Σκανδάλη Λήμνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°48′14″N 25°19′58″E / 39.80389°N 25.33278°E / 39.80389; 25.33278

Σκανδάλη Λήμνου
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Σκανδάλη Λήμνου
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Δήμος Λήμνου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητα Λέσβου
Πληθυσμός 85 (2011)

Η Σκανδάλη (επίσημα το Σκανδάλιον) είναι χωριό της Λήμνου. Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (πρόγραμμα Καλλικράτης).

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Μούδρου. Παλαιότερα ανήκε στον νομό Λέσβου.

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό πρωτοαναφέρεται ως ένας από τους 25 οικισμούς της Λήμνου που αποτελούσαν πατριαρχική εξαρχία το 1321, όπως και η γειτονική Φισίνη. Συγκεκριμένα αναφέρονται:

"...τα περί την Αγίαν Μελιτηνήν χωρία του Βισσίνου, του Σκανδάλη και τα λοιπά."

Προφανώς, αποτελούσε κτήμα κάποιου βυζαντινού αξιωματούχου, του Σκανδάλη, από τον οποίο προέκυψε το όνομα του χωριού.

Μια τοπική παράδοση θεωρεί ότι το χωριό έκτισε ο ηγούμενος Σκανδάλιος κάποιου κοντινού μοναστηριού. Κάποια άλλη παράδοση αναφέρει ότι ένας ξενομερίτης που εγκαταστάθηκε στην περιοχή κατάφερε με σκανδαλώδη τρόπο να αναδειχθεί άρχων του τόπου και οι κάτοικοι τον αποκαλούσαν Σκανδάλη. Τότε το χωριό βρισκόταν χίλια μέτρα δυτικότερα, στη θέση Δρυ, όπου σήμερα εντοπίζονται ερείπια και το εκκλησάκι του Αγ. Κωνσταντίνου. Όταν κάποιος σεισμός κατέστρεψε το παλιό χωριό, ο Σκανδάλης πρωτοστάτησε στη μεταφορά του στη σημερινή θέση κι έτσι στο νέο χωριό δόθηκε το όνομά του. Παρατηρούμε, πως κι οι δυο παραδόσεις συγκλίνουν στο ότι το όνομα του χωριού προήλθε από το όνομα του ιδρυτή του. Άλλωστε στο τοπικό ιδίωμα εκφέρεται κι ως ουδέτερο: "το Σκαντάλι", έκφραση που προήλθε από τη γενική: "του Σκαντάλη".

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιηγητές δεν αναφέρονται στη Σκανδάλη. Μόνο το κοντινό ακρωτήριο της Αγίας Ειρήνης σημειώνουν, συχνά με διαφορετικό ή παραποιημένο όνομα, όπως: Köstere burnu ή Kösre: ακρωτήρι της μυλόπετρας (Piri Reis, 1521) και Punta dura ή Punta (Porcacchi 1572, Rosaccio 1598, Piacenza 1685, Βιντσέντζο Κορονέλλι 1690-95 και Ωγκύστ ντε Σουαζέλ Γκουφιέ 1785). Ως Αγία Ειρήνη σημειώνεται για πρώτη φορά από τον Αλεξάντερ Κόντζε (1858) και από τους μεταγενέστερους Louis De Launay (C. Irene, 1894), Hauttecoeur (1903) και Fredrich (1904).

Ο Όλφερτ Ντάπερ(1688) σημειώνει τον ύφαλο και τα αβαθή νερά ανοιχτά του ακρωτηρίου Βαλανιδιά, χωρίς να το κατονομάζει. Στη θέση Βαλανίδα, κοντά στο ξωκλήσι του Αγ. Γρηγορίου, έχουν βρεθεί λιγοστές αρχαιότητες.

Το ίδιο το χωριό σημειώνεται σε χάρτη μόλις το 1785 (Choiseul-Gouffier) ως Village. Όμως λογικά προϋπήρχε, αφού επιβιώνει ως ονομασία από το 14ο αιώνα, όπως άλλωστε και τα άλλα δύο Χωρία της Σκάλας, όπως τα αποκαλούσαν ως το 19ο αιώνα: η Φισίνη και η Αγία Σοφία. Ως Skandali σημειώνεται το 1858 (Conze) και το 1894 (Louis De Launay).

Ο Conze το επισκέφθηκε, κάθισε στη βρύση κι έφαγε ψωμί και μέλι και γνωρίστηκε με τον ιερέα, ο οποίος τον ξενάγησε σε έναν παλιό ερειπωμένο οικισμό στα ΒΔ του χωριού, τον οποίο ο Conze ονομάζει Αγίους Θεοδώρους, χωρίς να είναι σίγουρος. Πρόκειται μάλλον για το Δρυ, την αρχική θέση του χωριού. Στη συνέχεια περπάτησε μαζί του ως το Μούδρο από το μονοπάτι δυτικά του όρους Παραδείσι κι έμαθε ότι ο ιερέας περνούσε συχνά στο νησάκι Καστριά που βρίσκεται στην είσοδο του κόλπου του Μούδρου, για να μαζέψει κάποιο είδος αγριολάχανου.

Η Σκανδάλη αναφέρεται συχνά σε κοινοτικά έγγραφα του 19ου αιώνα. Το 1854 η ετήσια εισφορά του χωριού προς το μητροπολίτη καθορίστηκε σε 660 αβγά, 30 τυριά και 60 λίρες. Ο ιερεύς ονομαζόταν παπά-Γιάννης και μάλλον πρόκειται γι’ αυτόν που γνώρισε ο Conze το 1858. Το 1856 118 άνδρες ηλικίας 18-60 ετών πλήρωσαν φόρο 3776 γρόσια, ώστε να γλιτώσουν τη στράτευση. Το 1863 στο χωριό ζούσαν 55 οικογένειες, οι οποίες έγιναν 56 το 1874, δείγμα μικρής πληθυσμιακής αύξησης. Το ίδιο έτος υπήρχαν 69 σπίτια και 801 επιτηδεύματα. Οι Σκανταλιώτες έστελναν έναν αντιπρόσωπο στην παλλημνιακή επαρχιακή συνέλευση.

Το σχολείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχολείο φέρεται να λειτούργησε γύρω στο 1848, στην οικία του Ιωάννη Δοκαρέλλη, όμως η λειτουργία του δεν ήταν συνεχής. Το 1870 λειτουργούσε και δέχθηκε δωρεά 20 εικοσάφραγκων από τον αιγυπτιώτη Παναγιώτη Αλεξίου, αλλά όχι το 1873-74. Το 1879 ιδρύθηκε διτάξιο κοινοτικό σχολείο για όλα τα χωριά της Σκάλας. Στεγάστηκε σε οικία του Ιωάννη Βρούτζου, κοντά στο ναό του Αγ. Νικολάου, η οποία κατεδαφίστηκε το 1908 και στον ίδιο χώρο χτίστηκε σχολικό κτίριο. Το 1958 ανεγέρθηκε νέο κτίριο στη θέση Πήγαδος, το οποίο στέγασε το δημοτικό ως το 1986 που στα μάτησε να λειτουργει. Μακροχρόνια υπηρεσία στο σχολείο προσέφεραν ο Ανδρέας Ανδρεάδης (1897-1920) κι ο Ιωάννης Βρούντζος (1936-71 κατά περιόδους).

Ο ναός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χωριό υπάρχουν τέσσερις ναοί με πολιούχο τον Άγιο Νικόλαο, ο οποίος κτίστηκε σε οικόπεδο του Ι. Βρούτζου γύρω στο 1880, αν κρίνουμε από τη χρονολογία της αγιογράφησης που έγινε από τον Ίμβριο Ευστράτιο Χαϊμαντέ μεταξύ 1881-85. Ο πέτρινος εξωνάρθηκας είναι νεότερος και τον κατασκεύασε ο Φισινιώτης πετράς Κωνσταντής Αταλιώτης. Στο ναό υπήρχε Ευαγγέλιο του 1558 εκδόσεως Βενετίας, το οποίο εκτίθεται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο στη Μύρινα.

Νεότερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό έχει υγιεινό κλίμα και άφθονα νερά, γι’ αυτό στην εύφορη πεδιάδα που απλώνεται προς τα νότια εγκαταστάθηκε το ιππικό των συμμάχων κατά τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ακόμα σώζονται οι τεράστιες στέρνες που φτιάχτηκαν για την αποθήκευση νερού.

Το 1918 απετέλεσε κοινότητα με την ονομασία Σκανδάλη (η) αλλά το 1940 μετονομάστηκε σε Σκανδάλιον (το). Το 1928 είχε 351 κατοίκους, όμως μεταπολεμικά υπέστη δραματική πληθυσμιακή συρρίκνωση: από 285 κάτοικοι το 1951, μόλις 124 απογράφηκαν το 2001.
Στην Αθήνα λειτουργεί δραστήριος Σύλλογος Σκανδαλιωτών.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ναός Αγ. Νικολάου.
  • Ακρωτήριο Αγ. Ειρήνης.
  • Άγ. Γρηγόριος.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», Θεσσαλονίκη 1986.
  • Cdrom Επαρχείου Λήμνου: "Λήμνος αγαπημένη".
  • Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
  • "ΛΗΜΝΟΣ: Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά", εκδ. Γ. Κωνσταντέλλης, 2010.