. [3]

Ο Βουκολέων εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται για κρατικές συναντήσεις, όπως το 1161 με τον Κίλιτζ Αρσλάν Β΄ σουλτάνο του Ρουμ και το 1171 με τον Αμωρί Α΄ της Ιερουσαλήμ. [4] Εξυπηρέτησε ως τόπος θρησκευτικών συναντήσεων, όταν ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός διοργάνωσε εκκλησιαστικό συμβούλιο το 1166. [4]

Το ανάκτορο στέγαζε τα διάσημα των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων και το παρεκκλήσι του ανακτόρου περιελάμβανε ιερά λείψανα. [4] Η πρόσβαση στο παρεκκλήσιο του παλατιού ήταν περιορισμένη, παρόλα αυτά υπάρχουν ενδείξεις ότι ήταν μέρος των χριστιανικών προσκυνημάτων. [4]

Τέταρτη σταυροφορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 κατά τη διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας, το ανάκτορο του Βουκολέοντα καταλήφθηκε από τον Βονιφάτιο μαρκήσιο του Μομφερράτου που:

Ίππευσε κατά μήκος της ακτής προς το παλάτι του Βουκόλεοντα και όταν έφτασε εκεί αυτό παραδόθηκε, υπό την προϋπόθεση ότι θα έπρεπε να σωθούν οι ζωές όλων εκεί μέσα. Στο παλάτι βρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός ευγενών κυριών, που είχαν καταφύγει στο κάστρο αυτό, όπως η αδελφή του βασιλιά της Γαλλίας, που ήταν πρώην Αυτοκράτειρα και η αδελφή του βασιλιά της Ουγγαρίας, που ήταν επίσης Αυτοκράτειρα και πάρα πολλές άλλες δέσποινες. Από τον θησαυρό που βρέθηκε σε αυτό το παλάτι δεν μπορώ να μιλήσω, γιατί υπήρχε τόσος πολύς, που ήταν πέρα από κάθε μέτρημα, ατελείωτος." (Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου Χρονικό της κατάκτησης της Πόλης).

Μεταξύ των βραβείων λοιπόν, ήταν η Αυτοκράτειρα Μαργαρίτα, κόρη του Μπέλα Γ΄ της Ουγγαρίας, την οποία νυμφεύτηκε ο Βονιφάτιος. Κατά τη μετέπειτα Λατινική αυτοκρατορία (1204–1261), το παλάτι του Βουκολέοντα συνέχισε να χρησιμοποιείται ως αυτοκρατορική κατοικία. Μετά την κατάκτηση της πόλης από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο ωστόσο, το παλάτι, μαζί με ολόκληρο το συγκρότημα των Μεγάλων Ανακτόρων, σταδιακά εγκαταλείφθηκε υπέρ του Παλατιού των Βλαχερνών.

Όταν ο Μεχμέτ Β', ο οθωμανός σουλτάνος, εισήλθε στην πόλη το 1453, παρατήρησε ότι το ως τότε διάσημο παλάτι στεκόταν, αν και σε ερείπια. Κατά την είσοδό του στο παλάτι, φέρεται να είπε: Η αράχνη κινείται στους τοίχους / του παλατιού των καισάρων. / Η γλαύκα καλεί τους φρουρούς / στους πύργους του Αφρασιάμπ.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπια του παλατιού καταστράφηκαν μερικώς το 1873 για να ανοίξει χώρος για τη σιδηροδρομική γραμμή προς το Σιρκετζί. Τα ερείπια υποδηλώνουν ότι υπήρχε ένα μπαλκόνι με θέα στη θάλασσα, προσβάσιμο μέσω τριών μαρμάρινων κουφωμάτων, ακόμη ορατό μέχρι σήμερα.

Το 2018 ανακοινώθηκε από τον Μητροπολιτικό Δήμο της Κωνσταντινούπολης, ότι το παλάτι θα αποκατασταθεί από το Συμβούλιο Διατήρησης Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς. Προβλέπεται ότι το παλάτι θα γίνει ένα υπαίθριο μουσείο με "ένα ξύλινο μονοπάτι για τους επισκέπτες, ένα μουσείο και μία πισίνα". [5]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. McCormick 2000, σελ. 137.
  2. Bardill 2004, σελ. 147.
  3. Magdalino 2011, σελ. 139.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Magdalino 2011, σελ. 140.
  5. του.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bardill, Jonathan (2004). Brickstamps of Constantinople. Oxford University Press. 
  • Magdalino, Paul (2011). «Court and Capital in Byzantium». Στο: Duindam, Jeroen. Royal Courts in Dynastic States and Empires: A Global Perspective. Vol. 1. Brill. 
  • McCormick, Michael (2000). «Emperor and Court». Στο: Cameron, Averil. The Cambridge Ancient History:Late Antiquity:Empire and Successors, A.D.425-600. Vol. XIV. Cambridge University Press. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κύριλ Μάνγκο . Το Παλάτι του Βουκολέοντα . Σε: Cahiers Archéologiques 45, 1997.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]